Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that a contract covered the disputed period, rejecting jurisdictional objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding a public procurement contract. The State argued the lower court misinterpreted a 2006 contract document, claiming it did not cover the specific period of the dispute and thus lacked jurisdiction. The court held that the lower court correctly interpreted the evidence and its assessment of the contract's timeline was a non-appealable matter of fact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 335, 338-340, 346, 559(11)(b), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lower court's evaluation of evidence regarding the temporal scope of a contract is inadmissible as it concerns a non-reviewable factual assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1710 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1710/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη -Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3614/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5402/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, στα οποία περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. (Ολ ΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής κατά την επί των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού ερειδομένη επικουρική βάση της, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων από την τελευταία στο ίδιο (αναιρεσείον) βιοδιαγνωστικών και λοιπών προϊόντων βιοτεχνολογίας ως εκτέλεση ακύρως καταρτισθεισών μεταξύ τους διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, κατά το οποίο και κατέστη το τελευταίο αδικαιολογήτως πλουσιότερο, έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν επικαλέσθηκε νομίμως η αναιρεσίβλητη και ειδικότερα:
α) τα πρωτόκολλα ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής υλικών της αρμόδιας επιτροπής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, β) τα δέκα εννέα τιμολόγια που εξέδωσε η ίδια (αναιρεσίβλητη) για τα είδη αυτά και γ) τα συνοδεύοντα τα ανωτέρω τιμολόγια δελτία αποστολής. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 27.10.2015 υποβληθεισών ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεων της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά διαλαμβάνεται ότι προσκομίζει και επικαλείται αυτή "....το σύνολο των δεκαεννέα τιμολογίων που εξέδωσε η εταιρεία μας για τα είδη που πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο Νοσοκομείο, τα συνοδέυοντα αυτά δελτία αποστολής,....τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής υλικών....", και δεν περιορίζεται στην τυπική φράση "επειδή προσάγουμε και επικαλούμεθα άπαντα τα και πρωτοδίκως προσαχθέντα έγγραφα ενώπιον του Εφετείου".
Η ως άνω δε επίκληση των εγγράφων αυτών ήταν αρκούντως σαφής και ορισμένη, χωρίς να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του, ειδικότερη αναφορά των στοιχείων των τιμολογίων, πολύ περισσότερο μάλιστα που τα επίδικα τιμολόγια είναι ενσωματωμένα και στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε και των δελτίων αποστολής και η αρχή έκδοσης των πρωτοκόλλων παράδοσης και παραλαβής, ενόψει του ότι, πλην των επιδίκων, ούτε η αναιρεσίβλητη ούτε το αναιρεσείον προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν άλλα παρόμοια έγγραφα ώστε να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως με τα επίδικα και να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά των στοιχείων τους.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της υπ’ αριθμ. .../23.12.2005 κατακυρωτικής αποφάσεως του Πολεμικού Ναυτικού και β) της μεταξύ των διαδίκων υπ’ αρ. …/2006 "Συμβάσεως για την προμήθεια αντιδραστηρίων μικροβιολογικών και αιματολογικών εργαστηρίων για δύο (2) χρόνια με δικαίωμα παρατάσεως τριών (3) μηνών για κάλυψη αναγκών Ναυτικών Νοσοκομείων", έγγραφα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε για να θεμελιώσει την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του, κρίνοντας ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν άλλη χρονική περίοδο και καταλαμβάνουν τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατά την περίοδο αυτή και όχι αυτές που αναφέρονται στην αγωγή, ενώ το αληθές είναι ότι η ως άνω σύμβαση καταλάμβανε τουλάχιστον εν μέρει την επίδικη χρονική περίοδο και επομένως η ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας ήταν βάσιμη για ένα τμήμα των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, πλην όμως, συνεκτιμώντας αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό το αναιρεσείον.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η προμήθεια των επίδικων ειδών πραγματοποιήθηκε εις εκτέλεση της ως άνω 1/2006 συμβάσεως και ότι συνεπώς η σύμβαση αυτή ήταν διοικητική, με αποτέλεσμα η ένδικη διαφορά να υπάγεται στο σύνολό της στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι αφορά στην κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στην αιτιολόγηση του σαφούς πορίσματος αυτού ότι η επικαλούμενη από το αναιρεσείον έγγραφη σύμβαση αφορά άλλη χρονική περίοδο και δεν καταλαμβάνει τις συμβάσεις πωλήσεως που αναφέρονται στην αγωγή. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά του χρόνου που καταρτίσθηκε η 1/2006 έγγραφη σύμβαση, ποια ήταν η χρονική διάρκειά της και η δυνατότητα παρατάσεως της, εφόσον είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμά της, ότι η έγγραφη αυτή σύμβαση "....αφορά άλλη χρονική περίοδο και καταλαμβάνει τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατά την περίοδο αυτή και όχι αυτές που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή".
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 5402/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ