Greece Supreme Court dismisses appeal on personality rights, ruling publication of false accusations without malice intent does not violate law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment regarding a personality rights dispute. The appellant argued that publishing false criminal accusations without his knowledge violated his rights, but the court found no direct violation of the relevant civil code articles. The court ruled that the lower court correctly determined the publication lacked the necessary malice or protective intent required for liability, thus rejecting the appeal on procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 55, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 367 of the Penal Code; Article 1178/1981 as amended by Article 4 of 2243/1994: The publication of false accusations regarding criminal acts, even if made without the victim's knowledge, does not constitute a violation of personality rights if it lacks the requisite intent to defame or malicious purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 170 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα δια του τύπου χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Η δημοσίευση μηνύσεως, όπου αναφέρονται περιστατικά αξιόποινης πράξης που διέπραξε ο αναιρεσίβλητος σε βάρος του αναιρεσείοντος μηνυτή, μολονότι έγινε χωρίς να τελεί ο τελευταίος εν γνώσει της αναλήθειας των περιστατικών της μηνύσεώς του δεν αποτελούσε αναγκαίο μέτρο προστασίας των συμφερόντων του. Δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Απορρίπτει λόγους αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 55, 59, 914, 932 του Α.Κ 362, 367 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου μόνον του ν. 1178/1981 όπως τροποποιήθηκε με άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994. Λόγος αναιρ. Από αρ. 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται επίσης.
Αριθμός 170/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 21/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π.Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα του τύπου προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής.
Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή-δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Τέλος μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 ΑΚ).
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε συντελείται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, (που είχε δεχθεί την αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του από συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατά του αναιρεσείοντος) και κρίθηκε εν μέρει βάσιμη η αγωγική αξίωση για απλή δυσφήμηση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι λατομικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο νομό Ιωαννίνων και υφίσταται μεταξύ τους έντονη διαμάχη που εκδηλώνεται και με την υποβολή εκατέρωθεν καταγγελιών, μηνύσεων περί παρανόμου λειτουργίας των αντίστοιχων λατομείων κ.λ.π.
Στις 16-7-1999 η Ζ, υπό την ιδιότητα της αναπληρώτριας διευθύντριας του Τμήματος Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Διεύθυνσης Β.Ε.Α. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, συνέταξε το με αριθμό πρωτοκ. ΔΒΕΑ. 966/ΤΒ/ΦΠ25316/16-7-1999 έγγραφο, σε σχέδιο, το οποίο προσκόμισε στο Νομάρχη Ιωαννίνων για να υπογραφεί από αυτόν και συγχρόνως εξέδωσε, κατά τη συνήθη πρακτική των δημοσίων υπηρεσιών, και σειρά αντιγράφων, τα οποία θα χρησιμοποιούντο, μετά την υπογραφή του πρωτοτύπου από το Νομάρχη, στους αναφερόμενους στο εν λόγω έγγραφο αποδέκτες, ήτοι το Α.Τ. ...
προς το οποίο απευθυνόταν, καθώς και στις δύο επιχειρήσεις των ήδη διαδίκων, το Υπουργείο Ανάπτυξης και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ιωαννίνων προς τους οποίους εκοινοποιείτο. Το έγγραφο αυτό, απαντώντας σε γραπτό ερώτημα του Αστυνομικού Τμήματος Ιωαννίνων σχετικά με τη νομιμότητα ή μη του λειτουργούντος λατομείου αδρανών υλικών στη θέση ..., αναφερόταν σε ζητήματα μισθώσεως εδαφικών τμημάτων στην εταιρία "ΑΤΕΒΕ Αφοί Χ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο εναγόμενος, και στο τέλος του εν λόγω εγγράφου διατυπωνόταν η άποψη της εν λόγω υπηρεσίας ότι η επιχείρηση αυτή δεν λειτουργεί νόμιμα "....δεδομένου ότι δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από το Νόμο άδεια λειτουργίας των μηχανολογικών εγκαταστάσεων".
Το ανωτέρω έγγραφο δεν υπεγράφη από το Νομάρχη και η προαναφερθείσα υπάλληλος, επειδή είχε λάβει αριθμό πρωτοκόλλου, έθεσε τόσο στο σχέδιο όσο και στα αντίγραφα τη σφραγίδα "ΑΡΧΕΙΟ" και τα τοποθέτησε στον οικείο φάκελο του αρχείου της υπηρεσίας. Την 30-7-1999 την επισκέφθηκε στο γραφείο της ο ενάγων, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΚΡΟΝΟΣ ΕΠΕ", διαμαρτυρόμενος έντονα για το ότι η επιχείρηση του εναγόμενου λειτουργεί παράνομα και παρότι η εν λόγω υπάλληλος του εξήγησε ότι το έγγραφο δεν έχει υπογραφεί από το Νομάρχη και πρόκειται να συνταχθεί άλλο, με τρόπο που δεν διευκρινίστηκε επαρκώς, έλαβε ένα από τα αρχειοθετηθέντα αντίγραφα, το οποίο στη συνέχεια προσκόμισε την ίδια ημέρα στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα προς υποστήριξη της σχετικής μήνυσής του κατά του εναγόμενου ότι λειτουργεί την επιχείρησή του χωρίς άδεια λειτουργίας, ο τελευταίος συνελήφθη με την αυτόφωρη διαδικασία, ασκήθηκε δίωξη σε βάρος του και ορίσθηκε τακτική δικάσιμος.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος πληροφορήθηκε τον παράτυπο τρόπο με τον οποίο ο ενάγων έγινε κάτοχος του εγγράφου και κυρίως ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είχε υπογραφεί από το Νομάρχη και ως εκ τούτου δεν είχε το κύρος εγγράφου εκδιδόμενου από τον φερόμενο ως εκδότη του, και ακολούθως, στις 3-8-1999, κατέθεσε εναντίον 1.της Ζ, 2.Ψ (ενάγοντος) και 3.του Χρήστου Σπανού, πληρεξουσίου δικηγόρου ενάγοντος, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Ιωαννίνων, την υπό την ίδια ημεροχρονολογία έγκλησή του, στην οποία ο ενάγων φέρεται ως συμμέτοχος στο αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος απέδιδε με την έγκληση του στον ενάγοντα ότι από κοινού με το δικηγόρο Χρήστο Σπανό χρησιμοποίησαν πλαστό έγγραφο, το οποίο τους παρέδωσε η προαναφερθείσα υπάλληλος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, για να παραπλανήσουν τις διωκτικές αρχές, σε άλλο δε σημείο ανέφερε ότι κατά πάσα πιθανότητα, η κατάρτιση του πλαστού εγγράφου μεθοδεύτηκε με τη συμμετοχή και του ενάγοντος ή τουλάχιστον με την υπόδειξη αυτού.
Παράλληλα ο εναγόμενος στις 5-8-1999 δημοσίευσε στις ημερήσιες εφημερίδες των ... και στις 6-8-1999 στην εφημερίδα ... το πλήρες κείμενο της μηνύσεως του. Μεταξύ άλλων, στο κείμενο της μήνυσης που δημοσιεύτηκε αυτούσια στις ανωτέρω εφημερίδες, διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Παρέδωσε η πρώτη μηνυομένη το έγγραφο αυτό στον δεύτερο μηνυόμενο Ψ προκειμένου κάνοντας αυτοί (δηλαδή και ο ενάγων) χρήση του, να παραπλανηθούν με αυτό οι διωκτικές αρχές ..." και "Κατά τα προαναφερόμενα οι δεύτερος και τρίτος (δηλ.
και ο ενάγων) των μηνυομένων, ήταν γνώστες του ανυπόστατου και ανίσχυρου του εγγράφου που του παρέδωσε η πρώτη μηνυομένη και κατά πάσα πιθανότητα η κατάρτισή του μεθοδεύτηκε και από τους τρεις μηνυομένους ή άλλως από την πρώτη με υπόδειξη των δύο άλλων (δηλαδή και του ενάγοντος) και παρά ταύτα το χρησιμοποίησαν και το επικαλέστηκαν για την στήριξη της σε βάρος μου μήνυσης...".
Επίσης ο εναγόμενος υποστήριζε με την ως άνω μήνυση του, ότι ο Ψ προσκόμισε στο Α.Τ. ... το προαναφερθέν με αριθμό ΔΒΕΑ. 966/ΤΒ/ΦΠ2531 6/16-7-1 999 έγγραφο του Τμήματος Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., το οποίο ήταν πλαστό και είχε καταρτισθεί από την υπάλληλο της υπηρεσίας αυτής Ζ (πρώτη μηνυόμενη) και σύμφωνα με το οποίο οι εγκαταστάσεις του λατομείου του εναγόμενου στη θέση ...
της περιοχής ..., λειτουργούσαν χωρίς τις νόμιμες άδειες. Με την 2212/2000 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, κρίθηκε αθώος ο ενάγων των πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου και της χρήσεως αυτού, όπως και η Ζ της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξης της πλαστογραφίας του επιδίκου εγγράφου, ενώ με την 2211/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κρίθηκαν επίσης αθώοι η μεν Ζ της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, ο δε ενάγων της ηθικής αυτουργίας στην αμέσως παραπάνω πράξη.
Με τη δημοσίευση της μηνύσεώς του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες ο εναγόμενος διέδωσε σε τρίτους και δη στους αναγνώστες των εν λόγω εφημερίδων ότι έχει υποψίες, που αγγίζουν σχεδόν τη βεβαιότητα, ότι ο ενάγων αναμίχθηκε στην έκδοση και κυκλοφορία του επιδίκου φερόμενου ως "πλαστού" εγγράφου και συνεπώς αμφέβαλλε για την αλήθεια του γεγονότος αυτού, το οποίο και δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρινόταν στην αλήθεια, και συνεπώς δεν τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του ενάγοντος.
Περαιτέρω όμως τα όσα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα με τις προαναφερθείσες περικοπές της μηνύσεως του, που αναφέρθηκαν παραπάνω και δημοσιεύθηκαν στις τοπικές ημερήσιες εφημερίδες, ήταν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ήτοι την εκ μέρους των τρίτων εκτίμηση του προσώπου του ως ηθικής και κοινωνικής προσωπικότητας.
Διότι με την δημοσίευση της μηνύσεως του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες ο εναγόμενος απέδωσε και διατύπωσε γι' αυτόν τις ανωτέρω αξιόποινες, μειωτικές και προσβλητικές για το πρόσωπο του ενέργειες, αφού εμφανίζουν αυτόν να συνεργεί με το δικηγόρο του στη διάπραξη σοβαρών εγκληματικών πράξεων (πλαστογραφία κλπ) για την παραπλάνηση της δικαιοσύνης.
Ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα παραπάνω γεγονότα είναι ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, με την προεκτεθείσα έννοια, του ενάγοντος, αφού, ενόψει της ανωτέρω φύσεως των αποδοθέντων σ' αυτόν, οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τούτο. Επίσης, ο εναγόμενος, ενόψει του προεκτεθέντος τρόπου της ανωτέρω εκδηλώσεως του, ήτοι της δημοσιεύσεως του περιεχομένου της μηνύσεως του και των αποδιδόμενων με τα εν λόγω δημοσιεύματα στον ενάγοντα ανωτέρω ενεργειών, σκόπευε ειδικά να προσβάλει την τιμή αυτού, καθόσον ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν, πράγματι, αναγκαίος, για να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα του αφού είχε ήδη υποβάλλει μήνυση εναντίον του ενάγοντος και η δημοσίευση αυτής στις τοπικές εφημερίδες ουδόλως εξυπηρετούσε τον σκοπό του, ήτοι την προστασία του ίδιου και της επιχειρήσεως του, αλλά κατέφυγε στον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος και να δημιουργήσει στο αναγνωστικό κοινό για αυτόν την εντύπωση ότι πρόκειται για θρασύτατο πρόσωπο που διαπράττει και ποινικά αδικήματα.
Οι ενέργειες αυτές του εναγομένου, δηλαδή η δημοσίευση αυτούσιας της από 3-8-1999 μηνύσεώς του, δεν δικαιολογούνται από το ότι προηγούμενα η εταιρία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΚΡΟΝΟΣ ΕΠΕ", της οποίας ο ενάγων είναι νόμιμος εκπρόσωπος, είχε δημοσιεύσει σε τοπικές εφημερίδες επιστολή με ψευδείς και συκοφαντικούς, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου σε βάρος του ισχυρισμούς και σχετικά με την επιχείρηση που αυτός εκπροσωπούσε, αφού σκοπός των εν λόγω δημοσιεύσεων δεν ήταν η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού αλλά κύριος στόχος του εναγόμενου ήταν να επιφέρει προσβολή στην τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, προέβη δε στη δημοσίευση της μηνύσεως στις εφημερίδες δύο μόλις ημέρες μετά την κατάθεσή της, χωρίς να αναμείνει τη δικαστική διερεύνηση του θέματος.
Ενόψει των παραπάνω είναι σαφές ότι ο εναγόμενος με τη δημοσίευση της μηνύσεώς του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως σε βάρος του ενάγοντος δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, αφού εξέθεσε περιστατικά που γνώριζε ότι είναι προσβλητικά της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος.
Μάλιστα με την 661/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων ο εναγόμενος αθωώθηκε για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση για έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου γιατί κρίθηκε ότι όσα κατήγγειλε περί πλαστού εγγράφου δικαιολογημένα πίστευε ως αληθή και κηρύχθηκε ένοχος απλής δυσφήμησης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, ενώ μετά από ασκηθείσα έφεσή του κατά της παραπάνω απόφασης καταδικάσθηκε τελεσίδικα για το παραπάνω αδίκημα (απλή δυσφήμηση δια του τύπου κατ' εξακολούθηση) με την 458/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών.
Ο εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, ισχυρισμός-ένσταση του εναγόμενου-εκκαλούντος, που παραδεκτά προβλήθηκε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του, ότι τα ανωτέρω δημοσιεύματα έλαβαν χώρα για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός του, ήτοι των συμφερόντων της εταιρίας που εκπροσωπούσε και του ιδίου προσωπικώς, ενόψει του παραπάνω αποδειχθέντος ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, στερείται εν προκειμένω εννόμου επιρροής, κατ' άρθρα 366 παρ. 3, 367 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου λόγω συκοφαντικής δυσφημήσεώς του), έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, λόγω απλής δυσφημήσεώς του από τον αναιρεσείοντα, το ποσό των 15.000 ευρώ.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ 362, 367 παρ.1 του Π.Κ. και άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994) που εφάρμοσε, καθ' όσον αναφέρονται στον υπαγωγικό συλλογισμό του: α) Τα αντικειμενικώς μειωτικά για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων με το επίμαχο δημοσίευμά του στον τύπο, τα οποία συγκροτούσαν και το ποινικό αδίκημα της απλής δυσφημήσεως, γιατί ήταν μεν αναληθή, αλλά δεν τελούσε αυτός εν γνώσει της αναληθείας τούτων.
β) Το παράνομο των ισχυρισμών αυτών, που προσέκρουαν στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 57, 914 ΑΚ και 362 ΠΚ. γ) Η έλλειψη λόγου αίροντος το άδικο της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, διότι δεν δικαιολογούνταν η συμπεριφορά αυτή από την ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου επαγγελματικού ενδιαφέροντός του.
δ) Η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα η πρόθεσή του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου. ε) Η με την προξενηθείσα, εξαιτίας των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, βλάβη των εννόμων αγαθών της τιμής και της υπολήψεως του αναιρεσιβλήτου, προσβολή (συναφώς) της προσωπικότητάς του, που δικαιολογούσε την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Επομένως ο αντίθετος πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης με αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμα ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989). Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένως έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου που δεν προτάθηκε, για την ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως με όσα εναντίον του ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με τα ως άνω συκοφαντικά δια του τύπου δημοσιεύματα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (και αλυσιτελής), διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε, ο αναιρεσείων για τον αναιρεσίβλητο ήταν ψευδή και, μολονότι δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους, δεν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας των συμφερόντων της επιχειρήσεώς του ή από προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, αλλά έγιναν με σκοπό προσβολής της τιμής και υπολήψεως του τελευταίου, διαλαμβάνοντας έτσι στο αποδεικτικό του πόρισμα παραδοχές περιστατικών εντελώς διαφορετικών από εκείνα που συγκροτούσαν την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, ενήργησε προς διαφύλαξη δικαιολογημένου επαγγελματικού ενδιαφέροντός του.
Περαιτέρω πλεοναστικώς αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων για τους ισχυρισμούς αυτούς είχε ειδικό σκοπό εξυβρίσεως, αφού η πρόταση και ευδοκίμηση, κατ' αντένσταση, του ισχυρισμού περί υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα κατά την δυσφήμησή του (367 παρ. 2 ΠΚ), προϋπέθετε βασιμότητα της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ότι ενήργησε δυνάμει δικαιώματος κ.λ.π. (367 παρ. 1 ΠΚ).
Κατ' ακολυθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 21/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ