Legislator Case Law & Legislation
170/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort claims due to lack of causal link between alleged fraud and shipyard seizure damages.

Case Number 170/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to declare itself incompetent and refer the case to the Maritime Disputes Section. The appellants alleged intentional misconduct by the respondents regarding a ship purchase, but the court found no causal link between the alleged fraud and the respondents' claim for seizure of their shipyard assets. Consequently, the court ruled that the legal requirements for liability were not met, as the specific damages claimed did not result from the alleged wrongful acts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330, 330 of the Civil Code; The court held that liability for damages requires a direct causal link between the wrongful act and the specific loss claimed, and the absence of such connection renders the claim inadmissible.

Keywords

AI generated
tort liability causal link ship seizure maritime disputes incompetent court civil code damages claim

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 375 of the Criminal Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 170 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 170 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Δ. του Β. , κατοίκου ... , 2) Α.-Ι. Κ. του Α. , κατοίκου ... , 3) Α. Κ. του Α.-Ι. , κατοίκου ... και 4) Κ. Κ. του Α.-Ι. , κατοίκου ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Φυλακτόγλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Λ. (ή Λ.) του Π. , κατοίκου ... , 2) Κ. Λ. (ή Λ.) συζύγου Χ. Λ. , κατοίκου ... , 3) Π. Λ. (ή Λ.) του Χ. , κατοίκου ... , 4) Χ. Λ. (ή Λ.) συζύγου Π. Λ. , κατοίκου ... , 5) Μ. Λ. (ή Λ.) του Χ. , κατοίκου ... και 6) Μ. (M.) Σ. (S.) , κατοίκου ... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Πασιπουλαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι: 2η,3ος,4η,5η και 6ος, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κοσσένα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και της Ε. Δ. του Β. , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκε η απόφαση 5216/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5003/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήματος Ναυτικών Διαφορών) και 14/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-05-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα(δόλος ή αμέλεια), 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 1761/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 88/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4619/2019 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λπ.) (ΑΠ 1761/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1755/2022), β) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δηλαδή, είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται και με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λπ..), είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 1761/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1424/2017).

Έτσι υπεξαίρεση και συνεπώς αδικοπραξία διαπράττει και ο διαχειριστής εταιρείας, ο οποίος ιδιοποιείται παράνομα χρήματα της εταιρείας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτή του διαχειριστή. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 865/2025, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019).

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 865/2025, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η ανωτέρω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια και γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, αναλόγως, τα εκτιθέμενα στην αγωγή ή τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 865/2025, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022).

Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 914 και 919 ΑΚ προκύπτει ότι υπόχρεος σε αποζημίωση είναι αυτός που στο πρόσωπο του συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις γέννησης της αδικοπρακτικής ευθύνης, υποκειμενικής (άρθρα 914, 919, 920, 923 ΑΚ) ή αντικειμενικής (άρθρα 922, 924 § 1, 925 ΑΚ κ.α.). Δικαιούχος δε της αποζημίωσης είναι κατά πρώτο λόγο ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού, που προσβλήθηκε άμεσα με την αδικοπραξία, επίσης δε, και αυτός που προσβλήθηκε άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του.

Αντιθέτως, αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία ενός τρίτου (έμμεσα ζημιωθέντος, όπως αποκαλείται) δεν παρέχουν κατ` αρχήν στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης, με κύρια εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 εδ. β` ΑΚ(ΑΠ 656/2019, ΑΠ 153/2005, πρβλ και ΟλΑΠ 30/2003). Η διάκριση ανάμεσα στους άμεσα και έμμεσα ζημιωθέντες και η παροχή αξίωσης για αποζημίωση κατ` αρχήν μόνο στους πρώτους, στηρίζεται από δικαιοπολιτική άποψη στη σκέψη ότι, αν ο ζημιώσας επιβαρυνόταν και με την αποκατάσταση των δυσμενών αντανακλαστικών επιπτώσεων της αδικοπραξίας στην περιουσιακή κατάσταση τρίτων, θα αντιμετώπιζε ένα συχνά δυσβάστακτο βάρος, αφού θα ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει έναν αόριστο αριθμό προσώπων, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την παράλυση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η ανωτέρω διάκριση στηρίζεται στη διατύπωση των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τα οποία δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής και παρέχουν αξίωση αποζημίωσης μόνο σ` αυτόν που ζημιώθηκε παράνομα ή με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, εξ αντιδιαστολής, στις περιοριστικά εισαγόμενες εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 εδ.

β`ΑΚ, που οριοθετούν τις περιπτώσεις αποζημίωσης των έμμεσα ζημιωθέντων (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 850/2009). Για την όχι πάντοτε ευχερή διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και σε έμμεσα ζημιωθέντες (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τη διάκριση ανάμεσα σε άμεση και σε έμμεση ζημία) θα πρέπει να ερευνάται: α) αν η ζημία βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός και β) αν το έννομο αγαθό που προσβλήθηκε (και ο φορέας του) εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα.

Αν δεν εμπίπτουν (και τούτο θα συμβαίνει συνήθως σε περιπτώσεις εμμέσως ζημιωθέντων), δεν θεμελιώνεται ευθύνη του ζημιώσαντος σε αποζημίωση, γιατί ακριβώς απέναντι στο συγκεκριμένο φορέα του συγκεκριμένου έννομου αγαθού δεν υπάρχει παρανομία (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 925/2007). Με βάση τα ανωτέρω, έμμεσα ζημιωθείς είναι και εκείνος που ζημιώθηκε εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22, 22 β' του Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών", ο οποίος ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και 68, 714, 297, 298 ΑΚ προκύπτει, ότι τα μέλη διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας ευθύνονται έναντι του νομικού αυτού προσώπου, για τη ζημία που από πταίσμα τους προξένησαν στην εταιρία, η ευθύνη τους δε αυτή υφίσταται και κατά τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη τους, στρεφόμενη κατά της εταιρίας, αποτελεί και αδικοπραξία, με την έννοια των διατάξεων των εν λόγω άρθρων.

Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ζημιογόνος πράξη που αποτελεί και αδικοπραξία στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό τούτο πρόσωπο της εταιρίας, νομιμοποιούμενο να εγείρει την οικεία αγωγή κατά των μελών της διοίκησης, κατά τους όρους του άρθρου 22 β' του Ν. 2190/1920.

Οι κατ` ιδίαν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας, τυχόν υφιστάμενοι έμμεση ζημία, που μπορεί να συνίσταται στην πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών ή τη μείωση της εσωτερικής αξίας τους ή τη διανομή μικρότερου μερίσματος, δεν έχουν και αυτοί παράλληλα αξίωση αποζημίωσης για τη ζημία τους αυτή, διότι δεν είναι οι αμέσως από την αδικοπραξία ζημιωθέντες.

Ωστόσο, κατά λογική ακολουθία των προεκτεθέντων, έχουν και οι μέτοχοι αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης κατά των μελών της διοίκησης της εταιρίας, όταν η ζημιογόνος πράξη των τελευταίων, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή και ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1214/2021, ΑΠ 413/2020, ΑΠ 1489/2017, ΑΠ 1298/2006).

Η Κυπριακή εταιρεία, γνωστή ως "εταιρεία περιορισμένης ευθύνης" (Limited ) έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής ανώνυμης εταιρείας και, δεν ταυτίζεται με την ελληνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ενώ η χρησιμοποίηση της ορολογίας αυτής είναι απόρροια της επίδρασης του αγγλοσαξονικού δικαίου στην νομοθεσία της Κύπρου (ΑΠ ποιν. 854/2016).

Τέλος, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγόμενου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ο αναιρετικός έλεγχος της ύπαρξης ή μη νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, διότι κατά τον KΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή συνεπώς το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς της, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 395/2022, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος ενάγων-ήδη πρώτος αναιρεσείων και η δεύτερη ενάγουσα Ε. Δ. , η οποία απεβίωσε και συνεχίζουν γι' αυτήν την δίκη οι μοναδικοί κληρονόμοι της δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, με την κρινόμενη αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, εκθέτουν τα ακόλουθα:

Ότι, στον Πειραιά διατηρούσε γραφεία, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Όμιλος "C.P.LEMOS SHIPIPNG GROUP", ο οποίος έφερε τα αρχικά του ονόματος του πρώτου εναγομένου(ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση πλοίων με σκοπό το κέρδος. Ότι στον Όμιλο αυτό ανήκαν τα υπό σημαία Κύπρου ποντοπόρα πλοία μεταφοράς χύδην φορτίων με τα ονόματα "SEA RESOLUTE" και "SEA URCHIN", πλοιοκτησίας των εδρευόντων στη Κύπρο εταιρειών, με την επωνυμία "COMPARITY NAVIGATION LIMITED" και "KEEL MARINE COMPANY LIMITED" αντίστοιχα, οι οποίες είχαν συσταθεί κατά το Κυπριακό Δίκαιο καθώς και οι διαχειρίστριες εταιρείες των πλοίων.

Ότι μέτοχοι των εν λόγω πλοιοκτητριών εταιρειών ήταν αλλοδαπές εταιρείες χαρτοφυλακίου, οι οποίες ετύγχαναν σε ποσοστό 100% θυγατρικές εταιρείες άλλων αλλοδαπών εταιρειών χαρτοφυλακίου. Ότι τον απόλυτο έλεγχο του Ομίλου είχε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αποφάσιζε, μέσω ποίων αλλοδαπών εξωχώριων νομικών προσώπων και εταιρειών χαρτοφυλακίου ο Όμιλος θα ασκούσε την ανωτέρω ναυτιλιακή του δραστηριότητα, δίδοντας τις σχετικές εντολές στους πληρεξουσίους δικηγόρους και καταπιστευματοδόχους, με κριτήριο την εξυπηρέτηση, αφενός μεν, των οικονομικών αναγκών του Ομίλου, αφ' ετέρου δε, των συμφερόντων των πραγματικών μετόχων, αποφεύγοντας τη δημοσιότητα και δημιουργώντας κατά θεμιτό τρόπο μια κλασσική τριμερή σχέση μεταξύ φαινομένων μετόχων, πραγματικών μετόχων και διαχειριστή κοινής περιουσίας.

Ότι κυρίαρχοι μέτοχοι των εταιρειών χαρτοφυλακίου, στις οποίες ανήκαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ήταν, με συνολικό ποσοστό 74%, ο πρώτος εναγόμενος και οι λοιποί εναγόμενοι, μέλη της οικογένειάς του, δηλαδή η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) σύζυγός του, ο τρίτος και η πέμπτη των εναγομένων(ήδη τρίτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων) τέκνα του και η τέταρτη και έκτος των εναγομένων(ήδη τέταρτη και έκτος των αναιρεσιβλήτων) σύζυγοι των τέκνων του, οι δε ενάγοντες ήταν μέτοχοι με το υπόλοιπο ποσοστό του 26% και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 13% έκαστος.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων, διότι είχε τον απόλυτο έλεγχο των εταιρειών, που είχαν αναλάβει την εμπορική και τεχνική διαχείριση των πλοίων του Ομίλου, τις οποίες είχε συστήσει για το σκοπό αυτό, ενεργώντας ως διαχειριστής της κοινής περιουσίας, επιπλέον δε, εμφανιζόταν αυτός ως ο ουσιαστικός φορέας του Ομίλου, παρέχοντας προσωπικές εγγυήσεις για την εξασφάλιση των δανείων, που ελάμβαναν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες από την Εμπορική Τράπεζα και ήδη ALPHA BANK.

Ότι συγκεκριμένα, μέτοχοι της πρώτης ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "COMPARITY NAVIGATION LIMITED" ήταν οι εδρεύουσες στην Κύπρο εταιρείες χαρτοφυλακίου(holdings) με την επωνυμία "ELPICO NOMINEES LIMITED" και "ELPICO TRUSTEES LIMITED", σε ποσοστό 50% εκάστη, οι οποίες κρατούσαν τις μετοχές για λογαριασμό όλων των μετόχων του ομίλου, ήτοι των εναγόντων και των εναγομένων, δυνάμει εγγράφου συμβάσεως εμπιστεύματος, την οποία είχε υπογράψει για λογαριασμό όλων των μετόχων, ο πρώτος εναγόμενος, μέτοχος δε της δεύτερης ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία"KEEL MARINE COMPANY LIMITED" ήταν η εδρεύουσα στις Νήσους Μάρσαλ εταιρεία χαρτοφυλακίου με την επωνυμία "SEA URCHIN INC." η οποία συστήθηκε κατ' εντολή του πρώτου εναγομένου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως φαινόμενος μέτοχος για την εξασφάλιση της ανωνυμίας των πραγματικών μετόχων, ήτοι των εναγόντων και των εναγομένων.

Ότι οι ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες είχαν ανεξάρτητα διοικητικά συμβούλια, φυσικά και νομικά πρόσωπα καταπιστευματοδόχους, τα οποία είχαν ορισθεί με εντολή του πρώτου εναγομένου, παρακολουθούντο δε λογιστικά από λογιστήριο, που ήταν εγκατεστημένο στον Πειραιά και εκάστη πλοιοκτήτρια αποτελούσε αυτοτελές νομικό πρόσωπο, που ήταν φορέας κεχωρισμένης περιουσίας και δη του πλοίου της, το οποίο ήταν υπέγγυο στους εταιρικούς δανειστές.

Ότι διαχειριστής και εντολοδόχος των κοινών πλοίων είχε ορισθεί από όλους τους μετόχους ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος για τη διαχείριση των εν λόγω πλοίων χρησιμοποιούσε για μεν την εμπορική διαχείριση τους την, συσταθείσα κατά το ελληνικό δίκαιο, ανώνυμη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με καταστατική αλλά και πραγματική έδρα τον Πειραιά, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ίδιος, για δε την τεχνική διαχείριση αυτών την, συσταθείσα κατά τους νόμους των Νήσων Μάρσαλ, ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "ALERT SHIP MANAGEMENT LIMITED", με τυπική έδρα τις Νήσους Μάρσαλ και πραγματική έδρα τον Πειραιά, η οποία διατηρούσε στην Ελλάδα γραφείο εγκατεστημένο κατά τις διατάξεις των ΑΝ 86/67, 378/68 και του Ν. 27/1975.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε τον αποκλειστικό έλεγχο τόσο των διαχειριστριών όσο και των πλοιοκτητριών εταιρειών, ελάμβανε ο ίδιος όλες τις σοβαρές αποφάσεις καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας των εταιρειών, που διαχειρίζονταν τα πλοία και δη αυτός ελάμβανε την απόφαση αγοράς ή πώλησης ενός πλοίου, ναύλωσης, λήψης δανείου από τράπεζα για τη χρηματοδότηση της αγοράς αυτής, αυτός δε μόνος παρείχε προσωπικές εγγυήσεις προς τη δανείστρια τράπεζα.

Ότι ειδικότερα, η συνεργασία τους με τους εναγόμενους ξεκίνησε στις αρχές του έτους 2002, στον Πειραιά, όταν μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, εκπροσωπουμένων των τελευταίων από το πρώτο εναγόμενο, συμφωνήθηκε η σύσταση εταιρείας, με σκοπό την αγορά πλοίου, στην αγορά του οποίου θα συμμετείχε, με ποσοστό 8%, έκαστος των εναγόντων, κατόπιν δε της συμφωνίας αυτής, συστήθηκε νόμιμα, κατά το δίκαιο της Κύπρου, η εταιρεία "SPINAV MARINE COMPANY LTD", με έδρα την Λευκωσία της Κύπρου, η οποία την 22.10.2002 αγόρασε, έναντι τιμήματος εκ ποσού 8.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, το πλοίο με το όνομα "SEA CHALLENGE", το οποίο παραλήφθηκε την 21-1-2003 και για την χρηματοδότηση της αγοράς του λήφθηκε την 18.3.2003 δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα, ποσού 5.500.000 δολαρίων ΗΠΑ και έκαστος των εναγόντων, κατέβαλε για το ποσοστό συμμετοχής του στην εν λόγω εταιρεία, την 30.10.2002, το ποσό των 260.000 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι ακολούθως, στις αρχές του έτους 2003, στον Πειραιά, μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, εκπροσωπουμένων των τελευταίων από τον πρώτο εναγόμενο, συμφωνήθηκε η σύσταση και δεύτερης εταιρείας, με σκοπό την αγορά ενός ακόμη πλοίου, στην αγορά του οποίου θα συμμετείχαν έκαστος των εναγόντων με ποσοστό 8%, κατόπιν δε και αυτής της συμφωνίας, συστήθηκε νόμιμα, κατά το δίκαιο της Κύπρου, η εταιρεία "VIA VERDI SHIPPING LTD", με έδρα την Λευκωσία της Κύπρου, η οποία αγόρασε, την 18.7.2003, έναντι τιμήματος ποσού 10.500.000 δολαρίων ΗΠΑ το πλοίο με το όνομα "SEA SYNERGY", το οποίο παραλήφθηκε την 14-8-2003 και για την χρηματοδότηση της αγοράς του λήφθηκε την 11-8-2003 δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα, ποσού 9.400.000 δολαρίων ΗΠΑ και έκαστος των εναγόντων, κατέβαλε για το ποσοστό συμμετοχής του στην εν λόγω εταιρεία, την 21-7-2023, το ποσό των 187.500 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι την εμπορική και οικονομική διαχείριση των ανωτέρω δύο πλοίων ανέλαβε η ανωτέρω εταιρεία "... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την τεχνική διαχείριση αυτών, η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "BLOSSOM MARITIME CORPORATION", με τυπική έδρα την Λιβερία και πραγματική τον Πειραιά. Ότι στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας, στις 17.11.2004, μεταξύ των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο:

α) συνομολογήθηκε ότι είχε εξοφληθεί από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό συμμετοχής τους, εκ ποσοστού 8%, στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών χαρτοφυλακίου (holdings) που έδρευαν στις Νήσους Μάρσαλ, υπό την επωνυμία ""SEA CHALLENGE INC" και "SEA SYNERGY INC", των οποίων αντιστοίχως οι ανωτέρω πλοιοκτήτριες κυπριακές εταιρείες ήταν 100% θυγατρικές, β) οι ενάγοντες αναγνώρισαν ότι ο πρώτος εναγόμενος, θα παρακρατούσε τις μετοχές τους, που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό 8% των μετοχών των εταιριών χαρτοφυλακίου, ως παρακαταθήκη, για το χρονικό διάστημα έως την ολική αποπληρωμή του δανείου στη δανείστρια Τράπεζα ή έως την πώληση των πλοίων, γ) συμφωνήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος θα ακολουθούσε τις έγγραφες οδηγίες των εναγόντων, για όποια μερίσματα ή άλλα χρήματα θα ελάμβαναν οι μέτοχοι, εκ της μετοχικής τους ιδιότητας, δ) συμφωνήθηκε ότι οι ως άνω εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι πλοιοκτήτριες εταιρείες θα καθιέρωναν αποθεματικά επαρκή για να καλύψουν το ποσό του δανείου που θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο, εντός του επόμενου οικονομικού έτους από της υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού, καθώς και το εκτιμώμενο κόστος της τακτικής ή έκτακτης επιθεώρησης των πλοίων, ε) ορίστηκε ότι το 50% του πλεονάσματος θα παρακρατείτο για να καλύψει απρόβλεπτα έξοδα, καθώς επίσης και για μελλοντική ανάπτυξη, ενώ το υπόλοιπο θα διανέμονταν στους μετόχους και στ) σημειώθηκε ότι οι δανειακές συμβάσεις όριζαν πως όσο τα δάνεια παρέμεναν εκκρεμή, όλες οι πληρωμές μερισμάτων θα υπόκεινται στη συγκατάθεση των δανειστών και ότι θα συντάσσονταν ελεγμένοι λογαριασμοί των πλοιοκτητριών εταιρειών, οι οποίοι θα παραδίδονταν στους μετόχους.

Ότι στη συνέχεια, τo έτος 2005, στον Πειραιά, μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, των τελευταίων εκπροσωπουμένων από το πρώτο εναγόμενο, συμφωνήθηκε η σύσταση μιας ακόμη εταιρείας, με σκοπό την αγορά πλοίου, στην αγορά του οποίου θα συμμετείχε, με ποσοστό 8%, έκαστος των εναγόντων, ενόψει της συμφωνίας αυτής, συστήθηκε νόμιμα, την 22.7.2005, κατά το δίκαιο της Κύπρου, η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "KEEL MARINE COMPANY LIMITED", με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου, έκαστος δε των εναγόντων, κατέβαλε, για το ποσοστό συμμετοχής του, την 13.9.2005, στον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 344.000 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι η ανωτέρω εταιρεία αγόρασε στις 2-12-2005, το ανωτέρω αναφερόμενο ποντοπόρο πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίων με το όνομα "SEA URCHIN", έναντι τιμήματος 37.000.000 δολαρίων ΗΠΑ περίπου, για την αποπληρωμή του οποίου την 29.11.2005, η ανωτέρω πλοιοκτήτρια εταιρεία έλαβε δάνειο, εκ ποσού 32.948.896 δολαρίων ΗΠΑ, από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας.

Ότι, το έτος 2007 επωλήθησαν τα πλοία SEA CHALLENGE και SEA SYNERGY και οι ενάγοντες από την πώληση αυτών έλαβαν α) στις 18.7.2007, το ποσό των 880.000 δολαρίων ΗΠΑ, έκαστος, (β) στις 1.8.2007, το ποσό των 720.000 δολαρίων ΗΠΑ, έκαστος και (γ) τον μήνα Δεκέμβριο του 2008, το ποσό των 240.000 δολαρίων ΗΠΑ, έκαστος, μέρος δε των ανωτέρω ληφθέντων το επανεπένδυσαν σε πλοίο του Ομίλου, αφού στις 31.8.2007 κατέβαλαν το ποσό των 725.000 δολαρίων ΗΠΑ έκαστος, για τη συμμετοχή τους στην αύξηση κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας χαρτοφυλακίου "SEA URCHIΝ ΙΝC.", της οποίας η ανωτέρω πλοιοκτήτρια κυπριακή εταιρεία "KEEL MARINE COMPANY LIMITED" ήταν 100% θυγατρική και έτσι αυξήθηκε το ποσοστό εκάστου εξ αυτών στο ανωτέρω πλοίο, από 8% σε 13%.

Ότι τον μήνα Μάρτιο του έτους 2008, ο πρώτος εναγόμενος προέτρεψε τους ενάγοντες να συμμετάσχουν στην αγορά ενός ακόμη ποντοπόρου πλοίου μεταφοράς χύδην φορτίου και δη του ανωτέρω πλοίου"SEA RESOLUTE", αντί τιμήματος 71.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, διαβεβαιώνοντας αυτούς ότι είχε εξασφαλίσει ένα ανταγωνιστικό πακέτο χρηματοδότησης από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι του συνολικού ποσού των 91.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με το οποίο, αφ' ενός μεν θα χρηματοδοτούνταν η αγορά του καινούριου πλοίου, αφ' ετέρου δε θα αναχρηματοδοτείτο η αγορά του πλοίου "SEA URCHIN", ανάλογα με την εμπορική αξία των πλοίων, για μια περίοδο εννέα ετών, με τις ίδιες εξασφαλίσεις που λαμβάνονταν όλα τα προηγούμενα δάνεια και δη πρώτης προτεραιότητας ναυτική υποθήκη επί του πλοίου, εκχώρηση των ναυλοσυμφώνων και προσωπική εγγύηση του πρώτου εναγομένου.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος, προέβλεψε ότι με βάση τις εμπορικές αξίες των πλοίων, τον μήνα Μάρτιο του 2008, θα μπορούσε να ληφθεί δάνειο ποσού 89.365.000 δολαρίων ΗΠΑ από τη Τράπεζα και με δεδομένο ότι το υπάρχον δάνειο για το πλοίο "SEA URCHIN" ανερχόταν στο ποσό των 30.200.000 δολαρίων ΗΠΑ, ποσό 59.165.000 δολαρίων ΗΠΑ θα παρέμενε διαθέσιμο για τη αγορά του πλοίου"SEA RESOLUTE", με αποτέλεσμα να απαιτείτο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του πρώτου εναγόμενου, να καταβληθεί εξ ιδίων από τους μετόχους το ποσό των 12.335.000 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι επιπλέον, ο πρώτος εναγόμενος προέβλεψε ότι θα απαιτηθεί αρχικά για την αγορά καυσίμων το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ σε μετρητά, για επισκευές του πλοίου το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ και για έξοδα της Τράπεζας, το ποσό των 357.460 δολαρίων ΗΠΑ, και συνολικά το ποσό των 13.692.460 δολαρίων ΗΠΑ και ότι η επένδυση αυτή θα δημιουργούσε ποσό εξ 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε μετρητά τα 3 πρώτα χρόνια.

Ότι οι ενάγοντες, πεισθέντες από τον πρώτο εναγόμενο, δεδομένου ότι στο παρελθόν αυτός είχε με επιτυχία αναλάβει την οικονομική και εμπορική διαχείριση και εκμετάλλευση των πλοίων τους, αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην αγορά του ανωτέρω πλοίου "SEA RESOLUTE", καταβάλλοντας σε δύο δόσεις στις 20-3-2008 και στις 17-6-2008 το συνολικό ποσό των 1.781.000 δολαρίων ΗΠΑ έκαστος εξ αυτών για τη συμμετοχή του κατά ποσοστό 13% έκαστος στην αγορά του πλοίου, η δε κατάθεση των ποσών αυτών έγινε στον αναφερόμενο στην αγωγή τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε στη Τράπεζα Πειραιώς η ανωτέρω εταιρεία "ALERT SHIP MANAGEMENT LIMITED".

Ότι κατόπιν της ανωτέρω συμφωνίας, συστήθηκε η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "COMPARITY NAVIGATION LIMITED", με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου, η οποία στις 13-3-2008 αγόρασε το ανωτέρω πλοίο "SEA RESOLUTE", έναντι τιμήματος 71.500.000 δολαρίων ΗΠΑ περίπου, για τη χρηματοδότηση της αγοράς του οποίου συνήφθη στις 24-6-2008, μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και των ανωτέρω δύο πλοιοκτητριών εταιρειών "COMPARITY NAVIGATION LIMITED" και "KEEL MARINE COMPANY LIMITED", σύμβαση δανείου ποσού 91.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με το οποίο, αφενός μεν χρηματοδοτήθηκε η αγορά του πλοίου "SEA RESOLUTE" , αφ' ετέρου δε αναχρηματοδοτήθηκε όλο το ποσό της τότε υφισταμένης οφειλής της πλοιοκτήτριας του πλοίου "SEA URCHIN", που απέρρεε από την ανωτέρω από 29-11-2005 σύμβαση δανείου για την αγορά του.

Ότι για τις συμμετοχές τους στα ως άνω δύο πλοία, ο πρώτος εναγόμενος και οι ενάγοντες συμφώνησαν ότι θα συνεργασθούν υπό τους όρους της προηγούμενης επιτυχημένης συνεργασίας τους, που αφορούσε τα δύο πρώτα πλοία, για τα οποία είχε συνταχθεί το ανωτέρω έγγραφο, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο έγγραφο, λόγω της αγαστής συνεργασίας τους, που είχε οδηγήσει τις πλοικτήτριες εταιρείες των δύο πρώτων πλοίων σε μεγάλη ανάπτυξη και κερδοφορία και της φιλικής σχέσης τους, που εξελισσόταν ομαλά.

Ότι ειδικότερα, με βάση την προφορική αυτή συμφωνία τους με τον πρώτο εναγόμενο, η οποία έλαβε χώρα στο Πειραιά, ορίσθηκε ότι 1) εμφανής προς τα έξω εταίρος και διαχειριστής της κοινής περιουσίας θα είναι ο πρώτος εναγόμενος 2) ότι το ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες από τη πλοιοκτησία θα ανερχόταν σε ποσοστό 13% για έκαστο των εναγόντων, 3) ότι ο πρώτος εναγόμενος θα προέβαινε στη σύσταση των απαραίτητων εταιρειών χαρτοφυλακίου, που θα χρησιμοποιούνταν για την απόκτηση των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιρειών και 4) ότι ενάγοντες θα ήταν αποκλειστικοί νομείς και κάτοχοι των μετοχών αυτών, τις οποίες θα διατηρούσε ο πρώτος εναγόμενος, ως παρακαταθήκη, έως της αποπληρωμής του δανείου, που είχε χορηγηθεί στην εταιρεία από την Εμπορική Τράπεζα, άλλως έως της πωλήσεως των πλοίων και της εκκαθαρίσεως όλων των υποχρεώσεων των ανωτέρω εταιρειών.

Ότι με την από 20-7-2011 τροποποιητική σύμβαση, που συνάφθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων στην ανωτέρω από 24-6-2008 σύμβαση δανείου και επιπλέον του πρώτου εναγομένου και των ανωτέρω δύο διαχειριστριών εταιρειών "... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ALERT SHIP MANAGEMENT LIMITED", όταν το υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν σε 52.610.000 δολάρια ΗΠΑ, συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο αυτό θα αποπληρωνόταν από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες σε δέκα επτά (17) διαδοχικές εξαμηνιαίες δόσεις της πρώτης πληρωτέας στις 27-12-2011, προς εξασφάλιση δε της δανείστριας Τράπεζας οι πλοιοκτήτριες εταιρείες χορήγησαν μία πρώτης προτεραιότητας ναυτική υποθήκη επί του πλοίου της εκάστη τούτων και ο πρώτος εναγόμενος παρέσχε προσωπική εγγύηση, ενώ συναίνεσε και στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ στο αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, ενώ οι διαχειρίστριες των ανωτέρω πλοίων εταιρίες ανέλαβαν την υποχρέωση, όπως όλες τις απαιτήσεις τους έναντι των δανειζομένων εταιρειών ή οιουδήποτε πλοίου θα ικανοποιούνται μετά την εξόφληση του δανείου.

Ότι αμέσως μετά τη συμφωνία των εναγόντων για την αγορά του ανωτέρω πλοίου SEA RESOLUTE και την εκταμίευση του ποσού του από 24.6.2008 δανείου από τη δανείστρια Τράπεζα, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ήταν εντολοδόχος και διαχειριστής των περιουσιακών στοιχείων των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών "COMPARITY NAVIGATION LIMITED" και "KEEL MARINE COMPANY LIMITED", συμπεριλαμβανομένων όλων των λογαριασμών τους, έχοντας την πλήρη οικονομική διαχείριση αυτών και ειδικότερα, έχοντας αφενός δικαίωμα πλήρους εκπροσώπησης όλων των μετόχων και αφετέρου τη δυνατότητα να εισπράττει, αποσύρει, καταθέτει με μόνη την υπογραφή ή την εντολή του οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τραπεζικό λογαριασμό των πλοιοκτητριών εταιρειών, μετέφερε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως και το έτος 2011 το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.453.477 δολαρίων ΗΠΑ από τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών σε δικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους αυτός τηρούσε με τη σύζυγό του - δεύτερη εναγομένη και ακολούθως σε τραπεζικούς λογαριασμούς των λοιπών εναγομένων, με την αιτιολογία "με εντολή των μετόχων" με τη μορφή εμβασμάτων, ποσά τα οποία προήρχοντο από ναύλους, τα οποία οι εναγόμενοι ιδιοποιήθηκαν και δεν τα απέδωσαν στις πλοιοκτήτριες εταιρείες αλλά ούτε τα δαπάνησαν για την εξόφληση χρεών των πλοιοκτητριών εταιρειών, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα αρνούμενοι την επιστροφή τους παρά την όχληση τους από τους ενάγοντες, τα δε ποσά αυτά ανά έτος και ανά πλοίο περιλαμβάνονται σε πίνακα, που περιέχεται στην αγωγή, στην μεταφορά δε αυτή προέβη ενώ οι ενάγοντες λάμβαναν εγγράφως ενημέρωση ότι δεν θα διανεμηθούν μερίσματα στους μετόχους.

Ότι τα ποσά αυτά έχουν καταχωριστεί και στις εκθέσεις των ορκωτών ελεγκτών της ... Πειραιά των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, στο λογαριασμό "προκαταβολές προς στους μετόχους", οι οποίες εκθέσεις όμως έχουν συνταχθεί, αλλά παραμένουν ανυπόγραφες από τους ορκωτούς ελεγκτές, ενώ και η διανομή μερισμάτων στους μετόχους δεν ήταν δυνατή, άνευ προηγούμενης εγγράφου συναινέσεως από τη δανείστρια Τράπεζα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο σχετικό όρο της αρχικής σύμβασης δανείου.

Ότι περαιτέρω, συνεπεία της πτώσης των ναύλων, της μείωσης της αξίας των πλοίων και της κακής διαχείρισης τους από τον πρώτο εναγόμενο, ο Όμιλος, από το έτος 2011, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και γι' αυτό ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ελάμβανε τις πλέον σοβαρές αποφάσεις του Ομίλου, αν και προέβη σε διαπραγματεύσεις με τη δανείστρια τράπεζα με αποτέλεσμα την υπογραφή της ανωτέρω από 20.7.2011, τροποποιητικής της αρχικής συμβάσεως δανείου, σύμβασης, εν τούτοις, από τα τέλη του έτους 2011 και εφεξής, έπαψε να αποπληρώνει τις δόσεις του δανείου και μάλιστα, εξέτρεψε τους ναύλους των ανωτέρω δύο πλοίων σε άγνωστους, για τη δανείστρια τράπεζα αλλά και τους ενάγοντες, τραπεζικούς λογαριασμούς, τον έλεγχο των οποίων είχαν οι εναγόμενοι, χωρίς τη συναίνεση των εναγόντων, στους οποίους ανήκαν τα χρήματα, λόγω της εταιρικής τους ιδιότητας, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους και χωρίς άλλο νόμιμο προς τούτο δικαίωμα.

Ότι το συνολικό ποσό των ναύλων αυτών για το χρονικό διάστημα από 25-12-2011 έως 31-8-2013 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 11.890.447 ευρώ, όπως αναλυτικά για κάθε πλοίο και περίοδο ναύλωσης αναφέρεται στην αγωγή, μετά δε την αφαίρεση των λειτουργικών και διαχειριστικών εξόδων και του δεξαμενισμού του ενός πλοίου τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012, όπως επίσης αναφέρεται στην αγωγή, το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι εναγόμενοι ανήλθε σε 3.687.439 δολάρια ΗΠΑ.

Ότι αποτέλεσμα των ανωτέρω επιλογών του πρώτου εναγομένου ήταν, να καταγγελθεί από την δανείστρια τράπεζα η δανειακή σύμβαση και εν τέλει το μεν πλοίο SEA RESOLUTE να εκπλειστηριασθεί στον Πειραιά την 15.1.2014, το δε πλοίο SEA URCHIN να πωληθεί, μετά από δικαστική απόφαση, στη Σιγκαπούρη, την 8.8.2014 και ο Όμιλος να καταρρεύσει.

Ότι με τους ανωτέρω τρόπους, οι εναγόμενοι αφαίρεσαν κρυφά από τους ενάγοντες χρήματα από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, τα οποία ανήκαν κατά ποσοστό 13% σε έκαστο των εναγόντων και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των [(15.453.477+3.687.439) χ 13% =) 2. 488.319 δολαρίων ΗΠΑ, για έκαστο τούτων. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων εκτός από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αποτελεί και αδικοπραξία κατά το άρθρο 919 ΑΚ, γιατί οι εναγόμενοι με πρόθεση ζημίωσαν κατά το ανωτέρω ποσό έκαστο των εναγόντων, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη ,για τους ακόλουθους λόγους:

α) Οι εναγόμενοι, μέτοχοι κατά 74% των πλοιοκτητριών εταιρειών, οι οποίοι ήλεγχαν πλήρως, μέσω του νομίμου διαχειριστή - πρώτου εναγόμενου, την κοινή περιουσία του Ομίλου, ενεργώντας με πρόθεση να αποκομίσουν μόνον οι ίδιοι το όφελος από τα περιουσιακά στοιχεία των εταιριών αυτών και να στερήσουν αυτά από τους ενάγοντες, μετόχους του υπόλοιπου 26% της μητρικής εταιρείας (με ποσοστό 13% έκαστος των εναγόντων), με μεθοδευμένες και νομιμοφανείς ενέργειες, έδωσαν εντολές να διοχετευθούν τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά των πλοιοκτητριών εταιρειών, σε λογαριασμούς τους οποίους ήλεγχαν αυτοί οι ίδιοι ή μέσω τρίτων παρένθετων προσώπων, επιπλέον δε, προέβησαν στην εκτροπή των ναύλων των πλοίων, κυριότητας των πλοιοκτητριών εταιρειών, σε λογαριασμούς των διαχειριστριών εταιρειών, στις οποίες δεν είχαν συμμετοχή οι ενάγοντες, αποκρύβοντας τούτο από τους ενάγοντες, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, καθιστώντας τον έλεγχο των ποσών αυτών από ελεγκτική εταιρεία αδύνατο.

β) Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων - συνεταίρων των εναγόντων, τυγχάνει ανέντιμη και αποδοκιμάζεται ως τέτοια από τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. γ) Με τη δόλια και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους αυτή, σκοπούσαν να ζημιώσουν τους ενάγοντες και πράγματι ζημίωσαν αυτούς, ως μετόχους του 26% των πλοιοκτητριών εταιρειών οι δε ενάγοντες τυγχάνουν οι αμέσως ζημιωθέντες και δικαιούμενοι, κατ' άρθρο 919 ΑΚ, αποζημιώσεως από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις των εναγομένων και όχι το νομικό πρόσωπο των πλοιοκτητριών εταιρειών ή της μητρικής τους εταιρείας.

δ) Μεταξύ της ως άνω δόλιας και ανήθικης συμπεριφοράς των εναγόμενων και της ζημίας των εναγόντων υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, διότι η συμπεριφορά τους ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. ε) Εκτός από τα συμβατικά δικαιώματα που διατηρούν οι ενάγοντες λόγω τους μετοχικής τους ιδιότητας (δικαίωμα να απαιτήσει ο καθένας από τους ενάγοντες το 13% των εσόδων των πλοιοκτητριών εταιρειών για τα έτη 2008 έως 2013, σύμφωνα με τη μεταξύ τους προφορική συμφωνία), οι ενάγοντες έχουν και αξίωση έναντι των εναγομένων από αδικοπραξία, δυνάμει της οποίας υποχρεούνται οι εναγόμενοι να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από την ανωτέρω περιγραφείσα, αντίθετη στο άρθρο 919 ΑΚ, συμπεριφορά τους.

στ) Το ύψος της ζημίας που οι ενάγοντες υπέστησαν από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων, ισούται με το 13% για καθέναν από τους ενάγοντες, των ποσών που διοχετεύτηκαν, εν αγνοία τους από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, από τις οποίες, εξαπατηθέντες από τις ως άνω μεθοδεύσεις, αποξενώθηκαν. ζ) Εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, όπως εκπροσωπήθηκαν από το πρώτο εναγόμενο, δηλαδή αν αυτός, ως διαχειριστής της κοινής περιουσίας, δεν είχε μεταφέρει κατά τα έτη 2008, 2009, 2010 και 2011 τα ανωτέρω ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων - μετόχων (με διάφορες αιτιολογίες όπως προκαταβολές μετόχων ή διαχειριστική αμοιβή) και δεν είχε εκτρέψει, κατά τα έτη 2012 και 2013, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες στις διαχειρίστριες εταιρείες και ακολούθως σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόμενων προς ίδιον όφελος, ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και με πρόθεση ακριβώς να βλάψουν τους ενάγοντες, οι ενάγοντες θα διατηρούσαν, ως μέτοχοι του 26% των πλοιοκτητριών εταιρειών τη συμμετοχή τους στην κοινή περιουσία (πλοία), η αξία των οποίων θα ήταν αυξημένη, κατά τα ποσά που οι εναγόμενοι δόλια μετάφεραν ή εξέτρεψαν από τις εταιρείες αυτές προς ίδιον όφελος, αλλά και κατά το ποσό των δυσθεώρητων εξόδων διαχείρισης, με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος επιβάρυνε αυτές, προκειμένου να υφαρπάξει τα ανωτέρω ποσά από τους ενάγοντες, οι οποίοι ζημιώθηκαν άμεσα από τη συμπεριφορά των εναγομένων, κατά το ποσό τουλάχιστον των 2.488.319 δολαρίων ΗΠΑ έκαστος.

Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι ενάγοντες ζητούν 1)να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, υποχρεούνται να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων, α)το ποσό των 2.488.319 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο απώλειας των χρημάτων, ως αποζημίωση και β) το ποσό των ευρώ 299.955 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, συνεπεία της θλίψης και στεναχώριας που δοκίμασαν, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και 2)να απειληθεί καθ' εκάστου των εναγομένων προσωπική κράτηση διαρκείας ενός έτους, ως μέσον εκτελέσεως της απόφασης, που θα εκδοθεί.

Η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη γιατί κρίθηκε ότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να την ασκήσουν και η κρίση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι ενάγοντες, με τον μοναδικό λόγο έφεσής τους, προσβάλλουν την εκκαλουμένη απόφαση, διότι κατ' εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και δη των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 ΑΚ ...

απερρίφθη η ένδικη αγωγή τους για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης... Σύμφωνα με όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην ιστορική βάση της αγωγής τους, η οποία οριοθετείται με την επέλευση της εκκρεμοδικίας και δεν επιτρέπεται έκτοτε η μεταβολή της με την προσθήκη σε άλλο δικόγραφο...

η ένδικη υπόθεση αφορά στην εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων, με τη συνδρομή και αποδοχή των λοιπών εναγομένων, παράνομη ιδιοποίηση του ποσού των 15.453.477 δολ. ΗΠΑ, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών, αρχικώς υπό του πρώτου εναγομένου ως εν τοις πράγμασι έχοντα εξουσία διαχείρισης των τραπεζικών λογαριασμών των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών αλλά και τον έλεγχο της διοίκησης αυτών, με τη συνδρομή των λοιπών εναγομένων μετόχων απάντων...

σε ποσοστό συνολικά 74% των αλλοδαπών εταιρειών χαρτοφυλακίου υπό την επωνυμία "ELPICO NOMINEES LIMITED", "ELPICO TRUSTEES LIMITED" και "SEA URCHIΝ ΙΝC.", στις οποίες κατά την αγωγή ανήκαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, οι οποίοι (δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος και έκτη των εναγομένων) φέρονται ως αποδεχθέντες τα ιδιοποιηθέντα από τον πρώτο εναγόμενο ποσά, αφ' ετέρου δε το ποσό των 3.687.439 δολ.

ΗΠΑ που αποτελεί καθαρά ναύλα των ανωτέρω πλοίων "SEA RESOLUTE" και "SEA URCHIN", τα οποία κατετέθησαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της διαχειρίστριας των ανωτέρω πλοίων, εταιρείας "ALERT SHIP MANAGEMENT LIMITED'', της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ετύγχανε, κατά την ένδικη περίοδο, ο πρώτος εναγόμενος, ποσά τα οποία ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος) ιδιοποιήθηκε, αφού δεν απέδωσε στις ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες και τα οποία (ιδιοποιηθέντα ποσά) ακολούθως αποδέχθηκαν, γνωρίζοντας την προέλευσή τους, οι λοιποί εναγόμενοι.

Πρόκειται, δηλαδή, για περίπτωση υπεξαίρεσης χρημάτων των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών, όπως εξάλλου όμοια και οι ενάγοντες χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά των εναγομένων...έστω κι αν ακολούθως οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή τους ότι τα ποσά αυτά ανήκαν σε όλους τους μετόχους, ενόψει του ότι, όπως και στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας αναφέρεται, η ανώνυμη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της, με αποτέλεσμα αυτό (νομικό πρόσωπο) να τυγχάνει υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να έχει ίδια περιουσία, ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της, οι τελευταίοι δε, ως μέτοχοι να έχουν, μόνο τα παρεχόμενα σ` αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση που τους συνδέει με την εταιρία, δίχως στα δικαιώματα αυτά να περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης εταιρίας.

Εν τούτοις, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, τόσο καθό μέρος επιχειρείται όπως θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, όσο και στις διατάξεις του άρθρου 919 του ιδίου Κώδικα. Τούτο διότι, εφόσον οι ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες δεν αμφισβητείται ότι έχουν συσταθεί εγκύρως κατά το Κυπριακό Δίκαιο ως εταιρείες κατά μετοχάς, ήτοι ως κεφαλαιουχικές εταιρείες, οι οποίες ως εταιρείες Limited προσομοιάζουν με τον εταιρικό τύπο της ελληνικής ανώνυμης εταιρείας, κατά το ελληνικό δίκαιο που τυγχάνει εφαρμοστέο, δεδομένου ότι τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου επικαλούνται οι ενάγοντες, τις διατάξεις δε του ελληνικού δικαίου έκρινε ως εφαρμοστέες και η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να προσβάλλεται κατά τούτο από κανέναν των διαδίκων, μόνες νομιμοποιούμενες προς έγερση των ενδίκων αξιώσεων από την παράνομη πράξη των εναγομένων, ήτοι αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να είναι οι ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες.

Η αναφορά υπό των εναγόντων, κατ' ακριβή διατύπωση της αγωγής "...οι ενάγοντες θα διατηρούσαν ως μέτοχοι του 26% των πλοιοκτητριών εταιρειών τη συμμετοχή τους στην κοινή περιουσία (πλοία) η αξία των οποίων θα ήταν αυξημένη κατά τα ποσά που οι εναγόμενοι δόλια μετέφεραν ή εξέτρεψαν από τις εταιρείες αυτές προς ίδιον όφελος ..."...

ακόμη κι αν ήθελε εκτιμηθεί ότι περιέχει ισχυρισμό περί μειώσεως της πραγματικής αξίας της μετοχής τους [ως μετόχων σε ποσοστό 13% έκαστος των ανωτέρω εταιρειών χαρτοφυλακίου, στις οποίες ανήκαν οι ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες] κατά το ποσό των 2.488.319 δολ. ΗΠΑ για έκαστο των εναγόντων και αληθής υποτιθέμενη [οι ενάγοντες προσδιορίζουν την μείωση της αξίας αυτής σε ποσοστό 13% για έκαστο εξ αυτών (εναγόντων) επί των υπεξαιρεθέντων από την εταιρική περιουσία των πλοιοκτητριών εταιρειών ποσών και όχι επί της πραγματικής αξίας της περιουσίας αυτών (πλοιοκτητριών εταιρειών) οι οποίες βαρύνοντο τουλάχιστον και με τα ληφθέντα υπό της Εμπορικής Τράπεζας δάνεια], κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν δύναται να θεμελιώσει ενεργητική νομιμοποίηση αυτών (εναγόντων - μετόχων των ανωτέρω εταιρειών χαρτοφυλακίου) προς έγερση της ένδικης αγωγής, διότι η μείωση της αξίας της συμμετοχής των εναγόντων, ήτοι η μείωση της πραγματικής αξίας της μετοχής τους στις εταιρείες χαρτοφυλακίου ως ζημία, αποτελεί εν προκειμένω, αντανακλαστική συνέπεια στην αξία της μετοχής αυτών (εναγόντων) της μειώσεως της εταιρικής περιουσίας των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιριών από την πράξη της υπεξαίρεσης της περιουσίας των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών, την οποία διέπραξαν σε βάρος τους (πλοιοκτητριών εταιρειών) οι εναγόμενοι.

Η τυχόν οικονομική επίπτωση της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων (υπεξαίρεση περιουσίας πλοιοκτητριών εταιρειών), στην εσωτερική αξία των μετοχών των εναγόντων επομένως, δεν ήταν αποτέλεσμα ευθείας προσβολής κάποιου μετοχικού δικαιώματος των εναγόντων υπό των εναγομένων, οπότε και θα ετίθετο θέμα προστασίας του μετοχικού αυτών δικαιώματος, αλλά με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν αποτέλεσμα της ζημίας που προκάλεσε η παράνομη συμπεριφορά αυτών, στα άμεσα ζημιωθέντα ανωτέρω νομικά πρόσωπα.

Κατά τα αναφερόμενα εν τούτοις στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, εκείνος που ζημιώθηκε, όχι εξ αιτίας καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός σε τρίτο πρόσωπο - θύμα (άμεσα ζημιωθέντα), φέρει την ιδιότητα του εμμέσως ζημιωθέντος μη νομιμοποιούμενου προς έγερση αγωγής αποκατάστασης της ζημίας του...

Οι αναφορές στην ένδικη αγωγή ότι ο πρώτος εναγόμενος ετύγχανε και διαχειριστής του ποσοστού συμμετοχής των εναγόντων στις ανωτέρω εταιρείες χαρτοφυλακίου...δεν δύνανται να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση το παρόν Δικαστήριο, εφόσον όλες οι ζημιογόνες ενέργειες που αποδίδονται με την ένδικη αγωγή στον πρώτο εναγόμενο, αφορούν την άσκηση των καθηκόντων του ως πραγματικού διαχειριστή της περιουσίας των πλοιοκτητριών εταιρειών και όχι ως διαχειριστή των μετοχών των εταιρειών χαρτοφυλακίου.

Ακόμη δε και υπό την εκδοχή, την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν υιοθετεί ότι, δηλαδή νομιμοποιούνται ενεργητικώς και οι ενάγοντες ως μέτοχοι, όπως αξιώσουν και στην περίπτωση της υπεξαίρεσης, από τον ασκούντα τη διοίκηση της εταιρείας, της περιουσίας της εταιρείας, αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την πράξη αυτή, ορωμένης της συμπεριφοράς ως παράνομης επέμβασης στην υπόσταση του μετοχικού τους δικαιώματος, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην ένδικη αγωγή ότι ως μέτοχοι των ανωτέρω εταιρειών δεν ενομιμοποιούντο να προκαλέσουν την άσκηση εταιρικής αγωγής και κυρίως με αυτήν δεν αξιώνουν την προκληθείσα από τη συμπεριφορά των εναγομένων αναλογία (ποσοστό 13% εκάστου εξ αυτών) στη μείωση της εταιρικής περιουσίας των εταιρειών, των οποίων μέτοχοι ήταν κατά την αγωγή, αλλά αιτούνται ποσοστό 13% επί των υπεξαιρεθέντων ποσών των πλοιοκτητριών εταιρειών, ταυτόχρονα δε αναφέρουν ότι υπήρχαν και δανειακές υποχρεώσεις των πλοιοκτητριών εταιρειών έναντι της Εμπορικής Τράπεζας.

Εξάλλου, ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων προς έγερση της ένδικης αγωγής, δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε στην αόριστη αναφορά υπό των εναγόντων στην ένδικη αγωγή, ότι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 2.008.904 δολ. ΗΠΑ, που αφορά ποσοστό 13% επί των ποσών που κατά τα έτη 2008 έως 2011 ο πρώτος εναγόμενος αφήρεσε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών, συνίσταται σε εταιρικά κέρδη, δεδομένου ότι, οι ενάγοντες αξιώνουν μεν το αντίστοιχο ποσό με την αγωγή τους, αλλά όχι ως αποζημίωση για μη καταβολή των οφειλομένων σε αυτούς κερδών (μερίσματος) των αντίστοιχων εταιρικών χρήσεων από τη συμμετοχή τους στις ανωτέρω εταιρείες χαρτοφυλακίου.

Σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην ένδικη αγωγή τους ότι το ποσό αυτό αποτελούσε διανεμητέο μέρισμα, κατά το ποσοστό συμμετοχής εκάστου εξ αυτών στα κέρδη των ανωτέρω εταιρειών, εφόσον στο ελάχιστο περιεχόμενο της αγωγής δεν επικαλούνται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, ότι το αφηρημένο μετοχικό τους δικαίωμα στα κέρδη των ανωτέρω εταιρειών, είχε μετασχηματισθεί, κατά νόμιμο τρόπο, σε ενοχική αξίωση καταβολής ορισμένου ποσού (του μερίσματος), ενόψει δε του ελληνικού δικαίου, το οποίο επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες και έκρινε ως εφαρμοστέο και η εκκαλουμένη απόφαση, ότι είχε ληφθεί απόφαση περί διανομής κερδών, οπότε κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, κατά το ελληνικό δίκαιο, γεννάται η ενοχική αξίωση του μετόχου επί του μερίσματος.

Αντίθετα, οι ίδιοι (ενάγοντες) αναφέρουν στην αγωγή τους ότι είχαν λάβει γραπτή ενημέρωση ότι δεν θα διανεμηθούν μερίσματα στους μετόχους..., ότι η διανομή μερισμάτων στους μετόχους των πλοιοκτητριών εταιρειών δεν ήταν δυνατή άνευ προηγούμενης εγγράφου συναινέσεως της δανείστριας τράπεζας, σύμφωνα με σχετικό όρο της αρχικής σύμβασης δανείου..

και ότι, δυνάμει προφορικής συμβάσεως που είχαν καταρτίσει με τον πρώτο εναγόμενο, η συνεργασία τους θα ήταν όμοια με την από 17.11.2004 έγγραφη συμφωνία αυτών, στα πλαίσια συμμετοχής των εναγόντων στις πλοιοκτήτριες εταιρείες των πλοίων "SEA CHALLENGE" και "SEA SYNERGY", με τη σαφώς υπονοούμενη, με την αγωγή και σαφώς περιεχόμενη στην ένδικη έφεση, αναφορά ότι, μεταξύ των συμφωνηθέντων, προβλεπόταν ότι ο πρώτος εναγόμενος θα ακολουθούσε τις έγγραφες οδηγίες των εναγόντων για όποια μερίσματα ή άλλα χρήματα ελάμβαναν οι μέτοχοι εκ της μετοχικής τους ιδιότητος, οι εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι πλοιοκτήτριες εταιρείες θα καθιέρωναν αποθεματικά επαρκή για να καλύψουν το ποσό του δανείου (κεφάλαιο και τόκοι) που θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο εντός του επομένου οικονομικού έτους, καθώς και το εκτιμώμενο κόστος της τακτικής ή έκτακτης επιθεώρησης των πλοίων, ενώ το 50% του πλεονάσματος ορίσθηκε ότι θα παρακρατείτο για να καλύψει απρόβλεπτα έξοδα για μελλοντική ανάπτυξη και μόνον το υπόλοιπο θα διανέμονταν στους μετόχους..."

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την αγωγή, με τις προσβαλλόμενες και μόνο με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αιτιολογίες του, ως απαράδεκτη, γιατί έκρινε ότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, οι αρχικοί ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο ενεργητικά στην άσκησή της, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 919 Α.Κ.

σε συνδυασμό με τις μη αναφερόμενες αλλά προκύπτουσες από το περιεχόμενο του λόγου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298, 330 εδ. α', 932 ΑΚ, 68 ΚΠολΔ και 27, 375 ΠΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πράγματι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, οι αρχικοί ενάγοντες και ήδη οι αναιρεσείοντες δεν είναι άμεσα, αλλά έμμεσα ζημιωθέντες από την εξιστορούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από την παράνομη και υπαίτια και συνεπώς αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, α)με την μορφή της υπεξαίρεσης από τους εναγομένους των εισπραχθέντων ναύλων των πλοιοκτητριών κατά μετοχές εταιρειών, σύμφωνα με το δίκαιο της Κύπρου, "COMPARITY NAVIGATION LIMITED" και "KEEL MARINE COMPANY LIMITED", με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου, από την ναύλωση από το έτος 2008 έως τις 31-8-2013 των πλοίων με σημαία Κύπρου "SEA RESOLUTE" και "SEA URCHIN" αντιστοίχως για εκάστη τούτων, οι οποίες εταιρείες αποτελούσαν αυτοτελές νομικό πρόσωπο, που ήταν φορέας κεχωρισμένης περιουσίας και δη του πλοίου της και β) με την μορφή της επικαλούμενης κατά παράβαση των χρηστών ηθών από πρόθεση ενέργειας των εναγομένων να προβούν στην ανωτέρω υπεξαίρεση εκμεταλλευόμενοι την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως νομίμου διαχειριστή τόσο των πλοιοκτητριών εταιρειών, όσο και των διαχειριστριών εταιρειών τους αλλά και της συγγενικής σχέσης, που τον συνέδεε με τους λοιπούς εναγομένους, άμεσα ζημιωθείσες ήταν μόνον οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, των οποίων οι ναύλοι υπεξαιρέθηκαν και μειώθηκε κατά το ποσό της υπεξαίρεσης η περιουσία τους και συνεπώς αυτές ήταν ο φορέας του εννόμου αγαθού της περιουσίας που προσβλήθηκε άμεσα από την αδικοπραξία και επομένως αυτές νομιμοποιούντο ενεργητικά να ασκήσουν την από τα άρθρα 914, 919 και 932 αποζημιωτική αγωγή και αγωγή επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οι δε ενάγοντες, ως μέτοχοι κατά ποσοστό 13% έκαστος των αλλοδαπών κατά μετοχές εταιρειών συμμετοχών, οι οποίες ήταν μέτοχοι των πλοιοκτητριών εταιρειών, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή, υπέστησαν αντανακλαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας των εναγομένων στην περιουσία τους και γι` αυτό, ως εμμέσως ζημιωθέντες, γιατί ζημιώθηκαν, όχι εξ αιτίας του ιδίου του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε αυτό στις πλοιοκτήτριες εταιρείες, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να αξιώσουν εξ ιδίου δικαίου αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επικαλούμενοι την εις βάρος των πλοιοκτητριών εταιρειών αδικοπραξία.

Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας σημειώνονται και τα ακόλουθα: 1) Οι περιεχόμενος στον μοναδικό λόγο αναίρεσης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι υπάρχει εκ προθέσεως αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων -εναγομένων, στρεφόμενη προσωπικά και κατά των ιδίων, γιατί ο πρώτος εναγόμενος α) παραβίασε τις μεταξύ τους συμφωνίες και β) τους παρέπεισε το έτος 2008 να συμετάσχουν στην αγορά του πλοίου SEA RESOLUTE, αντί τιμήματος 71.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, διαβεβαιώνοντας τους ότι έχει εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση για την αγορά του και για την επαναχρηματοδότηση της δανειακής σύμβασης, με την οποία είχε αγορασθεί προηγουμένως το πλοίο"SEA URCHIN" και συνεπώς οι ενάγοντες, ως αμέσως ζημιωθέντες, νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής είναι αβάσιμος, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο πρώτος εναγόμενος διαχειριστής, με την συναίνεση των εναγόντων, τόσο των πλοιοκτητριών, όσο και των διαχειριστριών των πλοίων εταιρειών, υλοποίησε όλα όσα υποσχέθηκε στους ενάγοντες για να τους πείσει να συμμετάσχουν στην αγορά του δεύτερου πλοίου SEA RESOLUTE, αφού πράγματι το πλοίο αγοράσθηκε με το δάνειο, που υποσχέθηκε αυτός ότι θα ληφθεί, ενώ μάλιστα, προς ασφάλεια της δανείστριας τράπεζας, παρέσχε ο ίδιος προσωπική εγγύηση και συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ στο αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, ώστε, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη κατά πολύ αναλυτικό τρόπο στην αγωγή προηγούμενη από το έτος 2002 επωφελή για τους ενάγοντες συνεργασία τους με αυτόν, να μη συνάγεται έναντι προσωπικά των εναγόντων εκ προθέσεως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του και πολύ περισσότερο τέτοια συμπεριφορά των λοιπών εναγομένων, με τους οποίους οι ενάγοντες καμία προσωπική συναλλαγή δεν ισχυρίζονται ότι είχαν.

Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει εκ προθέσεως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγόντων από την αιτία αυτή και πάλι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, γιατί δεν υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης αδικοπραξίας των εναγομένων, που αφορά την φερόμενη εξαπάτησή τους για την αγορά του πλοίου SEA RESOLUTE και της αιτούμενης με την αγωγή ζημίας, που αφορά στην υπεξαίρεση των ναύλων των δύο πλοιοκτητριών εταιρειών. 2) Στην αγωγή δεν περιέχεται κατά ορισμένο τρόπο ισχυρισμός ότι με τις πράξεις των εναγομένων επήλθε και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος των εναγόντων στις αλλοδαπές εταιρείες χαρτοφυλακίου, οι οποίες ήταν οι μέτοχοι των πλοιοκτητριών εταιρειών, ώστε οι ενάγοντες να νομιμοποιούνται ενεργητικά προς άσκηση της αγωγής για την αιτία αυτή, ενώ σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός και πάλι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής γιατί επίσης δεν υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης αυτής αδικοπραξίας και της αιτούμενης με την αγωγή ζημίας τους, γιατί οι ενάγοντες δεν ζητούν αποζημίωση για την ζημία, που υπέστησαν οι μετοχές τους.

Επομένως, αφού συμπληρωθούν οι προσβαλλόμενες αιτιολογίες της απόφασης του Εφετείου με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή δεδικασμένου, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 919, 297,298, 330 εδ.

α', 932 ΑΚ, 68 ΚΠολΔ και 27, 375 ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2024 αίτηση των 1) Δ. Δ. , 2) Α. - Ι. Κ. , 3) Α. Κ. και 4) Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 14/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ