1710/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1710/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Full text
Απόφαση 1710 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1710/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Π. Π. του Χ., κατοίκου ..., εκπροσωπούμενου δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αθηνάς Σταμελάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Μαρία Σφέτσα βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-7-2006 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν με άλλες τέσσερεις συναφείς αγωγές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2042/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 28-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο αυτού μέρος και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου", ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας πράγμα που συμβαίνει ιδιαίτερα σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ 670/2006).
Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.
αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες λόγους.
Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή από 7-2-2007, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων ζήτησε εκτός άλλων, την επιδίκαση και του ποσού των 150.000 ευρώ κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα, σ' αυτή, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστη, κάταγμα-εξάρθημα LijFrang ταρσού μεταταρσίου αριστεράς ποδοκνήμης λόγω του οποίου ανεπτύχθη βαρεία μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού άκρου ποδός, ενώ εμφανίζει επώδυνη βάδιση και κίνηση του αριστερού κάτω άκρου η οποία συντελεί στη μείωση της λειτουργικότητας αυτού κατά 40%, πάθηση, η οποία είναι μη αναστρέψιμη, και καθιστά αυτόν ανίκανο να εκτελέσει την εργασία του επαγγελματία οδηγού ΤΑΧΙ ή άλλου οχήματος καθώς και οιαδήποτε άλλη εργασία καθόσον στερούμενος στοιχειώδους μόρφωσης και εκπαίδευσης, και διανύει το 37ο έτος της ηλικίας του αδυνατεί να ανεύρει εργασία γραφείου, με απότοκο συνέπεια, να αδυνατεί να αυτοσυντηρηθεί και συντηρήσει την οικογένειά του απαρτιζόμενη από τρία τέκνα και τη σύντροφό του ενώ εξ άλλου, η εφ' ορου ζωής κατά ποσοστό 40% αναπηρία του αριστερού άκρου ποδός έχει επηρεάσει τη ψυχολογική του κατάσταση και συντελέσει στη μείωση της προσωπικότητάς του, αφού ως συνέπεια έχει την έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών και κάθε κοινωνικής εξέλιξης αλλά και επαγγελματικής καθ'οσον, χωρίς να τον βαρύνει υπαιτιότης, στερείται την ανθρώπινη λειτουργία της κίνησης σε όλες τις εκφάνσεις της και έτσι, η αναπηρία του αυτή να έχει επηρεάσει την επαγγελματική εν γένει, κοινωνική και οικονομική αυτού εξέλιξη.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αγωγή μη νόμιμη κατά το αίτημα αυτής για επιδίκαση αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, επειδή η αναπηρία του αναιρεσείοντος θα έχει επίδραση στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή του παθόντος με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο αυτό (931 ΑΚ) αυτοτελής αξίωση αφορά καθορισμό και μόνο αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσία, το αίτημα αυτής για επιδίκαση αποζημίωσης από το ίδιο ως ανωτέρω άρθρο, επειδή η αναπηρία του θα έχει επίδραση στην οικονομική και επαγγελματική ζωή καθόσον λόγω της μονιμότητας της αναπηρίας του δεν θα είναι σε θέση να εργαστεί ως οδηγός ΤΑΧΙ διότι η αξίωσή του αυτή καλύπτεται πλήρως από τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ λόγω της αποκατάστασης της ζημίας του για διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος παθόντος.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.α ΑΚ που ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία, που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του, προκύπτει ότι ο παθών μπορεί να απαιτήσει την αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής ζημίας του, η οποία περιλαμβάνει, ορισμένες, συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες, που γίνονται για τον περιορισμό ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών, οι οποίες παραμένουν στον παθόντα, μετά την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης.
Κατ' εξαίρεση δε μπορεί το Δικαστήριο, όταν το ζητήσει το Δικαστήριο και συντρέχει σπουδαίος λόγος, να την επιδικάσει σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Σπουδαίος λόγος υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως.
Ως κεφάλαιο δε εφ' άπαξ κατά την έννοια του άρθρου 930 παρ.1 ΑΚ νοείται το σύνολο των μελλοντικών περιοδικών δόσεων και δεν υπόκειται σε μείωση για οποιοδήποτε λόγο. Η μελλοντική δε ως ανωτέρω ζημία, αποκαθίσταται, εφ' οσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της, μπορεί από τώρα να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν, δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης του άρθρου 929 ΑΚ, διότι το Εφετείο απέρριψε ως προώρος ασκηθείσα την κρινόμενη αγωγή κατά το αίτημα αυτής περί επιδίκασης στον αναιρεσείοντα διαφυγόντων κερδών το χρονικό διάστημα από 31-5-2011 έως 23-5-2035 συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία ως οδηγού ΤΑΧΙ επειδή δεν προέκυπτε επι του παρόντος, το ύψος της σύνταξης που θα ελάμβανε ως επιδότηση από το ΙΚΑ, (κατά το ποσό της οποίας η αξίωση του αναιρεσείοντος μεταβιβάστηκε στο ΙΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.5 ν.δ.4104/1960, όπως ισχύει και 18 ν.1654/1986) εφ' οσον με την εφ' απαξ καταβολή του οφειλόμενου για την ανωτέρω αιτία ποσού, θα ηδύνατο να εξυπηρετήσει καλύτερα τις ανάγκες του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη για την αποκατάσταση της μελλοντικής από το άρθρο 929 ΑΚ ζημίας απαιτείται να είναι βέβαιη η έκτασή της προϋποθέσεως, μη συντρεχούσης στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα γενόμενα παραπάνω δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται κατά το δεύτερο μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον, ενώ δέχεται ότι η αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσείοντος από το άρθρο 931 ΑΚ για την ολική ανικανότητά του άσκησης της επαγγελματικής αυτού δραστηριότητας ως οδηγού ΤΑΧΙ εξ αιτίας της αναπηρίας του από το ένδικο ατύχημα καλύπτεται πλήρως από τις επιδικασθείσες παροχές του άρθρου 929 ΑΚ, στη συνέχεια, εκ του συνόλου των αιτηθέντων διαφυγόντων εισοδημάτων συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία ως οδηγού ΤΑΧΙ για το από 1-7-2006 έως 23-5-2035 χρονικό διάστημα, επιδίκασε διαφυγόντα κέρδη για τμήμα μόνο του χρονικού αυτού διαστήματος και απέρριψε την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα για το υπόλοιπο και συγκεκριμένα για το από 31-5-2011 έως 23-5-2005 χρονικό διάστημα, επειδή δεν προέκυπτε το ύψος της σύνταξης που θα ελάμβανε ως επιδότηση από το ΙΚΑ. Μεταξύ όμως, των ανωτέρω αιτιολογιών, δεν υπάρχει αντίφαση και επομένως, ο λόγος αναιρέσεως κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη όχι όμως και όταν δίκασε τα αιτήματα της αγωγής και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εξ αιτίας του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα κατέστη ανίκανος να εργασθεί ως οδηγός ΤΑΧΙ τα χρονικά διαστήματα 1) από 1-7-2006 έως 31-11-2006 2) από 1-4-2007 έως 31-11-2007 και 3) από 1-12-2007 έως 31-5-2011 με αποτέλεσμα, να απωλέσει τα εισοδήματα που θα απεκέρδαινε εκ της εργασίας του αυτής εργαζόμενος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων επί είκοσι πέντε ημέρες το μήνα ανερχόμενα αντίστοιχα στο ποσό των 6.250, 10.000 και 52.500 ευρώ.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία έκρινε ότι ο αναιρεσείων θα εργαζόταν τα χρονικά ως ανωτέρω διαστήματα επί είκοσι πέντε ημέρες το μήνα και β)από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 9 ίδιου άρθρου, διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα που αντικείμενο είχε την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα τριάντα διαφυγόντων κατά μήνα ημερομισθίων συνεπεία της ανικανότητας του να εργασθεί ως οδηγός ΤΑΧΙ ένεκα του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού σε σχέση με την υπό στοιχείο α πλημμέλεια σαφής στην πληττόμενη απόφαση αναφορά γίνεται περί της κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εργασίας του αναιρεσείοντος επί 25 ημέρες μηνιαίως και απώλειας αντίστοιχων ημερομισθίων λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, και σε σχέση με την υπό στοιχείο β πλημμέλεια, διότι ο λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δίκασε το αίτημα και δέχθηκε αυτό κατά ένα μέρος όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επειδή, η επιδικάζουσα αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης απόφαση καταλαμβάνει μόνο τις συνέπειες της αδικοπραξίας οι οποίες ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο εκδόσεως αυτής και ουχί και τις κατά το χρόνο εκείνο απρόβλεπτες ηθικές ζημίες καθόσον οι τελευταίες συνιστούν διάφορο αντικείμενο. Για την αξίωση καταβολής προσθέτου ηθικής βλάβης δεν αρκεί μία ανανεωθείσα βάσει των συνεπειών του τραυματισμού ασθένεια, αλλά θα πρέπει να υφίστανται μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, διότι η επέλευση αυτών, δεν έπρεπε, ή δεν έπρεπε σοβαρώς να αναμένεται, κατά πόσον δε κατά την επιδίκαση της ηθικής βλάβης θα ληφθεί υπόψη η μελλοντική εξέλιξη πρέπει να διαπιστώνεται κατ' αρχή με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεως.
Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική ανεπάρκεια της αγωγής η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της από 7-2-2007 και με αρ.κατ.1270/2007 αγωγής περί επιδίκασης στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, διότι δεν επικαλείται τις βλαπτικές συνέπειες που είχε ο τραυματισμός του στην κατάσταση της υγείας του και επήλθαν μετά την άσκηση της προγενέστερης από 31-7-2006 και με αρ.κατ.6906/2006 αγωγής και δεν ήταν προβλέψιμες κατά την άσκηση της τελευταίας αυτής αγωγής, κατά παραδοχή εν μέρει ως βάσιμου και στην ουσία του σχετικού αγωγικού αιτήματος της οποίας και επιδικάστηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τελεσίδικα με την υπ.αρ.796/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιά το ποσό των 30.000 ευρώ.
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς της από 7-2-2007 και με αρ.κατ.1270/2007 αγωγής, ως περιστατικό επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του αναιρεσείοντος που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που δίκασε την προγενέστερη από 31-7-2006 και με αρ.κατ.6906/2006 αγωγή, ήτοι της μετατραυματικής αρθρίτιδας της αριστερής ποδοκνημικής συνεπεία της οποίας κατέστη ανίκανος προς εργασία κατά το από 18-6-2005 έως 30-6-2006 χρονικό διάστημα, επικαλείται τη μείωση της λειτουργικότητας του αριστερού πόδα του κατά ποσοστό 40% συνεπεία της μετατραυματικής αρθρίτιδας, κατάσταση που δεν είναι ανατρέψιμη και την ολική ένεκα αυτής ανικανότητα του να ασκεί εφ' όρου ζωής το επάγγελμα του οδηγού ΤΑΧΙ.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός παρελκούσης της έρευνας των επικουρικώς προταθέντων αιτιάσεων της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 8 και 19 του ίδιου ως ανωτέρω άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι αντίστοιχα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση αγωγικό ισχυρισμό περί επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μετά την άσκηση της προγενέστερης από 31-7-2006 και με αρ.κατ.6906/2006 αγωγής για τους προαναφερόμενους λόγους και έκρινε αυτόν αόριστο με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως νόμω και ουσία αβάσιμο το αγωγικό αίτημα από το άρθρο 931 ΑΚ περί επιδίκασης αποζημίωσης στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα διότι η αναπηρία του συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος θα έχει επίδραση στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή αυτού καθώς και στην οικονομική και επαγγελματική αυτού ζωή και περαιτέρω, κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα από το άρθρο 932 ΑΚ περί επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα και νυν αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 254/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ