Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and rejects VAT recovery claim against debtor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two debtors against a first-instance judgment ordering them to pay a service fee and associated VAT. The appellants argued that the lower court erred in holding the debtors liable for the VAT collected by the service provider, while the respondent maintained that statutory provisions clearly assign this burden to the debtor. The court ruled that the appellants suffered no legal injury from the decision since they were already ordered to pay the full amount, and the VAT liability falls on the debtor under specific tax laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 559 of the Code of Civil Procedure; Article 425 of the Civil Code; Articles 1, 2, 3, 4, 8, 14, 16, 19, 21, 35, 36 of Law 2859/2000: An appeal is inadmissible without legal interest, which requires a disadvantage to the appellant; the debtor remains liable for VAT on services rendered to them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 170 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 170/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., και 2)Ν. Π. του Θ., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Πανταζή και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Β. συζ. Σ. Β., το γένος Δ. Π., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοδούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:538/2014, 119/2016 μη οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, 190/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 218/2019 Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/10/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 ΚΠολΔ, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης.
Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Ειδικότερα ο εναγόμενος θεωρείται ηττηθείς, όταν βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης του παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής υπέρ αυτού της επιβλαβούς συνέπειας.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι µόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 85/2010).
Εφόσον το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 589/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 513 § 1 ΚΠολΔ, έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό:
α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.... Κατά δε το άρθρο 535 του ίδ.κώδ. 1. Αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν. 2.
Αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46. Αν πρόκειται για κατά τόπον αναρμοδιότητα και κριθεί αρμόδιο άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο δικάζει την έφεση, αυτό μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ' ουσίαν.
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι, ασκηθείσης εφέσεως κατά οριστικής αποφάσεως Πρωτοδικείου, που τελειώνει δηλαδή τη δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής (βλ. ΚΠολΔ 308, 309), το Εφετείο, μετά την κατά παραδοχή λόγου έφεσης εξαφάνιση αυτής, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει αποφανθεί για την ουσία της υπόθεσης κρατεί αυτό την υπόθεση και τη δικάζει στην ουσία και δεν υπάρχει στάδιο επανασυζήτησης αυτής στο πρωτόδικο Δικαστήριο.
Επομένως, αίτημα επανασυζήτησης της αγωγής, φερόμενο με κλήση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι απαράδεκτο, αρμόδιο δε να δικάσει είναι το Εφετείο στο οποίο πλέον, μετά την παραδοχή του λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (πρωτόδικης) απόφασης εκκρεμεί η υπόθεση.
Η αναιρεσιβαλλόμενη 218/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων την από 31-7-2012 (1052/2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ζητούσε την (κατ' αυτήν) οφειλόμενη από τους εναγόμενους αμοιβή της ως μεσίτριας αστικών συμβάσεων. Η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη με την 538/2014 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.
Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 20-2-2015 έφεσή τους και το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθμ. 119/2016 απόφασή του δέχθηκε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για το λόγο ότι αυτή δεν είχε κοινοποιηθεί στην αρμόδια ΔΟΥ κατ' άρθρο 204 § 1 ν. 4072/2012.
Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 24-4-2017 κλήση της κάλεσε τους εναγόμενους σε νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, αφού προέβη σε κοινοποίηση της αγωγής αλλά και της κλήσης στην αρμόδια ΔΟΥ και το τελευταίο με την 190/2018 απόφασή του απέρριψε την κλήση ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι "...
η συζήτηση της αγωγής που επαναφέρεται προς συζήτηση με αυτήν (κλήση) έχει περατωθεί με την έκδοση της ανωτέρω οριστικής απόφασης (538/2014) και δεν υπάρχει στάδιο επανασυζήτησής της στο παρόν Δικαστήριο". Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 1-9-2018 έφεσή της, με την οποία παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθόσον με την εξαφάνιση της 538/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την 119/2016 απόφαση του Εφετείου, έπαψε να υπάρχει οριστική κρίση για την ουσία της υπόθεσης, ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνουν δεκτές η κλήση και η αγωγή της.
Και το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτό και βάσιμο το λόγο έφεσης, καθόσον (κατά το σκεπτικό του) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της αγωγής ως απαράδεκτη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα τα αιτούμενα από τον καθένα χρηματικά ποσά.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες εκ των αριθμών 5 & 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι α) ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν έκρινε την έφεση απαράδεκτη, διότι η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον αυτού από την προηγούμενη φορά και επομένως δεν υπόκειτο σε έφεση αλλά σε κλήση, β) ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι αρμόδιο για την εκδίκαση ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων κρίνοντας την κλήση παραδεκτή και γ) ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε το μοναδικό λόγο της από 1-9-2018 έφεσης ως αόριστο και απαράδεκτο διότι δεν καθορίζεται σ' αυτήν (έφεση) ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αρμόδιο για να δικάσει την ένδικη από 31-7-2012 αγωγή, μετά την έκδοσή της υπ' αριθμ. 119/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η από 20-2-2015 έφεση κατά της 538/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση απ' αυτό (Εφετείο) και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής (γιατί δεν είχε κοινοποιηθεί στον έφορο) ήταν το εν λόγω Δικαστήριο (Εφετείο).
Συνεπώς, ανεξαρτήτως της ορθότητος των κρίσεων αυτού επί των προσβαλλομένων με τους ως άνω λόγους αναίρεσης θεμάτων, ορθά το Εφετείο δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, αφού εκκρεμούσε σ' αυτό προς ουσιαστική έρευνα και ουδεμία εκ των απόψεων αυτών βλάβη υπέστησαν οι αναιρεσείοντες, ούτε βλάπτονται κατά το μέρος τούτο από το διατακτικό του, οπότε οι ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από την ως άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι:
α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Για να συμβεί αυτό, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της συμβάσεως, για την οποία δόθηκε η εντολή.
Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι καθαρά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη ευκαιρίας δεν ορίζεται στο νόμο, αλλά, συνήθως, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης.
Είναι ενδεχόμενο, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε, η μεσολάβηση να περιλαμβάνει, επιπλέον, την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών. Ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει, απλώς, τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν της υπόδειξης του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ή άλλη δευτερεύουσα ενέργεια αυτού να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.
Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 720/2018, ΑΠ 980/2015, ΑΠ 229/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 707 ΑΚ αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει.
Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες), τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση αλλά και τον τρόπο της απασχολήσεως, όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτόπιων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών και κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του εντολέα (ΑΠ 655/2018, ΑΠ 136/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Διότι τότε δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "... Η ενάγουσα ασκεί νομίμως το επάγγελμα της μεσίτριας αστικών συμβάσεων ... διατηρώντας μεσιτικό γραφείο στα … ...
και αναλαμβάνει, έναντι συμφωνημένης αμοιβής, τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση συμβάσεων που αφορούν ακίνητα. Στα πλαίσια της άσκησης της προαναφερομένης επαγγελματικής δραστηριότητας την άνοιξη του έτους 2006 πληροφορήθηκε ότι οι εναγόμενοι διέθεταν ένα ακίνητο εκτάσεως 6.500 περίπου τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην έξοδο της πόλεως των … προς την … και ενδιαφέρονταν για τη μίσθωση ή πώλησή του.
Εν τω μεταξύ η εταιρεία με την επωνυμία "ALDI Supermarket Συμμετοχική Ε.Π.Ε. και ΣΙΑ Ε.Ε." είχε αναθέσει, στις αρχές του έτους 2006, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "DIMAND ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" την εξεύρεση ακινήτων σε όλη την Ελλάδα για μίσθωση ή αγορά.
Προκειμένου η παραπάνω εταιρεία DIMAND να φέρει σε πέρας την υπόθεση που της είχε αναθέσει η εταιρεία ALDI απευθύνθηκε σε διάφορους μεσίτες, εταιρείες και φυσικά πρόσωπα, στα οποία γνωστοποίησε την επιθυμία της εντολέα της ALDI, προκειμένου να βρεθούν τα πλέον κατάλληλα ακίνητα. Μεταξύ των εταιρειών στις οποίες απευθύνθηκε ήταν και η εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Κ. - Κ. V.Ο.Ε." (και το διακριτικό τίτλο I.), η οποία με τη σειρά της απευθύνθηκε σε συνεργάτες της σε όλη την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, με την οποία είχε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν. Η τελευταία, έχοντας ήδη υπόψη της το παραπάνω ακίνητο, συγκυριότητας των εναγομένων, το οποίο είχε ήδη επισκεφθεί και το είχε κρίνει κατάλληλο για τη λειτουργία σε αυτό πολυκαταστήματος και γνωρίζοντας το ενδιαφέρον των εναγόμενων να το μισθώσουν ή να το πωλήσουν, ήρθε σε επαφή με τον πατέρα των τελευταίων, Θ.
Π., που ενεργούσε ως εκπρόσωπος των εναγόμενων. Στη συνάντηση αυτή καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας, ως μεσίτριας και του Θ. Π.υ, ως αμέσου αντιπροσώπου των εναγόμενων - εντολέων, σύμβαση μεσιτείας, συντάχθηκε δε προς απόδειξή της το από 21-07-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεσιτείας, με το οποίο δόθηκε από τον ανωτέρω η εντολή στην ενάγουσα, με την παραπάνω ιδιότητά της να ενεργήσει για την ενοικίαση ή πώληση του παραπάνω ακινήτου στην εταιρεία ALDI και συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση πωλήσεως του ανωτέρω ακινήτου η αμοιβή της ενάγουσας θα ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α, 19%, ενώ σε περίπτωση μισθώσεώς του, θα ανερχόταν, σε ποσό ίσο με δύο μηνιαία μισθώματα, πλέον, ομοίως, Φ.Π.Α. 19%.
Σημειωτέον ότι η εταιρεία ALDI είχε ήδη υποδειχθεί στους εναγομένους από την ενάγουσα, μετά δε από την υπόδειξη αυτή καταρτίστηκε το επίδικο συμφωνητικό. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε, προγενέστερη της συντάξεως του συμφωνητικού, επαφή του Θ. Π.υ, αμέσου αντιπροσώπου των εναγομένων, με την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρεία, γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, επισκέφθηκε (κατόπιν προσκλήσεώς της) την ενάγουσα μεσίτρια και ζήτησε να του υποδείξει κατάλληλο αντισυμβαλλόμενο, δεδομένου και ότι πρόκειται για σύμβαση μεγάλου οικονομικού αντικειμένου που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), όλως δυσχερώς μπορεί να επιτευχθεί με ανάρτηση αγγελιών στον τύπο ή αλλού, προσωπική επικοινωνία, ανάρτηση σχετικής ταμπέλας στο ακίνητο κ.λ.π., τρόπους μη πρόσφορους για δικαιοπραξίες μεγάλου οικονομικού αντικειμένου με εξειδικευμένους όρους, όπου είναι απαραίτητη και η τήρηση εχεμύθειας προ της συνάψεως της δικαιοπραξίας.
Γι' αυτόν, άλλωστε, το λόγο συμφωνήθηκε αμοιβή για πώληση ή ενοικίαση αποκλειστικώς και μόνο στην εταιρεία ALDI που καταδεικνύει ότι συμφωνήθηκε να καταβληθεί αμοιβή λόγω της υποδείξεως του κατάλληλου αντισυμβαλλόμενου, σε αντίθετη δε περίπτωση (μη υπάρξεως συγκεκριμένου ενδιαφερομένου) κρίσιμη θα ήταν η κατάρτιση της συμβάσεως με αδιάφορο το πρόσωπο του (αγνώστου ως τότε) αγοραστή ή μισθωτή, που θα δραστηριοποιούνταν στην περιοχή στον τομέα των πολυκαταστημάτων.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί πως α) η ενάγουσα ασχολείται με τις πωλήσεις και μισθώσεις ακινήτων σε εταιρείες μεγάλης οικονομικής επιφάνειας για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας μεγάλης αξίας και β) είναι, όπως προαναφέρθηκε συνεργάτιδα της επιχειρήσεως με το διακριτικό τίτλο I.
στη γνώση της οποίας (και συνακόλουθα της ενάγουσας) περιήλθε, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω, το ενδιαφέρον της ALDI για τη σύναψη της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως (ή μισθώσεως). Μετά την ανωτέρω υπόδειξη, οι εναγόμενοι, ως υποψήφιοι πωλητές, κατήρτισαν με την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρεία, ως υποψήφια αγοράστρια, το υπ' αριθμ.
…/…-04-2007 προσύμφωνο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Μητροπούλου - Καρακάση, ακολούθως δε υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων και το οριστικό υπ' αριθμ. …/…-03-2008 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο την 11-4-2008 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος … αρ.
…) με το οποίο το ανωτέρω ακίνητο - του οποίου έλαβε χώρα ενόψει της υπογραφής του συμβολαίου εμβαδομέτρηση σε 6.318,57 τ.μ. - πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από τους εναγόμενους στην ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρεία αντί τιμήματος 4.300.000 ευρώ. Περίπου δυόμισι μήνες μετά και, συγκεκριμένα, την 30-6-2008, η ενάγουσα απηύθυνε εξώδικη δήλωση στους εναγομένους (βλ.
την υπ' αριθμ. 10392/30-06-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ. Κ. η οποία, όμως, αποδεικνύει τη νόμιμη επίδοση της δήλωσης μόνο στην πρώτη των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα κατωτέρω), στην οποία αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία και τους κάλεσε να καταβάλλουν τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή.
Οι εναγόμενοι ουδέποτε απάντησαν στο παραπάνω εξώδικο και ουδέν κατέβαλαν στην ενάγουσα, αρνούμενοι ότι αυτή μεσολάβησε στην παραπάνω σύμβαση πωλήσεως, Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, η κατάρτιση τόσο του ανωτέρω προσυμφώνου όσο και, κυρίως, του ανωτέρω υπ' αριθμ. …/…-03-2008 συμβολαίου πώλησης οφείλονται στην υπόδειξη της ενάγουσας, μέσω της οποίας ο ανωτέρω άμεσος αντιπρόσωπος των εναγομένων και, συνακόλουθα, οι τελευταίοι, έλαβαν γνώση της ύπαρξης και των στοιχείων της ενδιαφερομένης αγοράστριας εταιρείας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μεσιτική αμοιβή της ενάγουσας σύμφωνα με το προαναφερθέν από 21-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεσιτείας, ανέρχεται σε 100.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Σημειωτέον ότι η τελευταία έχει ήδη εκδώσει τη σχετική υπ' αριθμ. …/…-06-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Συνεπώς, το ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα από την παραπάνω αιτία ανέρχεται σε 19.000 (100.000,00 X 19% = 19.000) ευρώ. ... Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η ένσταση μείωσης της αμοιβής της ενάγουσας στο προσήκον μέτρο, κατ' άρθρο 707 ΑΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν έγγραφα στον καθορισμό της αμοιβής της ενάγουσας στο ποσόν των 100.000 ευρώ, θεωρώντας αυτό δίκαιο, εύλογο και ανάλογο της αξίας της συναλλαγής, είναι δε αυτό ποσοστό 2,4% επί της αξίας πώλησης του ακινήτου, ήτοι ποσοστό συνηθισμένο για τέτοιου είδους συμφωνίες...". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση: α) της πρώτης των εναγομένων να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 59.500 [119.000 (100.000 μεσιτική αμοιβή + 19.000 ΦΠΑ) ευρώ X ποσοστό συγκυριότητας 50% = 59.500] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της από 30-6-2008 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας προς την τελευταία, που συνιστά όχληση κατ' άρθρ. 345 ΑΚ, ήτοι από την 1-7-2008 και β) του δευτέρου των εναγόμενων να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 59.000 [119.000 (100.000 μεσιτική αμοιβή + 19.000 ΦΠΑ) ευρώ Χ ποσοστό συγκυριότητας 50% = 59.500] ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, καθώς η από 30-6-2008 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας προς τους εναγόμενους δεν επιδόθηκε στον δεύτερο εξ αυτών.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του δεν παραβίασε, εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 703 ΑΚ, αλλά διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, από τις παραπάνω παραδοχές του, σαφώς προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται μεσιτικής αμοιβής, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μεσίτρια, πληροφορηθείσα, στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, την άνοιξη του έτους 2006, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες διέθεταν το επίμαχο ακίνητό τους προς μίσθωση ή πώληση και ότι η εταιρεία με την επωνυμία ALDI ενδιαφερόταν να μισθώσει ή αγοράσει ακίνητο στην περιοχή με τις προδιαγραφές του ακινήτου των εναγομένων ήρθε σε επαφή με τον πατέρα των εναγομένων που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτών (εντολέων), ο οποίος της ζήτησε να του υποδείξει κατάλληλο αντισυμβαλλόμενο και μεταξύ τους συντάχθηκε το από 21-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεσιτείας, με το οποίο δόθηκε από τον πρώτο με την ως άνω ιδιότητά του η εντολή στην ενάγουσα να ενεργήσει για την ενοικίαση ή πώληση του ακινήτου στην εταιρεία ALDI και συμφωνήθηκαν τα της αμοιβής της, μετά δε και μόνον εξαιτίας της υποδείξεως αυτής της εταιρείας ALDI από την ενάγουσα στους εναγόμενους, οι τελευταίοι ήρθαν σε επαφή και πώλησαν το ακίνητό τους στην πρώτη, με την οποία προγενέστερα (πριν την υπόδειξη της ενάγουσας) ήταν άγνωστοι, η κατάρτιση δε της σύμβασης επήλθε ως συνέπεια της υπόδειξης της ενάγουσας -μεσίτριας.
Επομένως, επ' αυτού ουδεμία ασάφεια, έλλειψη ή αντίφαση που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ υπάρχει και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο και υπό την επίκληση ότι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων επί των θεμάτων μεσιτείας της ενάγουσας και αιτιώδους συνάφειας αυτής με την επιτευχθείσα πώληση, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 707 ΑΚ, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την εκ του άρθρου τούτου (707 ΑΚ) ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για μείωση της αμοιβής της ενάγουσας -αναιρεσείουσας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 707 ΑΚ, κρίνοντας το ύψος της δικαιούμενης μεσιτικής αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με το μέτρο που αρμόζει, αφού έλαβε υπόψη τη μεσιτική παροχή, την επιμέλεια που επέδειξε η ενάγουσα, για την επίτευξη της κατάρτισης της σύμβασης πωλήσεως του ακινήτου των εναγομένων που αφορούσε η μεσιτεία, το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση περιουσιακό όφελος των εντολέων και όλα τα περιστατικά που έλαβαν χώρα από το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης μεσιτείας μέχρι το χρόνο γένεσης της αξίωσης για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής (με την υπογραφή του αγοραπωλητήριου συμβολαίου).
Εξάλλου, προσδιορίζει κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι η αιτούμενη μεσιτική αμοιβή δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη (υπέρμετρη) σε σχέση με τη μεσιτική παροχή, αναφέροντας ότι η ενάγουσα ασχολείται με τις πωλήσεις και μισθώσεις ακινήτων σε εταιρείες μεγάλης οικονομικής επιφάνειας για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας μεγάλης αξίας, ότι οι εναγόμενοι δια του αμέσου αντιπροσώπου πατέρα τους ήρθαν σε επαφή με την ενάγουσα και της ζήτησαν να τους υποδείξει κατάλληλο αντισυμβαλλόμενο, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση μεγάλου οικονομικού αντικειμένου, με εξειδικευμένους όρους, η οποία δυσχερώς μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο πλην της μεσιτείας (πχ ανάρτηση αγγελιών, προσωπική επικοινωνία κλπ), ότι επρόκειτο για ακίνητο εκτάσεως 6.318,57 τμ, στην έξοδο της πόλεως των … προς …, ότι πωλήθηκε στην τιμή των 4.300.000 €, ότι στον καθορισμό της αμοιβής της ενάγουσας (100.000 € πλέον ΦΠΑ) συμφώνησαν έγγραφα οι εναγόμενοι θεωρώντας το και οι ίδιοι ανάλογο της αξίας της συναλλαγής, ανέρχεται δε τούτο σε ποσοστό 2,4% επί της αξίας πώλησης του ακινήτου, ποσοστό συνηθισμένο σε τέτοιου είδους συμφωνίες.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το άρθρο 425 ΑΚ, κατά το οποίο "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαίτησης με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από τον δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση, τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας βαρύνουν τον οφειλέτη.
Στην περίπτωση δε που ο δανειστής, όπως συμβαίνει συνήθως στην πράξη, έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα αναζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 3 § 1, 4, 8 § 1, 14 § 1, 16 §§ 1 & 2, 19 § 1, 21, 35 § 1 και 36 του ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας", ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τον ν. 1642/1986, που εισήγαγε στη χώρα τον ανωτέρω φόρο (ΦΠΑ), όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα και, ως ειδικές, υπερισχύουν των διατάξεων του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι ο υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α. (ο οποίος, σημειωτέον, επιρρίπτεται στον αντισυμβαλλόμενο, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του), εφόσον προβεί, μέσα στα χρονικά όρια που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον οφειλέτη, δικαιούται να τον αναζητήσει απ' αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, κατ' εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 535/2018, ΑΠ 659/2014). Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ως άνω, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκδίδοντας τη σχετική για τη μεσιτική αμοιβή της υπ' αριθμ.
…/…-6-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών δικαιούται από τους εναγόμενους -αναιρεσείοντες εντόκως (όπως προσδιορίζει) και τον αποδιδόμενο από την ίδια στο Δημόσιο αναλογούντα επ' αυτής (αμοιβής) φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2019 και με αριθμό καταθέσεως 41/17-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 218/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ