Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of personal injury compensation claim for partial disability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of a personal injury compensation claim. The appellant argued that her partial disability caused significant economic and social losses not covered by statutory benefits, while the lower court rejected the claim as vague due to insufficient factual details regarding the specific circumstances of the injury. The Court found the lower court's reasoning flawed because the appellant had provided all necessary legal elements for the claim under Article 931 of the Civil Code, thereby remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 931, 932, 931 of the Civil Code; The court established that a claim for compensation for partial disability is admissible if the plaintiff clearly articulates the specific circumstances of the injury and the resulting economic and social consequences, rejecting dismissals based on vague allegations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1710 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1710/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Κ.Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.Ρ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4893/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2932/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 6/9/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε ο απολειπόμενος νόμιμε και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. 1.
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδαφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δε χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 12606/16-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η.Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 25-9-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ. με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Μ.Ρ.
Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου,πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, η στρεφομένη κατά απόφασης, την οποία ο αναιρεσείων αποδέχθηκε είτε ρητά, κατά τους ορισμούς του άρθ. 297, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται με σαφήνεια η αποδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, μετά την, δια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, απόρριψη του, μεταξύ των άλλων, αιτουμένου κονδυλίου αποζημίωσης, εκ του άρθ. 931 Α.Κ., ως αορίστου, άσκησε νέα αγωγή ( από 31-5-2005), με το ίδιο αυτό αίτημα, δηλώνοντας με το νέο αυτό δικόγραφο της αγωγής "ρητή επιφύλαξη κάθε άλλου νομίμου δικαιώματός της".
Από τη συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας δεν συνάγεται με σαφήνεια αποδοχή της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1292/2002), όπως προβάλλει το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, με την προτεινόμενη, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ένσταση περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, η οποία είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ή ανακοπής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση τους εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγο αναίρεσης. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". "Ως αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας, έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση, από το δικαστήριο, χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητος προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση,που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας, όπως π.χ. στην περίπτωση του ανηλίκου, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση, για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος,που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας,λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση,λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην από 12-6-2003 αγωγή της εκθέτει τα ακόλουθα, αναφορικά με το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης, κατά το άρθ. 931 Α.Κ., ζήτημα το οποίο (και μόνο) αφορά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης:
"Μετά την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος διακομίσθηκα στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Κατά τον εκείσε γενόμενο κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο μου, διαπιστώθηκε ότι κατά το τροχαίο τούτο ατύχημα υπέστην βασεοαυχενικό κάταγμα του δεξιού μηρού, συντριπτικό κάταγμα διάφυσης του δεξιού μηριαίου ως και κάταγμα διάφυσης της δεξιάς κνήμης. Νοσηλεύτηκα στο ανωτέρω Νοσηλευτικό Κέντρο από 22-10-1998 μέχρι 29-10-1998. Κατά τον ανωτέρω χρόνο της εκείσε νοσηλείας μου για την αντιμετώπιση του βασεοαυχενικού κατάγματος του δεξιού μηριαίου υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση δια της τοποθετήσεως βελονών ASNIS, για την αντιμετώπιση του συντριπτικού κατάγματος της διαφύσεως του δεξιού μηριαίου υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση δια της τοποθετήσεως πλάκας με 12 κοχλιωτούς ήλους (βίδες) και για την αντιμετώπιση του κατάγματος διαφύσεως της δεξιάς κνήμης υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση δια της τοποθετήσεως πλάκας με 6 κοχλιωτούς ήλους (βίδες).
Κατά την έξοδο μου την 29-10-1998 από το Ιατρικό Κέντρο Αθηνών μου συνέστησαν οι εκείσε υπηρετούντες θεράποντες Ιατροί μου αντιβίωση, αντισηπτική αγωγή, φυσιοθεραπευτική αγωγή επί του δεξιού γόνατος και του δεξιού ισχίου ως και αφαίρεση των ραμμάτων μετά από μία (1) εβδομάδα.
Μετά την έξοδο μου από το Ιατρικό Κέντρο Αθηνών παρέμενα ως επί το πλείστον κλινήρης στην οικία μου, εκυκλοφορούσα εντός της οικίας μου με την βοήθεια περιπατητήρα και με την βοήθεια άλλου προσώπου, εβάδιζα με την βοήθεια 2 βακτηριών μασχάλης και με την βοήθεια άλλου προσώπου και επισκεπτόμουνα κατά συχνά χρονικά διαστήματα τα Εξωτερικά Ιατρεία του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.
Στη συνέχεια επειδή ακριβώς εμφανίσθηκε ψευδάρθρωση στο συντριπτικό κάταγμα του δεξιού μηρού μου επανεισήχθην την 5-4-1999 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκα μέχρι της 8-4-1999. Κατά τον ανωτέρω χρόνο της εκείσε νοσηλείας μου υποβλήθηκα σε νέα χειρουργική επέμβαση. Συγκεκριμένα ελήφθη οστικό μόσχευμα από την πρόσθια δεξιά λαγόνια ακρολοφία της λεκάνης, το οποίον τοποθετήθηκε στο δεξιό μηρό, για να υποβοηθηθεί η επανασυγκόληση του συντριπτικού κατάγματος του δεξιού μηριαίου μου .
Μετά την έξοδο μου από το ανωτέρω Ιατρικό Κέντρο παρέμενα ως επί το πλείστον κλινήρης στην οικία μου, εκυκλοφορούσα εντός της οικίας μου με την βοήθεια περιπατητήρα και άλλου προσώπου και εβάδιζα με την βοήθεια δύο (2) βακτηριών μασχάλης και με την βοήθεια άλλου προσώπου και επισκεπτόμουνα κατά συχνά χρονικά διαστήματα τα Εξωτερικά Ιατρεία του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.
Ακολούθως επειδή ακριβώς το οστικό μόσχευμα, το οποίον ελήφθη από την πρόσθια δεξιά λαγόνια ακρολοφία της λεκάνης και ετοποθετήθη ως γέφυρα στο δεξιό μηρό για να υποβοηθηθεί η επανασυγκόληση του δεξιού μηριαίου μου απορροφήθηκε περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου -1999, ήτοι περί την 15ην Ιουλίου 1999 είχεν ως αποτέλεσμα την απρόβλεπτη δημιουργία κενού στην οστική συνέχεια του δεξιού μηρού.
Η δημιουργία του ανωτέρω κενού στη συνέχεια του δεξιού μηρού περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου 1999 ήτοι περί την 15ην Ιουλίου 1999 αποτελεί απρόβλεπτη επιδείνωση της ένδικης βλάβης της υγείας μου . Εξαιτίας της ανωτέρω απρόβλεπτης επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας μου εξακολουθούσα και παρέμενα ως επί το πλείστον κλινήρης στην οικία μου, εκυκλοφορούσα εντός της οικίας μου με την βοήθεια περιπατητήρα και άλλου προσώπου, εβάδιζα με την βοήθεια δύο (2)βακτηριών μασχάλης και με την βοήθεια άλλου προσώπου και επισκεπτόμουν κατά συχνά χρονικά διαστήματα τα εξωτερικά Ιατρεία του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών για τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο μου μέχρι τέλους του μηνός Απριλίου 2000.
Στη συνέχεια δε δηλαδή από αρχών του μηνός Μαΐου 2000 και δεδομένου ότι ακολούθησα πιστά την ιατρική, ιατροφαρμακευτική και φυσιοθεραπευτική αγωγή που μου επέβαλαν οι θεράποντες ιατροί μου παρουσίασε σημαντική βελτίωση η προελθούσα από το ένδικο τροχαίο ατύχημα βλάβη της υγείας μου, με αποτέλεσμα να βαδίζω πλέον χωρίς την βοήθεια βακτηριών μασχάλης και να ασχολούμαι με τις ελαφρές οικιακές εργασίες μου.
Σύμφωνα με τις συστάσεις των θεραπόντων ιατρών μου, εισήχθην την 11-6-2001 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκα μέχρι της 13-6-2001. Κατά τον ανωτέρω χρόνον της εκείσε νοσηλείας μου υποβλήθηκα σε χειρουργική αφαίρεση των υπαρχόντων υλικών οστεοσυνθέσεως επί του βασεοαυχενικού κατάγματος του δεξιού μηρού, του κατάγματος διαφύσεως του δεξιού μηριαίου και του κατάγματος της δεξιάς κνήμης. Μετά την έξοδο μου από το Ιατρικό Κέντρο Αθηνών και επί ένα (1) μήνα δηλαδή από 13-6-2001 μέχρι 13-7-2001 είτε παρέμενα κλινήρης στην οικία μου είτε εβάδιζα με την βοήθεια δύο (2) βακτηριών μασχάλης και άλλου προσώπου.
Επειδή ακριβώς εξαιτίας της ένδικης βλάβης της υγείας μου και μετά το πέρας της πιστής εφαρμογής της ιατρικής, ιατροφαρμακευτικής και φυσιοθεραπευτικής αγωγής που μου επέβαλαν οι θεράποντες Ιατροί μου για την αντιμετώπιση της ένδικης βλάβης της υγείας μου και μετά το πέρας της πλήρους ανικανότητας μου για κάθε εργασία, εμφανίζω ατροφία" του δεξιού τετρακέφαλου κατά 2 εκατοστά έναντι του αριστερού υγιούς τετρακέφαλου και ατροφία του αριστερού γαστροκνημίου κατά 11/2 εκατοστά έναντι του δεξιού γαστροκνημίου, η κάμψη του δεξιού γόνατος κινείται κατά το εύρος από 0-110 μοίρες ήτοι υπολείπεται κατά 10 μοίρες του φυσιολογικού, το κάταγμα του δεξιού μηριαίου έχει πωρωθεί σε γωνίωση 10 μοιρών περίπου με απόκλιση από το φυσιολογικό, η άρθρωση του δεξιού ισχίου εμφανίζει περιορισμό 5 μοιρών στην έξω στροφή, 5 μοιρών στην έσω στροφή και 10 μοιρών στην απαγωγή, δεν αποκαταστάθηκαν και δεν επιδέχονται πλήρη αποκατάσταση παρά μόνον βελτίωση οι προελθούσες από τον ένδικο τραυματισμό μου δύσμορφες ουλές κ.λ.π βλάβες μου, οι οποίες μου δημιουργούν σοβαρά λειτουργικά, αισθητικά, ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα και δεν αντέχω σε παρατεταμένη ορθοστασία, παρατεταμένη βάδιση και σωματική καταπόνηση, παρουσιάζω μόνιμη ήτοι εφόρου ζωής μερική και μάλιστα κατά ποσοστό 25% αναπηρία για κάθε εργασία, η οποία απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία, παρατεταμένη βάδιση και σωματική καταπόνηση.
Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις των θεραπόντων Ιατρών μου δεν αναμένεται βελτίωση της ανωτέρω βλάβης της υγείας μου.
Επειδή σύμφωνα με το άρθ. 931 του Α.Κ η ανωτέρω παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως αν επιδρά στο μέλλον του.
Εάν ληφθεί υπόψη 1) ότι εξαιτίας της υπαιτίου συμπεριφοράς της πρώτης των εναγομένων υπέστην την προαναφερθείσα σοβαρότατη βλάβης της υγείας μου, εξαιτίας της οποίας παρέμεινα πλήρως ανίκανη για κάθε εργασία από του χρόνου του ατυχήματος (21-10-1998) μέχρι της 30-4-2000 και από 11-6-2001 μέχρι 13-7-2001 και ότι στη συνέχεια παρουσιάζω μόνιμη μερική ήτοι με ποσοστό 25% αναπηρία εφόρου ζωής (ηλικίας 32 ετών) 2) ότι η παραπάνω αναπηρία μου επιδρά δυσμενώς από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα επιδρά δυσμενώς εφόρου ζωής στην οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ζωή μου, στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές μου και δη στην επαγγελματική εξέλιξη μου για τον λόγο ότι εξαιτίας της ανωτέρω βλάβης της υγείας μου δεν αντέχω σε παρατεταμένη ορθοστασία, σε παρατεταμένη βάδιση και καταβολή σωματικών δυνάμεων και ότι ως εκ τούτου όχι μόνον δεν θα παρουσιάσω καμία εξέλιξη κατά την άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματος μου, (οικιακή βοηθός) πράγμα το οποίον θα έχει δυσμενή απήχηση στην οικονομική ζωή μου, αλλά απεναντίας δεν θα μπορέσω να ασκήσω, όπως ασκούσα προ του χρόνου του ατυχήματος μου το ανωτέρω επάγγελμα μου 3) ότι εξαιτίας της ανωτέρω μερικής αναπηρίας μου υπέστησαν από του χρόνου επανόδου της στην εργασία της και θα υφίστανται μέχρι του χρόνου συνταξιοδοτήσεως μου ήτοι μέχρι συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας μου, τα ανερχόμενα προ του χρόνου του ατυχήματός μου εισοδήματά μου στο ποσόν των 200.000 δρχ.
μηνιαίως μείωση κατά το ανωτέρω ποσοστό αναπηρίας μου 4) ότι υπέστην μείωση της προσωπικότητάς μου και ότι μειονεκτώ από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα μειονεκτώ εφόρου ζωής στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές μου και 5) ότι η προελθούσα ζημία μου από την ένδικη μόνιμη σωματική αναπηρία μου δεν καλύπτεται από τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθ. 929 και 932 του Α.Κ.
θα πρέπει εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου Σας να μου επιδικασθεί ως αποζημίωση για την παραπάνω σωματική αναπηρία μου και τις συνέπειές της, στην οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ζωή μου ως και στην επαγγελματική εξέλιξή μου και τις συνέπειες στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές μου το ποσό των 29.347,03 ευρώ".
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, ήταν σαφής και ορισμένη, διότι περιείχε όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία (αρθ. 931 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ) ως προς την ασκουμένη με αυτή αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 ΑΚ και το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά το αίτημά της αυτό, ως αόριστη, διότι η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε, ως προς την αξίωσή της αυτή, με πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν προϋπόθεση, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 931 ΑΚ, υπέπεσε, στην, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την από το αρθ. 931 Α.Κ. αποζημίωση να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ( αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2932/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ