Legislator Case Law & Legislation
1710/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance will interpretation, ruling factual assessment not subject to review.

Case Number 1710/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the interpretation of a will. The appellant argued the lower court distorted the document by excluding certain heirs, but the court found this was merely a factual evaluation of evidence. Since the interpretation of the will's content relies on assessing the testator's true intent through available evidence, such determinations are factual findings immune from appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 1781 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The court's assessment of whether a will requires interpretation to ascertain the testator's true intent constitutes a factual evaluation and is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
will interpretation true intent factual assessment appellate review inheritance dispute Code of Civil Procedure factual findings

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 1781 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1710 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1710/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιγκά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τσάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την αρ.κατ. 14840/22-4-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2710/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1982/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

|. 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη στις συμβάσεις.

Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη μπορεί το δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης (ΑΠ 1225/2005).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η διάταξη της διαθήκης είναι σαφής ή αντίθετα ότι αυτή είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η Ψ ήταν κυρία, κατά ποσοστό 22/24 εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, Δ' κατηγορίας, συνολικής έκτασης 3.960 τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης, το οποίο ήδη, με την υπ' αριθμ.

Δ.Π.ΤΑ/ΟΙΚ/60692/4687/1992 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, εντάχθηκε στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της άλλοτε Κοινότητας Μηχανιώνας και ήδη Δ.Δ. Ν. Μηχανιώνας και από την ένταξη του δημιουργήθηκε το με αριθμό ... οικόπεδο, εκτάσεως, μετά τη ρυμοτόμηση, 2.852,56 τ. μ., του υπ' αριθμ. ...

Οικοδ. Τετραγώνου. Η ανωτέρω, με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο που καταρτίσθηκε στις 26-1-1990, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον εναγόμενο ποσοστό 1.000/3.960 εξ αδιαιρέτου από το ανήκον σ' αυτήν ιδανικό μερίδιο επί του ως άνω αγροτεμαχίου, αντί τιμήματος 2.000.000 δραχμών, και ταυτόχρονα, με το ίδιο προσύμφωνο, έδωσε στον εναγόμενο την πληρεξουσιότητα να προβεί ο ίδιος στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου πώλησης με αυτοσύμβαση.

Η Ψ απεβίωσε στις 23-7-2002, στη Μηχανιώνα, και με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάϊδως Σαρρή και μετά το θάνατο της δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους της τις ενάγουσες εξαδέλφες της και την ανηψιά της Γ1, καταλείποντας σ' αυτές όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Ειδικότερα η διαθέτιδα όρισε, με τη διαθήκη της αυτή, ότι στον εναγόμενο θα περιέλθει ένα στρέμμα από τον αγρό εκτάσεως 3.600 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της Ν. Μηχανιώνας, ενώ η υπόλοιπη έκταση που δικαιούται αυτή από τον ίδιο αγρό θα περιέλθει στις εξαδέλφες της Ψ2 και Ψ1, δηλαδή στις ενάγουσες. Ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση της πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγήσει η αποβιώσασα διαθέτιδα, όσο ζούσε, με το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πωλήσεως, προέβη, μετά το θάνατο αυτής, στην κατάρτιση του υπ' αριθμ....

οριστικού συμβολαίου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζγουρούλας Ψούνη, με το οποίο μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, το ιδανικό μερίδιο των 24,74 % εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου, ενώ στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ.... πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, αποδέχθηκε την κληρονομία από διαθήκη της διαθέτιδας ως προς ποσοστό 24,74 % εξ αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου και άρχισε να διεκδικεί τη νομή και του ποσοστού τούτου από τις ενάγουσες, ισχυριζόμενος ότι το ένα στρέμμα που αναφέρεται στη διαθήκη ότι θα περιέλθει σ' αυτόν δεν ταυτίζεται με εκείνο που η διαθέτιδα είχε υποσχεθεί να του μεταβιβάσει με το προαναφερόμενο προσύμφωνο.

Δεδομένου, όμως, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω διαθήκης (20-6-1997), ο εναγόμενος δεν είχε προβεί ακόμη στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου, για τη μεταβίβαση σ' αυτόν του ποσοστού 24,74 % εξ αδιαιρέτου, που είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει από αυτήν, η διαθέτιδα, θέλοντας να τον εξασφαλίσει, ζήτησε να περιληφθεί στη διαθήκη της η προαναφερθείσα διάταξη, με την οποία όρισε ότι θα περιέλθει σ' αυτόν ένα στρέμμα εξ αδιαιρέτου από τον αγρό εκτάσεως 3.600 τ.μ., τον ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Ν.

Μηχανιώνας, ενώ για την υπόλοιπη έκταση που αυτή δικαιούται από τον εν λόγω αγρό όρισε ότι αυτή θα περιέλθει κατ' ισομοιρία στις κατονομαζόμενες εξαδέλφες της Ψ2 και Ψ1, δηλαδή στις ενάγουσες. Στο σημείο αυτό, υπάρχει ανάγκη να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, προκειμένου να διαπιστωθεί η πραγματική βούληση της διαθέτιδας, ενόψει του ότι, εκτιμώντας και τις συνθήκες που υπήρχαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης, αυτή επιθυμούσε να εξασφαλίσει τον εναγόμενο για την έκταση του ενός στρέμματος που αφορούσε το προσύμφωνο πώλησης, η οποία δεν είχε εκφύγει ακόμη από την κυριότητά της, εφόσον δεν είχε καταρτισθεί ακόμη το οριστικό συμβόλαιο πώλησης.

Εάν πράγματι η διαθέτιδα επιθυμούσε να εγκαταστήσει τον εναγόμενο κληρονόμο της σε ένα στρέμμα του αγρού επιπλέον εκείνου που, με το προσύμφωνο, είχε αναλάβει την υποχρέωση να του μεταβιβάσει και θεωρούσε ότι η αναφερόμενη στο προσύμφωνο έκταση είχε εκφύγει από την κυριότητά της, θα όριζε στη διαθήκη ότι αφήνει σ' αυτόν ένα στρέμμα από τον αγρό των 2.600 τ.μ.

και όχι από τον αγρό των 3.600 τ.μ., που ήταν η αρχική έκταση του αγρού. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συνθηκών και του στενού συγγενικού δεσμού που διατηρούσε η διαθέτιδα με τις ενάγουσες, πράγμα που δεν ίσχυε και για τον εναγόμενο, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η έκταση του ενός στρέμματος του ως άνω αγρού, που με την επίμαχη διαθήκη καταλείπεται στον εναγόμενο ταυτίζεται με εκείνο που είχε υποσχεθεί η διαθέτιδα να μεταβιβάσει σ' αυτόν (ως αδιαίρετο ποσοστό) με το προσύμφωνο που προαναφέρθηκε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι με την επίμαχη διαθήκη οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες απέκτησαν κληρονομικό δικαίωμα, κατ' ίσα μέρη, και επί του ποσοστού 24,74 % εξ αδιαιρέτου του παραπάνω κληρονομιαίου ακινήτου (οικοπέδου), το οποίο νέμεται ο εναγόμενος, ως κληρονόμος της διαθέτιδας Ψ, επιπλέον του ιδανικού μεριδίου (24,74 % εξ αδιαιρέτου) που περιήλθε σ' αυτόν κατά κυριότητα με την καταρτισθείσα, με το ...

οριστικό συμβόλαιο, αυτοσύμβαση πωλήσεως, και ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ένδικη περί κλήρου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος εναγομένου, έσφαλε. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των παραπάνω ερμηνευτικών κανόνων στο ουσιώδες ζήτημα της ερμηνείας της επίμαχης διαθήκης προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης της διαθέτιδας Ψ για το ποιόν από τους διαδίκους θέλησε να εγκαταστήσει κληρονόμο της στο προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του κληρονομιαίου οικοπέδου.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει, από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2011/ 2007).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο και τελευταίως εξεταζόμενο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που έκανε δεκτή, ως βάσιμη, την περί κλήρου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αρ. ... δημόσιας διαθήκης της κληρονομούμενης Ψ, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάϊδως Σαρρή, αφού δέχθηκε ότι η διαθέτιδα εγκατέστηκε κληρονόμους της μόνο τις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες και την ανηψιά της Γ1, καταλείποντας μάλιστα στις αναιρεσίβλητες όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, ενώ στη διαθήκη ρητά δήλωσε η διαθέτιδα ότι εγκαθιστά και ονομάζει αυτόν κληρονόμο της, όπως και τις αναιρεσίβλητες εξαδέλφες της και την ανηψιά της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, επειδή το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου της διαθήκης, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2006 αίτηση του X1 για αναίρεση της 1982/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ