170/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4715/2011 του Εφετείου Αθηνών, την αναψηλάφηση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22/3/2012 αίτησή του. Επί της αιτήσεως αναψηλαφήσεως εκδόθηκε η 4260/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated170/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Full text
Απόφαση 170 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 170/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "AIG EUROPE LIMITED" (πρώην "CHARTIS EUROPE LIMITED") που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα (με νόμιμο αντιπρόσωπο στην Ελλάδα την Εταιρεία με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα), ως καθολικής διαδόχου του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NATIONAL UNION FIRE INSURANCE COMPANY OF PITTSBURGH PA" κατόπιν μεταβίβασης σε αυτή του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων του εν λόγω υποκαταστήματος, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Πετρουλέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4715/2011 του Εφετείου Αθηνών, την αναψηλάφηση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22/3/2012 αίτησή του. Επί της αιτήσεως αναψηλαφήσεως εκδόθηκε η 4260/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 22/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4260/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα.
Με τη διάταξη δηλαδή αυτή ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης εξαρτάται από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση. 'Ετσι αν η απόφαση αυτή είναι απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση επί της αναψηλάφησης προσβάλλεται με έφεση, ενώ αν πρόκειται για απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 635/2012).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτώνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον ώστε να καθίστανται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.
Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, κατά το αριθμό 1του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου, το Δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα δικαίου ουσιαστικού κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1180/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του Ν. 2496/1997 ορίζεται στις παραγράφους του άρθρου 1 εδ. α', 6 εδ. α'και β'και 7 εδ. β'και γ'ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που στηρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις § § 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (§ 7 εδ.
β'και γ'). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 § 24 περ. α'του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου σημειωτέον, εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο, ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επίδρασής τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, αυτός υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστική κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τ'ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος και βέβαια η εκ μέρους τούτου καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτήν, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης Η διάταξη δε του άρθρου 3 § 7 εδ.
β'του Ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της § 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρ. 3 § 6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσής τους, εκεί όπου η § 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.
Περαιτέρω, το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παράβασης ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κλπ) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων, και γι'αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1450/2006 ΑΠ 1119/2003).
Τέλος, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρίφθηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστική το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1093/2010, ΑΠ 1101/2010).
ΙΙ) Στην προκείμενη περίπτωση με την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ. 561 § 1 ΚΠοΔ) το Δικαστήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κάτωθι: Ότι ο αιτών, ήδη, προκειμένου να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν προέβη σε ψευδή δήλωση κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης και ότι δεν είχε πρόθεση κατεδάφισης της μονοκατοικίας και ανέγερσης οικοδομής, η δε σπουδή του για έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής μέσα στο έτος 2005 έγινε μόνο για φορολογικούς λόγους, προσκομίζει και επικαλείται τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση (αναψηλάφησης) νέα κατά τους ισχυρισμούς του κρίσιμα έγγραφα την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε.
Συγκεκριμένα ο ενάγων προσκομίζει: α) την από 12-11-2005 απόδειξη είσπραξης ποσού 2.000,00 ευρώ έναντι δαπάνης έκδοσης αδείας την οποία είχε εκδώσει ο πολιτικός μηχανικός Κ. Μ. Σ. Χ., στο γραφείο του οποίου είχε δώσει εντολή για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών κατεδάφισης και ανοικοδόμησης στο ασφαλισμένο ακίνητο του, στην οδό Ηροδότου 103 στον Πειραιά, β) την με αριθμό 03241/21-11-2005 απόδειξη είσπραξης αμοιβών μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για το ποσό των 1.999,20 ευρώ, το οποίο κατέθεσε στην άνω Τράπεζα ο μηχανικός Α.
Α. ενόψει της έκδοσης των άνω αδειών, γ) την με αριθμό 104753/27-12-2005 απόδειξη είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ίδιας Τράπεζας, ποσού 1.084,27 ευρώ για την επίβλεψη του έργου το οποίο κατέθεσε στην Τράπεζα ο πολιτικός μηχανικός Μ. Χ., δ) τις με αριθμούς 427488/27-12-2005 και 428589/27-12-2005 αποδείξεις είσπραξης της ίδιας Τράπεζας ποσού 0,61 και 28,00 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες κατατέθηκαν με αιτιολογία την έκδοση οικοδομικής άδειας τις αναλογούσες εισφορές και τα αναλογούντα δικαιώματα υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων 'Εργων (ΤΣΕΜΕΔΕ).
Για την ύπαρξη των παραπάνω εγγράφων, ο αιτών ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση πριν από λίγες ημέρες και έτσι από ανώτερη βία, υπό την έννοια της ανυπαίτιας άγνοιας, δεν προσκόμισε αυτά στο Δικαστήριο, το οποίο θα εξέδιδε διαφορετική απόφαση, και θα έκανε δεκτή την αγωγή του. Τα επικαλούμενα με την αναψηλάφηση έγγραφα δεν θεωρούνται κατά την κρίση του Δικαστηρίου "κρίσιμα", υπό την προδιαληφθείσα έννοια του άρθρ. 544 § 7 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, αφού δεν είναι τέτοια πλήρους αποδείξεως, ουσιώδους γεγονότος το οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως μη αποδειχθέν, αλλά συνάγεται η διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων για την υποβολή αίτησης για την έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής.
Αντίθετα δε το κρίσιμο ουσιώδες γεγονός, δηλαδή η πρόθεση του αιτούντος να κατεδαφίσει την μονοκατοικία (και όχι να την εκμισθώσει επιπλωμένη) και στη συνέχεια να προβεί σε ανέγερση οικοδομής, αποδεικνύεται κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης και από τη συμπεριφορά του αιτούντος η οποία εκδηλώθηκε τους επόμενους μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, όπως η έλλειψη δηλαδή κάθε προσπάθειας για εκμίσθωση του ακινήτου και η σπουδή του για την κατεδάφιση της μονοκατοικίας μετά την πυρκαγιά, ενώ αυτή δεν είχε υποστεί σημαντικές ζημιές και εφόσον ούτε οι αρμόδιες αρχές την έκριναν ακατάλληλη ή επικίνδυνη.
Κατά συνέπεια τα ανωτέρω έγγραφα δεν θεωρούνται κρίσιμα κατά την έννοια του νόμου αφού από την εκτίμηση του περιεχομένου τους δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη ουσιώδους γεγονότος και επομένως και αν ακόμα είχαν υποβληθεί τα έγγραφα αυτά κατά τη συζήτηση, το Εφετείο δεν θα οδηγείτο σε διαφορετική κρίση από αυτήν στην οποία οδηγήθηκε και απέρριψε την έφεση του αιτούντος.
Περαιτέρω δε ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την ύπαρξη των παραπάνω εγγράφων τα οποία βρίσκονταν στα χέρια του πολιτικού μηχανικού που είχε αναλάβει την έκδοση των σχετικών αδειών. Ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται αληθής, γιατί πρόκειται για έγγραφα τα οποία αφορούσαν χρήματα, τα οποία ο ίδιος είχε καταβάλλει στους μηχανικούς του Μ.
Χ. (το γραφείο του οποίου είχε αναλάβει την έκδοση των αδειών κατεδάφισης και ανοικοδόμησης του ασφαλισμένου ακινήτου ιδιοκτησίας του επί της οδού Ηροδότου αριθ. 103 στον Πειραιά) και Α. Α. οι οποίοι τα κατέθεσαν στην Εθνική Τράπεζα (υπό στοιχείο 2,3,4 έγγραφα) ενώ το ποσό των 2.000 ευρώ (υπό στοιχείο 1 έγγραφο) το κατέβαλε ο ίδιος στον μηχανικό Μ.
Χ.. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο αιτών, είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τους μηχανικούς οι οποίοι είχαν αναλάβει τον φάκελο της υπόθεσής του σχετικά με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τις σχετικές αποδείξεις, αν όχι μετά την έναρξη, τουλάχιστον κατά την διάρκεια της δικαστικής διαμάχης με την καθ'ης η αίτηση.
Πλέον δε τούτων τα έγγραφα τα οποία επικαλείται δεν συνιστούν έγγραφα τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του αιτούντος την αναψηλάφηση ή τρίτος ο οποίος είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του αιτούντος την αναψηλάφηση όπως αγνοούσε την κατοχή τους, από τον αντίδικο του ή τον τρίτο κατά την διάρκεια της δίκης.
Εξάλλου ούτε ο αιτών την αναψηλάφηση ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, ούτε συντρέχει τέτοιου είδους περίπτωση". Με τ'ανωτέρω δεκτά γενόμενα το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως νόμω αβάσιμη. Ως προς το σκέλος του λόγου αναιρέσεως που αφορά εάν είναι ή μη "κρίσιμα" τ'ανωτέρω έγγραφα, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον είναι ανέλεγκτη η κρίση αυτή του δικαστηρίου, ως προς δε το σκέλος περί ελλείψεως αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον υπάρχει σαφής και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι αυτά δεν είναι έγγραφα αποδείξεως ουσιώδους γεγονότος, αλλά συνάγεται εξ αυτού η διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων για την υποβολή αίτησης για την έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής.
Επομένως είναι απορριπτέος ο εκ του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης κατά τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ τέλος κατά τον αριθμό 20 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο τελευταίος λόγος ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1401/2011).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης με αριθμό 4260/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το δικαστήριο τούτο προέβη σε λήψη υπόψη του, όλων των προσαγομένων και επικαλουμένων εγγράφων τα οποία και αδιστάκτως προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του καθώς και όλους τους ισχυρισμούς του στους οποίους και απαίτησε, είναι δε όλως διάφορο το θέμα ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη που προβάλει ο αναιρεσείων, ως μη ελεγχόμενο, ως αναγόμενο στην περί των πραγμάτων ανέλεγκτο κρίση του. Είναι επομένως απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι ερειδόμενοι στους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Τέλος από την ως άνω περιγραφή των νέων κρίσιμων εγγράφων που αφορούν την επί της αναψηλαφήσεως απόφαση που προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο προέβη σε ορθή ανάγνωση αυτών και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο εκ του αριθμού 20 του αρ. 559 ΚΠολΔ λόγος.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και για τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2014 (αριθ. καταθ. 592/2014) αίτηση αναίρεσης κατά της 4260/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ