Legislator Case Law & Legislation
170/2017 AI generated

170/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 170/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

170/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 30-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και το δικογράφου πρόσθετων λόγων.

Keywords

AI generated
landlord right of retention hospital stay co-payment reduction of spousal maintenance enforcement of maintenance agreement on devolved inheritance shares cure expense allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 170 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 170/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Γ. χας Χ. Δ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2) Ι. θυγ. Χ. Δ., συζ. Ν. Δ., κατοίκου ..., 3)Μ. θυγ. Χ. Δ., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσείουσα απεβίωσε την 21-10-2014 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ πρωτ. .../2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου .... Κληρονομήθηκε από τις 2η και 3η των αναιρεσειουσών, οι οποίες παραστάθηκαν ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήδη αποβιωσάσης, μετά η 2η και δια η 3η του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Κωστόπουλου, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης και τη συνέχιση αυτής από τους κληρονόμους .

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ε. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Τσούτσουρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2000 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου 32/2014 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 8-7-2014 αίτησή τους και τους από 1-10-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Με την από 22-9-2015 κλήση επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση μετά από ματαίωση οι 2η και 3η των αναιρεσειουσών ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήδη αποβιωσάσης πρώτης αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 30-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και το δικογράφου πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-9-2015 κλήση των αναιρεσειουσών νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, μετά τη ματαίωση της συζήτησής τους κατά τη δικάσιμο της 16-9-2015. Με την ίδια κλήση νόμιμα γνωστοποιείται και ο, κατά την 20-10-2014 μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, θάνατος της τρίτης αναιρεσείουσας, μητέρας τους, της οποίας είναι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αποδέχθηκαν την κληρονομία της με την .../2014 πράξη της συμβολαιογράφου Μεθώνης Ελένης Χριστοπούλου-Δικαίου και δηλώνεται ότι συνεχίζουν τη δίκη και για λογαριασμό της. Την ίδια δήλωση επανέλαβαν και στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και του δικογράφου πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 32/2014 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας [ΚΠολΔικ 286, 287, 291 και 292] από τις λοιπές αναιρεσείουσες ως κληρονόμους της τρίτης [αναιρεσείουσας].

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προσβάλλεται η 32/2014 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών και διέταξε την αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, με τον τρόπο που αναφέρεται. Η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1, 569).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 1, 3 και 480 Α παρ. 1,3 ΚΠολΔικ, σε διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειώνεται η αξία του. Αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία και στο μέρος που περιέρχεται σε αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά τον λόγο των μερίδων τους.

Κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή σε μέρη ορόφων κατά τους όρους του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους" ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές κατά τους όρους του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί του ενιαίου οικοπέδου", με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.

Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό όχι μόνο υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή, αλλά και αν αυτή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων . Περαιτέρω, στο άρθρο 481 περ. 2 ΚΠολΔικ ορίζεται ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480 Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών , στο δε άρθρο 486 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 του ν. 1562/1985, ορίζεται ότι αν τα μέρη που σχηματίσθηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α’ είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ... [ παρ. 1], και ότι αν τα μέρη που σχηματίσθηκαν κατά τα άρθρο 480 ή 480Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά τον λόγο των μερίδων τους" [παρ. 2].

Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σε αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, δηλαδή χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά τον λόγο των μερίδων τους. Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Οι διάδικοι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι ενός ακινήτου , κειμένου στο υπ’ αριθμ, … οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ..., με το εντός αυτού νομίμως υφιστάμενο προ του έτους 1923 και κηρυχθέν διατηρητέο κτίσμα, επί οικοπέδου συνολικού εμβαδού 145 ,03 τ.μ., το οποίο [κτίσμα] περιλαμβάνει ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 51,11 τετραγωνικών μέτρων, μια ισόγεια αποθήκη εμβαδού 20,45 τετραγωνικών μέτρων μια οικία καταλαμβάνουσα τον πρώτο όροφο της οικοδομής, εμβαδού 107,99 τετραγωνικών μέτρων, και μία αυλή, επιφανείας 37,06 τετραγωνικών μέτρων.

Το όλο ακίνητο, που είναι επικλινές και έχει πρόσοψη, από μεν το κατάστημα και την αποθήκη του ισογείου προς την πλατεία ... [κεντρική πλατεία της ...] και την κύκλω της πλατείας διερχομένη ανώνυμη δημοτική οδό, από δε την ανώγεια οικία στον κλιμακωτό πεζόδρομο της δημοτικής οδού ... [μέσω πραγματικής δουλείας διόδου διερχομένης από γειτονική ιδιοκτησία], συνορεύει ως ακολούθως...

Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα των διαδίκων, ως ακολούθως, όπως δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν: α] Στις ενάγουσες, σε ποσοστό 2/16 στη Γ. Δ. και ανά 3/16 στην Ι. και στη Μ. Δ., από εξ αδιαθέτου κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους αντιστοίχως Χ. Δ., αληθινού κυρίου, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ’ αρθμ,.../1995 δήλωση ενώπιον του συμβ/φου ...

Ανδρέα Φουρτούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και β] στον εναγόμενο Π. Τ., σε ποσοστό 8/16, με αγορά από τον Ν. Σ., αληθινό κύριο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαίου του συμβ/φου ... Αγγέλου Σκουφάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω οι διάδικοι αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία εξώδικης διανομής και ερίζουν περί του τρόπου δικαστικής διανομής του επικοίνου.

Ειδικότερα αιτούνται την αυτούσια διανομή με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, της οποίας συνομολογούν το εφικτό και συμφέρον, πλην όμως αντιδικούν περαιτέρω ως προς τον τρόπο σχηματισμού των μερίδων και την επιδίκαση των χωριστών ιδιοκτησιών που θα δημιουργηθούν. Συγκεκριμένα α] Αρχικώς οι ενάγουσες με την αγωγή τους πρότειναν ως τρόπο διανομής τη σύσταση τριών [3] οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι μιας στο ισόγειο κατάστημα, μιας στην ισόγειο αποθήκη και μιας στην ανώγεια οικία και την εν συνεχεία επιδίκαση στις ίδιες, ως κοινής μερίδας, των δύο [2] εκ των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών [της ανώγειας οικίας και της ισόγειας αποθήκης], της δε άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας [ισογείου καταστήματος] στον εναγόμενο.

Επικουρικώς ζήτησαν τη διανομή των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών με κλήρωση [και να λάβουν αυτές κοινή μερίδα], άλλως κατά τον τρόπο που θα καθοριστεί από το δικαστήριο[ και να λάβουν αυτές κοινή μερίδα] και όλως επικουρικώς την πώληση με πλειστηριασμό. β] Με τις έγγραφες προτάσεις του, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής , επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 125/2001 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο εναγόμενος συνομολόγησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, τη δια συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών διανομή, αλλά ζήτησε να συσταθούν δύο [2] μόνο τέτοιες ιδιοκτησίες, η μία του ισογείου, περιλαμβάνουσα το κατάστημα και την αποθήκη, και να επιδικαστεί στον ίδιο, και η άλλη του πρώτου ορόφου, περιλαμβάνουσα την οικία και την αυλή, και να επιδικαστεί στις ενάγουσες και γ) σε μεταγενέστερο στάδιο, ενόσω ήταν ακόμη εκκρεμής η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, που διετάχθη με την υπ’ αριθμ. 125/01 απόφαση κατά τα ως άνω, οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άλλη όμοια αγωγή [αριθ.

Εκθ. Κατ. ...2005], με την οποία ζήτησαν την εγκάρσια διαίρεση ολόκληρης της οικοδομής ... Με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, οι ενάγουσες πρότειναν ξανά ως τρόπο διανομής τον εγκάρσιο διαχωρισμό του οικοδομήματος , άλλως την πώλησή του με πλειστηριασμό...

Περαιτέρω, η συνολική αγοραία αξία του επικοίνου ανέρχεται σε 182.000 ευρώ και ειδικότερα σε 4.000 ευρώ η αξίας της αυλής και σε 178.000 ευρώ η αξία του κτίσματος. Συγκεκριμένα το ισόγειο κατάστημα, στο οποίο στεγάζεται το φαρμακείο του εναγομένου από το 1980, έχει αξία 80.000 ευρώ και ο πρώτος όροφος, ο οποίος εχρησιμοποιείτο αρχικώς από τον Χ.

Δ. ως κατοικία και κατόπιν χρησιμοποιείται για τον ίδιο σκοπό από τις ενάγουσες, έχει αξία 75.000 ευρώ. Τέλος η αποθήκη, η οποία βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής και έχει ανεξάρτητη είσοδο στην πλατεία ..., θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα, όπως χρησιμοποιήθηκε ως το 1990 από τον μισθωτή της Η. Ν.

ως χαρτοπωλείο και πρακτορείο εφημερίδων. Επειδή όμως αυτή παρέμεινε για πολλά χρόνια κλειστή και δεν χρησιμοποιήθηκε απαιτείται εκτέλεση εργασιών για τη δομική αποκατάσταση της ..., το συνολικό κόστος των οποίων θα ανέλθει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, στο ποσό των 5.000 ευρώ περίπου.

Ενόψει των παραπάνω η αξία της ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 23.000 ευρώ. Περαιτέρω, το ότι η αξία της ανώγειας οικίας υπολείπεται αυτής του ισογείου καταστήματος και της αποθήκης, παρότι η οικία έχει μεγαλύτερο εμβαδόν από εκείνο του καταστήματος και της αποθήκης, οφείλεται στο συγκριτικό πλεονέκτημα του ισογείου χώρου, ο οποίος έχει άμεση πρόσβαση σε δρόμο κίνησης τροχοφόρων, ενώ αντιθέτως η ανώγεια οικία έχει πρόσβαση στην οδό ..., που είναι πεζόδρομος, και μάλιστα όχι άμεση, αλλά δυνάμει δουλείας διόδου μέσω γειτονικής ιδιοκτησίας.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου με τη διαίρεση του σε άνισα μέρη, ώστε στον εναγόμενο και τις ενάγουσες, που ζήτησαν κοινή μερίδα, να περιέλθει με απονέμηση, αντίστοιχο με τη μερίδα τους μέρος. Ειδικότερα πρέπει διαταχθεί η διανομή με σύσταση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών και επιδίκαση αυτών στις ενάγουσες [σε κοινή μερίδα, όπως ζήτησαν σε κάθε περίπτωση με την αγωγή τους κατά τα άνω] και στον εναγόμενο ως ακολούθως:

Στις ενάγουσες θα επιδικασθεί η οικία του πρώτου ορόφου [Υπό την ένδειξη Α’ ΟΡΟΦΟΣ] και στον εναγόμενο θα επιδικασθούν το ισόγειο κατάστημα [Υπό την ένδειξη ΙΣΟΓΕΙΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ] και η ισόγεια αποθήκη [Υπό την ένδειξη ΙΣΟΓΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΗ], θα υποχρεωθεί δε ο τελευταίος να καταβάλει στις ενάγουσες για την πλήρη εξίσωση των μερίδων τους το ποσό των 14.000 [80.000+ 23.000+ 75.000=178.000: 2=89.000-75.000] ευρώ, που αποτελεί το συμπλήρωμα του αυτούσιου μέρους του κοινού [Α’ όροφος], που λαμβάνουν με απονέμηση.

Η διανομή με τον τρόπο αυτό δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των συγκυρίων- διαδίκων. Σημειώνεται ότι η αυλή αποτελεί, σύμφωνα με το νόμο, κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα [αρθρ. 1117 ΑΚ και 2& 1 ν. 3741/1929, όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 Εις.Ν.ΑΚ] και συνεπώς δεν επιδικάζεται σε κάποιο από τα διάδικα μέρη. Το Δικαστήριο δεν προκρίνει τον τρόπο διανομής στον οποίο κατέληξε η πραγματογνώμων, δηλαδή την επιδίκαση του ισογείου καταστήματος στον εναγόμενο και της ανώγειας οικίας και της αποθήκης στις ενάγουσες με κοινή μερίδα, διότι αντιβαίνει στο συμφέρον του εναγομένου.

Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή οι ενάγουσες θα ελάμβαναν δύο διακριτούς χώρους με χωριστή πρόσβαση σε δύο κοινόχρηστες οδούς, υπερδιπλάσιου συνολικού εμβαδού [128,44 τ.μ] από εκείνον του εναγομένου [51,11 τ.μ.] ,εκ των οποίων και ο πρώτος όροφος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για επαγγελματική στέγη, όπως ήδη συμβαίνει σε πολλά από τα ευρισκόμενα γύρω από την πλατεία ...

διώροφα κτίρια ... Περαιτέρω, κατανομή ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου συντρέχει λόγος να γίνει μόνο ως προς τον εναγόμενο, ο οποίος λαμβάνει δύο από τις τρείς συνιστώμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες [αρθρ. 480Α’ παρ.1 εδ. Δ’ ΚΠολΔ]. Έτσι οι δύο επιδικαζόμενες στον εναγόμενο οριζόντιες ιδιοκτησίες θα έχουν επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων ποσοστό συγκυριότητας, ανάλογο με την αξία που έχει η καθεμία οριζόντια ιδιοκτησία ανεξαρτήτως εμβαδού, δηλαδή το ισόγειο κατάστημα 388/1000 [500/1000 Χ 103.000 ευρώ].

Εξάλλου ,η επιδικαζόμενη στις ενάγουσες οριζόντια ιδιοκτησία θα έχει επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων ποσοστό συγκυριότητας 500/1000 ,ήτοι 125/1000 για την πρώτη ενάγουσα [500/1000 Χ 1/4 ] και 187,50/1000 για καθεμία από τις λοιπές [500/1000 Χ 1/4] και 187,50/1000 για καθεμία από τις λοιπές [500/1000Χ3/8]». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη περί διανομής αγωγή των αναιρεσειουσών, διέταξε την αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου με τη σύσταση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, επιδίκασε στις αναιρεσείουσες - ενάγουσες, σε κοινή μερίδα, την οριζόντια ιδιοκτησία υπό την ένδειξη "Α’ ΟΡΟΦΟΣ", εμβαδού 107,99 τ.μ και ποσοστό συγκυριότητας 500/1000 επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, στον δε αναιρεσίβλητο-εναγόμενο τις οριζόμενες ιδιοκτησίες υπό τις ενδείξεις 1] "ΙΣΟΓΕΙΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ" εμβαδού 51,11 τ.μ.

και ποσοστό συγκυριότητας 388/1000 επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων- κοινοχρήστων χώρων, και 2] "ΙΣΟΓΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΗ" εμβαδού 20,45 τ.μ. και ποσοστού συγκυριότητας 112/1000 επί του οικοπέδου και των ανωτέρω χώρων και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στις αναιρεσείουσες για την εξίσωση των άνισης αξίας μερίδων συνολικό ποσό των 14.000 ευρώ, κατανεμημένο σε αυτές ανάλογα με το ιδανικό μερίδιο της καθεμιάς επί του επιδίκου.

Με αυτές τις παραδοχές του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 1 και 3, 480 Α παρ. 1 και 3, 481 περ.2, 486 παρ. 1-2 ΚΠολΔικ και 799, 800 του ΑΚ, καθώς εκείνες των άρθρων 1117 ΑΚ, 5 παρ.2 ν.3741/1929 που επιπλέον επικαλούνται οι αναιρεσείουσες και αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη, αφού, ειδικότερα, το Δικαστήριο, κατά την μη προσβαλλόμενη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του επίδικου με τη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, προσδιόρισε τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες και τις επιδίκασε, λόγω των άνισων μερίδων των μερών, ως ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις και το συμφέρον των διαδίκων-κοινωνών, σε κοινή δε μερίδα των αναιρεσειουσών, επιδίκασε υπέρ των εναγουσών το ποσό των 14.000 ευρώ, προς εξίσωση των άνισων μερίδων, ώστε το κάθε διάδικο μέρος, συγκύριο κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, να λάβει ίσης αξίας μερίδιο επί του επιδίκου ανερχομένης [της αξίας] στο ποσό των 89.000 ευρώ για το κάθε διάδικο μέρος, ενώ, τέλος, καθόρισε το ποσοστό της συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής ανάλογα με την αξία της κάθε ιδιοκτησίας, μετά την κατά τα ανωτέρω εξίσωση των μεριδίων, εν σχέσει με την αξία της όλης οικοδομής.

Ακόμη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο και εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ορθώς τα υπήγαγε στις προειρημένες διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή [και] αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν με τους τρείς, από τους αριθμούς 1 και 19 [όχι και 8 και 9 ο τρίτος] του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, λόγους της αίτησής τους, καθώς και με τους τρείς πρόσθετους, από τις ίδιες διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν.

Οι, περαιτέρω, διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ. 1).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 32/2014 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ