Legislator Case Law & Legislation
170/2018 AI generated

170/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 170/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

170/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα αντιθέτως δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφασις έσφαλλεν και ουχί ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τας διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ. και απέρριψε την άνω ένστασή μου καθόσον δέχθηκε ουχί ορθώς βεβαίως ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως περιπεσούσης στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ".

Keywords

AI generated
rural land rights land charge land and buildings agricultural lease agricultural use exploitation of the sea-bed
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 170 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 170/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοπίστη Σπανού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Χ. Β. του Ι., και 2.Σ. συζ. Χ. Β., το γένος Ν. Κ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Καραμανλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κασσανδρείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 20/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με αριθμό κατάθεσης …/30-12-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 20-11-2017 έκθεση της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ'άρθρ.560 αρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...". Ο από τον εν λόγω αριθμό λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

ΙΙ. Με τους τρείς λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επιρρίπτει στο ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη, 20/2015, απόφασή του υπέπεσε στην προμνησθείσα πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι δεν εφήρμοσε, (ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής) το άρθρο 249 ΑΚ, με την απορριπτική παραδοχή της μη εφαρμογής της ενστάσεως της εικοσαετούς παραγραφής στις αναγνωριστικές αγωγές (πρώτος λόγος αναιρέσεως), ότι έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 991 ΑΚ, την επί τη βάσει του οποίου ένστασή της ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου απέρριψε με την κρίση, ότι για να προταθεί έπρεπε προηγουμένως να είχε εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίσεως αυτού του δικαιώματος επί του επιδίκου (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ΑΚ 281, υπό την έννοια ότι απέρριψε, την σχετική (προταθείσα πρωτοδίκως και κατ'έφεσιν επαναφερθείσα) ένσταση, με την (αποφατική) παραδοχή της μη εν προκειμένω συνδρομής εφαρμογής των προϋποθέσεων της εν λόγω διατάξεως (τρίτος - τελευταίος λόγος αναιρέσεως).

Το δε περιεχομένον αυτού (τρίτου λόγου) είναι επακριβώς το εξής: "Από την επισκόπηση της όλης δικογραφίας προκύπτει ότι προέβαλα νομίμως και εμπροθέσμως τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των από πλευράς των αναιρεσιβλήτων αφού από του έτους 1954 και μέχρι σήμερα όλοι οι δικαιοπάροχοι μου, προκάτοχοι αλλά εν συνεχεία και εγώ νεμόμασταν και κατείχαμε διανοία κυρίου συνεχώς, αναμφισβητήτως και αδιαταράκτως το επίδικο οικόπεδον εν γνώσει και υπό τα όμματα τόσον των δικαιοπαρόχων των όσον και των ιδίων καλλιεργώντας τούτο άλλοτε οι ίδιοι, άλλοτε δι' αντιπροσώπων και άλλοτε μισθώνοντάς το εις τρίτους.

Πλην ουδέποτε αμφισβητηθήκαμε ούτε ηγέρθη εναντίον μας διεκδικητική αγωγή του επιδίκου ακινήτου, ούτε αναγνωριστική αγωγή της νομής του με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εις εμένα εδραία η πεποίθησις ότι είμαι κυρία του επιδίκου οικοπέδου, νομέας και κάτοχος αυτού διανοία κυρίου, όμως όλως αιφνιδίως το 2002 οι αντίδικοι - αναιρεσίβλητοι αμφισβήτησαν το πρώτο την κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού και ζήτησαν την ανατροπή της δημιουργηθείσης επί μισό αιώνα και πλέον καταστάσεως η οποία δημιουργήθηκε από τη δική τους συμπεριφορά της αδράνειάς των δηλαδή έτσι ώστε η εκ των υστέρων άσκησις του δικαιώματος των να παρίσταται ως καταχρηστική, άδικη και παράλογη αφού δια της συμπεριφοράς των αυτής επιδιώκουν να ανατρέψουν μια κατάσταση που δημιουργήθηκε ύστερα από δική τους αδιαφορία και αμέλεια να προστατέψουν το δικαίωμά τους με αποτέλεσμα μετά από τέτοια συμπεριφορά άσκησης του δικαιώματος των να παρίσταται ως καταχρηστική κατ' άρθρον 281 του Α.Κ.

Τα αντιθέτως δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφασις έσφαλλεν και ουχί ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τας διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ. και απέρριψε την άνω ένστασή μου καθόσον δέχθηκε ουχί ορθώς βεβαίως ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως περιπεσούσης στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ".

Με τον λόγο αυτόν (τρίτο - τελευταίο) αναιρέσεως υπό το προμνησθέν περιεχόμενο εκτιμάται ότι, υπό την επίφασιν της υπ'αρ.1 πλημμέλειας πλήττονται οι (αντίστοιχες) αιτιολογίες του πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία όμως κατά τούτο είναι απυρόβλητη. Συγκεκριμένα αντίστοιχη της υπ'αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια δεν συγκαταλέγεται στη πρόβλεψη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, (εδώ προ της τροποποιήσεώς του εφαρμοζομένου).

Γι'αυτό και ο συναφούς τώρα περιεχομένου λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, (σημειουμένου πάντως, ότι το απαράδεκτο θα εμφιλοχωρούσε εν πάση περιπτώσει, δηλαδή, ακόμη και αν το άνω άρθρο ή το εφαρμόσιμο, ως ισχύει, μετά την τροποποίησή του, στο κείμενο του οποίου έχει συμπεριληφθεί η υπ'αρ.6 πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, καθόσον υπό τα προειπωθέντα και υπό την επίφασιν κατά τα ως άνω της υπ'αρ.1 πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας).

ΙΙΙ. Οι κατ'επιτρεπτή επισκόπηση παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες, δυνάμει του με αριθμό .../4-4-2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κ. Α. Σ.- Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας, στον τόμο 760 και αριθμό ..., κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου, εμβαδού 1666,36 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ….

Χαλκιδικής και συνορεύει, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο και το τοπογραφικό που είναι συνημμένο σ' αυτό, βόρεια με οικόπεδο κληρ. Β. Δ. και οικόπεδο Χ., νότια με οικόπεδο κληρ. Τ. Δ., δυτικά με οικόπεδο Μ. Α. και ανατολικά με το οικόπεδο του Δ. Κ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στους ενάγοντες, κατά προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε έκαστο με αγορά, όπως προελέχθη, από τους συγκυρίους αυτού, Α.

Γ., Γ. Γ. και Δ. Γ.. Στους δε δικαιοπαρόχους των εναγόντων, το ακίνητο αυτό περιήλθε ως εξής: Το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου περιήλθε στον Α. Γ. Γ. κατά κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του υπ' αριθμ..../7-5-1981 συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου, μεταγραφέντος στον τόμο 139 και με αριθμό … των οικείων βιβλίων μεταγραφών.

Το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον Δ. Γ. Γ. με το με αριθμό .../17-3-1980 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, μεταγραφέντος στον τόμο 143 και με αριθμό …, και στη Δ. Γ. περιήλθε η ψιλή κυριότητα του μεριδίου του Δ. Γ. (πατέρα της) ως γονική παροχή, δυνάμει του με αριθμό .../ 14-2-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ.

Α., μεταγραφέντος νομίμως στον τόμο 705 και με αριθμό …. Ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο όλων Γ. Ι. Γ. δυνάμει του με αριθμό .../24-2-1959 συμβολαίου του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας Δ. Τ., μεταγραφέντος νομίμως στον τόμο 8 και με αριθμό ….. Το προς την ανατολή ακίνητο με το οποίο συνορεύει εν επαφή το ακίνητο των εναγόντων της Α' αγωγής, μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη από τον πατέρα της Δ.

Κ., με το με αριθμό .../6-10-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης του έχει έκταση 2.420 τ.μ. και συνορεύει ολόγυρα σε πλευρά μήκους 51,76 γραμμικών μέτρων με την ιδιοκτησία Ά. Α., σε πλευρά μήκους 41,31 γραμμικών μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ.

Τ., σε πλευρά μήκους 59,69 γραμμικών μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Γ. και σε πλευρά μήκους 43,38 γραμμικών μέτρων με ιδιοκτησία Α. Ο.. Η επίδικη εδαφολωρίδα σύμφωνα με την περιγραφή της στην υπό κρίση Α' αγωγή, εκτείνεται στην ανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων, έχει εμβαδόν 316,68 τ.μ. και συνορεύει ολόγυρα δυτικά σε πλευρά μήκους 50.90 γραμμικών μέτρων με το ακίνητο των εναγόντων και σε ισομήκη πλευρά ανατολικά με το ακίνητο της εναγομένης, πλάτους της επίδικης λωρίδας 5.20 γρ.μ.

τόσο προς βορά με οικόπεδο Χ., όσο και πρός νότο με οικόπεδο Τ.. Μάλιστα, το πλάτος 5.20 μέτρων προς βορρά, ξεκινά από το σημείο που σταματά η υπάρχουσα περίφραξη στο ακίνητο Β. προς το ακίνητο της εναγομένης. Από την βόρεια πλευρά του το ακίνητο των εναγόντων, συνορεύει τόσο με την ιδιοκτησία Β., όσο και, κατά ένα μέρος, με την ιδιοκτησία πρώην Ο.

και νυν Χ.. Αυτό προκύπτει πρωτίστως από την περιγραφή του ακινήτου στο αρχικό με αριθμό .../1959 συμβόλαιο αγοράς αυτού εκ μέρους του απώτερου δικαιοπαρόχου των αιτούντων Γ. Γ., από τον Α. Μ., όπου σαφώς αναφέρεται ως όριό του και η ιδιοκτησία Ο.. Η ίδια περιγραφή επαναλαμβάνεται και στο με αριθμό .../1980 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή δυνάμει του οποίου ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου δωρίθηκε στον ένα εκ των άμεσων δικαιοπαρόχων των αιτούντων Δ.

Γ.. Περαιτέρω, στο με αριθμό .../1981 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή με το οποίο το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου δωρίθηκε στον άλλο δικαιοπάροχο των αιτούντων Α. Γ., παρόλο που δεν αναφέρεται η ιδιοκτησία Ο. ως εν μέρει συνορεύουσα με την βόρεια πλευρά του ακινήτου των εναγόντων, εντούτοις αναγράφεται το μήκος της πλευράς αυτής ως 26.50 γρ.μ.

το ίδιο δηλαδή που αναγράφεται και στον ως άνω κτήσεως των εναγόντων (20,50 γρ.μ. σε τμήμα Α-Β και 6,00 γρ.μ. σε τμήμα Α-Ε). Εξάλλου, το εμβαδόν του ακινήτου με τις πλευρικές διαστάσεις που αναγράφονται στον τίτλο κτήσης των εναγόντων και αυτές που αναφέρονται στο συνημμένο στο με αριθμό .../1981 συμβόλαιο, είναι 1666,35 τ.μ.

και μάλιστα μικρότερο από το εμβαδόν που φέρεται να αγόρασε ο Γ. Γ. από τον Α. Μ., όπου αναγράφεται ως εμβαδόν του ακινήτου τα 1800 τ.μ. Περαιτέρω, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, πρώτα ο αρχικός Γ. Ι. Γ. από το έτος 1959 μέχρι το έτος 1980 το καλλιεργούσε με γρασίδι για βοσκή των ζώων και μετά από το έτος 1980 και 1981 που μεταβιβάστηκε αντίστοιχα στους Δ.

και Α. Γ. Γ., όπως προαναφέρεται, αυτοί συνέχισαν την καλλιέργεια μέσω τρίτων καλλιεργητών στους οποίους το εκμίσθωναν γι' αυτό το σκοπό. Ειδικότερα, το εκμίσθωσαν στους καλλιεργητές, Λ., Κ. Χ. και Σ. Μ. μέχρι το έτος 1990 και μετά σε έναν άλλο Μ., ο οποίος, όπως καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης ήταν ο μόνος που χρησιμοποιούσε την επίδικη εδαφολωριδα ως δρόμο και ειδικότερα για την διέλευση του γεωργικού ελκυστήρα που χρησιμοποιούσε για την καλλιέργεια των αγρών που μίσθωνε στην περιοχή, όπως προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του (βλ.

υπ' αριθμ.89/2003 πρακτικά ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Κασσανδρείας), ένεκα του οποίου οι ενάγοντες δεν απωλέσαν τη νομή του επιδίκου. Ακόμη υπήρχαν στο επίδικο και πέντε ελαιόδενδρα (όπως αναφέρεται και στο με αριθμό .../1980 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή), που κατά το έτος 1990 ξεράθηκαν, εκ των οποίων ελαιοδένδρων το ένα απείχε 3 γρ.

μ. από την οριογραμμή η οποία βρισκόταν μεταξύ των όμορων ακίνητων των διαδίκων, ξεκινώντας από βορρά όχι στη συμβολή των συνόρων Ο. ή Χ. και Β., αλλά εξερχόμενη στα 6 μέτρα (του Ο. ή Χ. και κατερχόμενη αντίστοιχα προς νότο στην ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Τ.. (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρος απόδειξης). Περαιτέρω από τη σελίδα 24 του προσκομιζόμενου σε φωτοαντίγραφο Κτηματολογικού πίνακα του Δήμου Κασσανδρείας, έτους 1950, προκύπτει ότι το ακίνητο των Γ.

και Κ. είναι το ίδιο με αριθμό ..., συνολικού εμβαδού 3.543.24 τ.μ. και ανήκει εξ αδιαιρέτου και εξ ημίσεως σε έκαστο των Γ. Γ., Δ. Κ., ήτοι από 1.771,62 σε έκαστο (3.543,24: 2), ενώ το ακίνητο της εναγομένης, εμφανίζεται ως έχον έκταση 2.420 τ. μ. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ.Π., θεωρημένου από τον προϊστάμενο της ΤΥΔΚ Χαλκιδικής Α.

Ι., πολιτικό μηχανικό, φέρον αντίστοιχη υπηρεσιακή σφραγίδα εμφαίνεται ολόκληρο το ακίνητο, με αριθμό … (τον αρχικό), με υψομετρικές καμπύλες όπως και άλλα. Μάλιστα τα δύο μερίδια χωρίζονται με ευθεία γραμμή αρχομένη από το νότιο οικόπεδο Τ. και καταλήγουσα στο οικόπεδο Ο. χωρίς να καταλήγει στη συμβολή, στην κοινή γωνία, των οικοπέδων Β.

ή Ο.. Κατά τα ανωτέρω, αποδειχθέντα τόσο με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, όσο και με τα προαναφερόμενα έγγραφα, κρίνονται απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης και τα κατατιθέμενα από τον μάρτυρα ανταπόδειξης ότι η κοινή οριογραμμή των ακινήτων των διαδίκων ήταν πάντα σε ευθεία με το όριο Β.

και Ο. ή Χ., και αποδεικνύεται ότι το ακίνητο των εναγόντων συνόρευε εδώ και πενήντα χρόνια με το οικόπεδο Ο. σε μήκος πλευράς έξι (6) μέτρων. Επομένως, αποδεικνύεται ότι η επίδικη λωρίδα ήταν ανέκαθεν ιδιοκτησία Γ. από το έτος 1959, οι οποίοι νομίμως την μεταβίβασαν στους ενάγοντες, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανένα η κυριότητα τους και η νομή τους έως το μήνα Μάιο του έτους 2002, που η εναγόμενη κατέλαβε τη νομή της επίδικης λωρίδας, παρά τη θέληση των εναγόντων.

Οι εναγόντες δε, κατέθεσαν την από 12.03.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά της αντιδίκου τους, με αριθμό καταθ. …/10.03.2003 επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 89/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Κασσανδρείας, η οποία τους επιδίκασε τη νομή του επιδίκου, την οποία νομή και εξακολουθούν να έχουν έως και τη συζήτηση της παρούσας.

Περαιτέρω τα κατατιθέμενα από τον μάρτυρα ανταπόδειξης της Α' αγωγής ότι την επίδικη εδαφολωρίδα χρόνια την καλλιεργούσε ως μισθωτής του ακινήτου της εναγομένης από το 1975-1995, και μετά απ' αυτόν την καλλιεργούσε ο Μ., δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της εναγομένης σχετικά με το ότι νομή επί της επίδικης εδαφολωρίδας ασκούσε αυτή συνεχώς με τους δικαιοπαρόχους της από το έτος 1954, μέχρι τη συζήτηση της παρούσας, καθ' όσον την 11.06.2003 απεβλήθη από την επίδικη έκταση με την με αριθμό …/11.06.2003 έκθεση βιαίας αποβολής από την επίδικη λωρίδα στην οποία εγκαταστάθηκαν οι ενάγοντες δυνάμει της προαναφερομένης με αριθμό 89/2003 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων αυτού του Δικαστηρίου την οποία νομή και εξακολουθούν να έχουν (οι ενάγοντες) έως και τη συζήτηση της παρούσας.

Ακολούθως οι ενάγοντες άσκησαν σε βάρος της εναγομένης την με αριθμό κατάθεσης …/2003 τακτική αγωγή νομής, επί της οποίας (αγωγής) εκδόθηκε η με αριθμό 169/2006, ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσανδρείας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους λόγω συμπλήρωσης της ενιαύσιας παραγραφής του άρθρου 992 ΑΚ.

Όμως, όπως εκτέθηκε αναλυτικά στην αρχή της παρούσας, η απόφαση αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο στις υπό κρίση αγωγές (αναγνωριστική κυριότητας και νομής). Επομένως η εναγόμενη της Α' Αγωγής, από τότε (11.06.2003) απώλεσε τη νομή της επίδικης λωρίδας και μάλιστα έως τη συζήτηση της παρούσας, την οποία νομή ασκούν κατ' αυτό το χρονικό διάστημα οι ενάγοντες".

IV. Επισκοπηθεισών των ανωτέρω παραδοχών, καταδεικνύεται η αβασιμότης του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τούτου δοθέντος, καθόσον το (δευτεροβαθμίως δικάσαν) Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και κατά τα ανελέγκτως υπ'αυτού δεκτά γενόμενα όπως δε περαιτέρω επισκοπείται, απέρριψε λόγω ουσιαστικής αβασιμότητος τον (κατ'αρθρ. 249 ΑΚ) ισχυρισμό της νυν αναιρεσείουσας (τότε εναγομένης) περί της εικοσαετούς παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων τότε) με την (παρά πόδας των προδιαληφθεισών παραδοχών) ειδικότερη αιτιολογία (επιτρεπτώς επισκοπούμενη και εμπεριεχόμενη στην 13η σελίδα του πορίσματος), ότι αυτοί (ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι) "σε αντίθεση με την εναγόμενη ασκούν συνεχώς με τους δικαιοπαρόχους τους από το έτος 1959 μέχρι τη συζήτηση της παρούσας συνεχείς πράξεις νομής, εκτός από το χρονικό διάστημα από τον Μάϊο του 2002 οπότε αποβλήθηκαν από την εναγόμενη έως την 11-5-2003, οπότε επανεγκαταστάθηκαν".

Η εν λόγω εμπεριεχομένη, κατά τα ως άνω, στο πόρισμα παραδοχή, συνιστά προσήκουσα την (κατά τα όσα έγιναν δεκτά) αντιμετώπιση του αντιστοίχου ζητήματος, παρά τα όσα αδοκίμως υπό της αναιρεσείουσας υποστηριζόμενα, κατά τα οποία η απόφανση του δικαστηρίου εστιάζεται στην μη επί αναγνωριστικών αγωγών εφαρμογή του άρθρου αυτού (249 ΑΚ).

Προσέτι, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Αναλυτικότερα: Στο περί νομής κεφάλαιο του ΑΚ και έτι αναλυτικότερα στο άρθρο 991 αναφέρεται, ότι: "Ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ'αυτόν και τον ενάγοντα".

Το δικαστήριο δε της ουσίας διέλαβε την επί του θέματος αυτού ακόλουθη (και επιτρεπτώς επισκοπούμενη) παραδοχή: "....Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, που ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο της επικαλούμενης από τους ενάγοντες κυριότητας, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, αφού η εναγομένη ενάγεται σε αγωγή αναγνωριστική κυριότητας και όχι σε αγωγή νομής.

Συνεπώς, θα πρέπει....να εκτιμηθεί ο εν λόγω ισχυρισμός ως άρνηση της αγωγής...". Μετά ταύτα, τα οποία έγιναν δεκτά, κατά τα ως άνω, καταφάσκεται η αβασιμότης και αυτού του (2ου) λόγου αναιρέσεως, δοθέντος ότι, η εναγομένη προέβαλε ισχυρισμό απ'το περι νομής κεφάλαιο, ενώ εναγόταν με αναγνωριστική κυριότητος αγωγή, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την (κατατεθείσα την 30-12-2015) αίτηση της Ε. Κ. περί αναιρέσεως της 20/2015 αποφάσεως του (δικάσαντος ως εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ