Legislator Case Law & Legislation
170/2009 AI generated

170/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 170/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

170/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνάπτονται δε αυτές από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Από το συνδυασμό δε των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ δεν ισχύει και αν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική έναντι εργοδοτών που δεν υπάγονται στον επιχειρηματικό κλάδο των εργοδοτικών οργανώσεων που είχαν συμβληθεί.

Keywords

AI generated
non-occupational work recognition of the occupational origin expatriate off-duty activities of public servants unpaid work hospitality services
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 170 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 170/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Φατούρου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "HILTON OF PANAMA S.A", που εδρεύει στον ...... και διατηρεί υποκατάστημα στην ...... και συγκεκριμένα το ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ ΑΘΗΝΩΝ, που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Ρούσσος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.12.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 10.01.2002 πρόσθετη παρέμβαση της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος" και την από 28.08.2002 πρόσθετη παρέμβαση του επαγγελματικού συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Πανελλαδική Ένωση Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών Τύπου και Συναφών Επαγγελμάτων", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 841/20002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5913/2003 και 5233/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.10.2006 αίτησή του, κοινοποιουμένη στη Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και στο επαγγελματικό συνδικαλιστικό σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΛΙΘΟΓΡΑΦΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ", που εδρεύουν στην Αθήνα και εκπροσωπούνται νόμιμα.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 31.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 495 παρ. 1, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν επιδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει, με ποινή απαραδέκτου που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, να ασκηθεί η αναίρεση, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τριών ετών και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη των προσβαλλομένων 5.913/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε την 10η Ιουλίου 2003 ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, την 30η Οκτωβρίου 2006, ήτοι μετά την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς της λόγους, στρέφεται κατά την εν λόγω 5.913/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.

Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε: α) εθνικές γενικές, β) κλαδικές, γ) επιχειρησιακές, δ) εθνικές ομοιεπαγγελματικές και ε) τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι λοιπές (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές διαιτητικές αποφάσεις (άρθρο 16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ή διαιτητική απόφαση) η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με βάση τις δραστηριότητες τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ.

ΑΠ 340/1981 Ολ. ΑΠ 3/2002). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1β του ίδιου νόμου προκύπτει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ και ΔΑ περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν του εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Κατά την έννοια δε αυτής ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, συναφείς δε οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.

Συνάπτονται δε αυτές από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Από το συνδυασμό δε των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ δεν ισχύει και αν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική έναντι εργοδοτών που δεν υπάγονται στον επιχειρηματικό κλάδο των εργοδοτικών οργανώσεων που είχαν συμβληθεί.

Επίσης στο εσωτερικό δίκαιο η έννοια της επιχειρήσεως ή εκμεταλεύσεως δεν προσδιορίζεται από το νόμο, νοείται όμως ως επιχείρηση η κάθε, περί το πρόσωπο του φορέα της, οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού.

Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχειρήσεως και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία εκάστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια (Ολ.

ΑΠ 36/2005). Εξάλλου, με τις από 2-3-1994, 25-5-1995, 19-4-1996, και 12-3-1997 Σ.Σ.Ε. των εργαζομένων λιθογράφων στα λιθογραφεία και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, οι οποίες κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές με αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΥΑ. 12203/1994 ΦΕΚ 488/τ.Β/28-6-1994 - ΥΑ. 13.693/1995 ΦΕΚ 900/τ.Β/1-11-1995 - ΥΑ. 11204/1996 ΦΕΚ 509/τ.Β/1-7-1996 - ΥΑ. 11037/1997 ΦΕΚ 363/τ.Β/1997) και υπογράφτηκαν μεταξύ των εκπροσώπων του Πανελληνίου συνδέσμου Λιθογραφικών Επιχειρήσεων (εργοδοτική πλευρά) και των Προέδρου και Γενικού Γραμματέα της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Tεχνών-Τύπου και Συναφών Επαγγελμάτων (πλευρά εργαζομένων), ορίστηκαν οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών, ατελιέ, φωτομεταφορεία, λιθογραφεία χάρτου, λιθογραφεία μετάλλου, βαθυτυπίας, μηχανογράφησης offset, για τα έτη 1994, 1995, 1996 και 1997, αντίστοιχα.

Επίσης με τις από 8-5-1998 (πρ. κατ. Υπ. Εργασίας 10/11-5-1998), 19-4-1999 (πρ. κατ. Υπ. Εργασίας 17/27-4-1999) και 6-6-2000 (πρ. κατ. Υπ. Εργασίας 46/16-6-2000) κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων λιθογράφων στα λιθογραφεία και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, οι οποίες κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (από 11-5-1998 με την ΥΑ. 11455/29-6-1998 ΦΕΚ 705/τ.Β/10-7-1998 - από 27-4-1999 με την ΥΑ. 11206/22-6-1999 ΦΕΚ 1372/τ.Β/5-7-1999 - από 16-6-2000 με την ΥΑ. 12297/19-9-2000 ΦΕΚ 1216/τ.Β/4-10-2000) και υπογράφηκαν μεταξύ των ίδιων ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, συμφωνήθηκε ότι καταρτίζονται κλαδικές σ.σ.ε., οι οποίες ορίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών, ατελιέ, φωτομεταφορεία, λιθογραφεία μετάλλου, λιθογραφεία χάρτου, βαθυτυπίας, μηχανογράφησης offset, χαλκογραφίας, περιστροφικών πιεστηρίων και ταχυπιεστηρίων offset, οι δύο πρώτες και τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στα εργαστήρια και εργοστάσια γραφικών τεχνών στην εκτυπωτική βιομηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και μετεκτύπωσης και επεξεργάζονται χαρτί, πλαστικό και μέταλλο σε φύλλο ή ρολό, με ίδια ή ξένα μέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας, η τρίτη.

Έτσι οι παραπάνω ΣΣΕ, οι οποίες είναι κλαδικές, εφόσον περιέχουν όρους εργασίας που αφορούν εργαζομένους επιχειρήσεων γραφικών τεχνών, λιθογραφικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο την βαθυτυπία, μηχανογράφηση offset, χαλκογραφία, ταχυπιεστήρια offset και περιστροφικά πιεστήρια και γενικά εκτυπωτικών επιχειρήσεων, δηλαδή συναφών επιχειρήσεων, δεν εφαρμόζονται στους φωτολιθογράφους χειριστές offset και στους βοηθούς αυτών που εργάζονται σε ξενοδοχεία, έστω και αν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, εφόσον δεν δεσμεύουν τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν μετείχαν στη σύναψη τους, ούτε θα μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων που τις συνήψαν, τούτο διότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν είναι επιχειρήσεις ομοειδείς ή συναφείς προς τις επιχειρήσεις που έχουν συμβληθεί από την πλευρά της εργοδοσίας, εφόσον η δραστηριότητα τους εκτείνεται αποκλειστικώς στην εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες λειτουργούν υπό τελείως διάφορες συνθήκες.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την δεύτερη των προσβαλλομένων 5233/2006 απόφασή του, κατά ανέλεγκτη κρίση, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Η αναιρεσίβλητη εταιρία είναι επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα προς επιδίωξη κέρδους εκτείνεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων εντός και εκτός της Ελλάδος. Στα πλαίσια του σκοπού της αυτού ανέλαβε την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου "Athens Hilton", που βρίσκεται στην ...... . Στο ξενοδοχείο αυτό, από το έτος 1963, λειτουργεί τυπογραφείο (print shop) με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών των άλλων τμημάτων του.

Ειδικότερα, στο τυπογραφείο αυτό, στο οποίο λειτουργούσαν τρεις εκτυπωτικές μηχανές, δύο μονόχρωμες και μία δίχρωμη, εκτυπώνονταν οι κατάλογοι των εστιατορίων (μενού), οι διάφοροι κατάλογοι και κάρτες που τοποθετούνταν στα δωμάτιά του, διάφορα έντυπα παραλαβής προϊόντων και εσωτερικής αλληλογραφίας και διάφορα έντυπα διαφημιστικά που διανέμονταν στους πελάτες του ξενοδοχείου.

Επίσης τυπώνονταν προσκλήσεις διαφόρων πελατών της επιχείρησης που διοργάνωναν στο ως άνω ξενοδοχείο δεξιώσεις, συνεστιάσεις και συνέδρια, καθώς και κονκάρδες με ονόματα συνέδρων. Το άνω τυπογραφείο, στο οποίο απασχολούνταν τρεις μισθωτοί, ο αναιρεσείων ως λιθογράφος - χειριστής offset, ο Α, ως βοηθός φωτολιθογράφου - χειριστή offset, και η Β, ως γραφίστρια, λειτουργούσε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του ξενοδοχείου και γενικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την εκμετάλλευση της ξενοδοχειακής αυτής μονάδας, και, γενικά, πραγματοποιούνταν σ' αυτό εργασίες, οι οποίες τελούσαν σε άμεσο σύνδεσμο με τις υποχρεώσεις του εν λόγω ξενοδοχείου προς εξυπηρέτηση των πελατών του και την καλή διεκπεραίωση των διαφόρων συνεδρίων, δεξιώσεων κλπ.

που διενεργούνταν σ' αυτό. Έτσι, το ως άνω τυπογραφείο λειτουργούσε προς εξυπηρέτηση της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και δεν αποτελούσε μία χωριστή οικονομική μονάδα, ώστε οι λιθογραφικές εργασίες που εκτελούνταν σε αυτό να περιλαμβάνονται στην επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 29-10-1966, προσέλαβε τον αναιρεσείοντα προκείμενου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως λιθογράφος - χειριστής OFFSET, στο ως άνω τυπογραφείο, στο οποίο αυτός εργάστηκε μέχρι τις 30-10-2000, οπότε η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τα αρμοδία όργανά της, κατήγγειλε εγγράφως, χωρίς προειδοποίηση, τη σύμβαση εργασίας αυτού.

Με βάση αυτά το Εφετείο έκρινε ότι οι προαναφερθείσες (κλαδικές) ΣΣΕ, παρόλο ότι είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές, δεν δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία δεν μετείχε στη σύναψή τους, ούτε θα μπορούσε να είναι μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Λιθογραφικών Επιχειρήσεων", η οποία συνήψε αυτές και τούτο γιατί η αναιρεσίβλητη εταιρεία αποτελεί ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία δεν είναι επιχείρηση ή εκμετάλλευση ομοειδής ή συναφής προς τις λιθογραφικές επιχειρήσεις της πιο πάνω εργοδοτικής οργάνωσης που συνήψε αυτές, εφόσον η δραστηριότητά της εκτείνεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες λειτουργούν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες, ούτε η λειτουργία του τυπογραφείου σ' αυτήν άλλαξε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, αφού λειτουργούσε προς εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και δεν αποτελούσε μία χωριστή οικονομική μονάδα, ώστε οι λιθογραφικές εργασίες που εκτελούνταν σ' αυτό να περιλαμβάνονται στην επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης εταιρείας και να μπορεί να γίνει λόγος ότι, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, η αναιρεσίβλητη εταιρεία μπορούσε να είναι μέλος του "Πανελλήνιου Συνδέσμου Λιθογραφικών Επιχειρήσεων" ως ομοειδής ή συναφής προς τις υπαγόμενες στο σύνδεσμο αυτό επιχειρήσεις ή ως ομοειδής ή συναφής εκμετάλλευση, αφού, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση ότι η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ήταν οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα και όχι σε κλάδους παραγωγής, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για το τυπογραφείο ως μία από τις περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις με λειτουργική (διοικητική) και οικονομική αυτοτέλεια.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα μισθολογικών διαφορών μεταξύ των καταβαλλομένων και των οφειλομένων κατ' εφαρμογή των άνω ΣΣΕ υψηλοτέρων νομίμων αποδοχών, συνολικού ύψους 5.056.573 δραχμών.

Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις άνω ΣΣΕ και δεν παρεβίασε ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 περ. β και δ και 11 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, ούτε δια της μη εφαρμογής τους, τις επίσης ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των προαναφερθεισών ΣΣΕ. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην εκ των προσβαλλομένων 5233/2006 απόφαση η ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2006 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως των 5913/2003 και 5233/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ