170/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated170/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους καλούντες-αναιρεσείοντες: 1)υπ' αρ. .../14-12-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, 2) υπ' αριθ. ... και .../17-1-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Ηρακλείου …, 3) υπ' αρ.../26-3-2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και 4) υπ' αρ. ...
Full text
Απόφαση 170 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 170/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Μ. Ι. Β. και 2)Ε. Μ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Θ. Β., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ε. Β., 2)Ε. Σ. Κ. και 3) Χ. Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/3947/767/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1138/2009 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 11/2/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 12-11-2007 αίτηση των Μ. Β. κλπ, για αναίρεση της 504/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης ως προς το δεύτερο μέρος του μοναδικού λόγου αναίρεσης και να απορριφθεί ως προς το πρώτο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11-2-2013 κλήση των αναιρεσειόντων (Μ. Β. και Ε. Μ. Β.) φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 30-10-2007 αίτησή τους για αναίρεση της υπ' αριθ. 504/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1138/2009 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους καλούντες-αναιρεσείοντες: 1)υπ' αρ. .../14-12-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, 2) υπ' αριθ. ... και .../17-1-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Ηρακλείου …, 3) υπ' αρ.../26-3-2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και 4) υπ' αρ. ...
και .../6-6-2013 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου …, προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη του ορισμού της αρχικής δικασίμου (18-2-2009) για συζήτηση αυτής ως και της προαναφερόμενης κλήσης τους με τον ορισμό της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης (16-10-2013) νέας δικασίμου για συζήτηση αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν και στους τρεις (3) αναιρεσίβλητους-καθ' ων η κλήση.
Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον αυτού καθόλου κατά τη δικάσιμο της 16-10-2013, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιό τους δικηγόρο με δήλωσή τους του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως το Δικαστήριο αυτό πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αίτηση και τους λόγους αυτής.
Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα, με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 1722/2006).
Όμως λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι αόριστος αν δεν μνημονεύεται σ' αυτόν ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε και με ποίο τρόπο χώρησε η παραβίαση αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 6-9-2004 ένδικη αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι υπέρ του περιγραφόμενου ακινήτου τους υφίσταται δουλεία διόδου εις βάρος του ακινήτου της πρώτης εναγομένης και ότι η υπάρχουσα επί του περιγραφόμενου ακινήτου της δεύτερης εναγομένης διάβαση είναι κοινή όλων τω θυγατέρων του αναφερόμενου διαθέτη, άλλως ότι υφίσταται δουλεία διόδου εις βάρος του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης και υπέρ του ακινήτου τους, β) επικουρικώς, ότι υποχρεούνται οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων να παράσχουν υπέρ του ακινήτου τους επαρκή δίοδο, γ) πλέον επικουρικώς, να υποχρεωθούν η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων σε παροχή διόδου, σύμφωνα με το άρθρο 1012 ΑΚ, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή, άλλως να επιτραπεί αυτό στους ίδιους, και να παύσουν κάθε διατάραξη στο μέλλον με απειλή προσωπικής τους κράτησης και χρηματικής ποινής.
Με την 370/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, απορρίφθηκε η αγωγή, ως αόριστη και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εναγόντων, ως προς το δεύτερο των ανωτέρω κύριων αιτημάτων της, ως αόριστη, ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, και ως ουσιαστικώς αβάσιμη ως προς το πρώτο κύριο των ως άνω αιτημάτων της, έγινε δε εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, που ως θεμέλιό της είχε τη διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ.
Με την από 23-9-2005 έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Εφετείου Κρήτης προβλήθηκε λόγος, συνιστάμενος στην αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "στο παραπάνω πόρισμα και διατακτικό ήχθη ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, αφού η αγωγή υπό τα εις εκάστη βάση εκτιθέμενα ήταν νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, το δε δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα χρειάζονται για το ορισμένο και νόμω βάσιμο και την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση.
Αλλά και αναφορικά προς το εκ του άρθρου 1012ΑΚ αίτημα το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επιδίκασε δίοδο από το ακίνητο της 1ης εναγομένης από τη νοτιοδυτική γωνία μέχρι τη βορειανατολική γωνία αυτού. Τέλος, εσφαλμένα απερρίφθη η αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο αν και απεδείχθη ότι αυτός μας διαταράσσει τη νομή μας" και ζητήθηκε η μεταρρύθμιση της εκκληθείσας απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή κατά την κύρια, άλλως την πρώτη επικουρική της βάση, άλλως καθολοκληρία ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση.
Με τους λόγους αυτούς της έφεσης, πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, αφενός για την απόρριψη, ως αόριστης και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, της αγωγής ως προς το δεύτερο των κύριων αιτημάτων της και την πρώτη επικουρική της βάση, χωρίς όμως να αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση κάποια νομική πλημμέλεια αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής, για τους λόγους αυτούς, ως προς τις βάσεις αυτές, και συνεπώς η έφεση, κατά το μέρος που αφορούσε το κεφάλαιο αυτό της εκκαλούμενης απόφασης, ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφετέρου συνοπτικώς μεν, όμως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το πρώτο κύριο αίτημα της αγωγής και ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της, ως προς τις οποίες κρίθηκε αυτή κατ' ουσία και, απορρίφθηκε ως προς το πρώτο και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη.
Επομένως ο προβληθείς λόγος αυτός έφεσης ήταν ορισμένος, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτόν η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1440/2005). Το Εφετείο, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε και τους δύο λόγους της έφεσης, ως απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι δεν καθορίζονταν με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση αιτιάσεις.
Κρίνοντας έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε μεν στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον πρώτο των λόγων αυτών της έφεσης και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος. Αντίθετα όμως παρά το νόμο απέρριψε επίσης ως απαράδεκτο το δεύτερο των λόγων αυτών της παραπάνω έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς είναι βάσιμος ο μόνος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 23.9.2005 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 370/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου μόνο, ως προς το πρώτο κύριο αίτημα, ως και κατά το μέρος που έγινε δεκτή εν μέρει η δεύτερη επικουρική βάση της από 6-9-2014 ένδικης αγωγής τους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στη σύνθεση του οποίου πρέπει να συμμετέχουν άλλοι δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβητοι ως ηττώμενοι κατά ένα μέρος στα δικαστικά έξοδα κατά ένα μέρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθμ. 504/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως το ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ