170/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated170/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 170 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 170/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Βουτσαδάκη-Ρούσσου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πιέρρο Πλαγιανάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 502/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθία τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανείς από τους διαδίκους συζύγους, έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Κατά μείζονα δε λόγο, έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου), επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο.
Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ (ΑΠ 1756/2006, 669/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσείουσας για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης που αφορούσε το πρόσωπο του εναγομένου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντίθετη αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου για τον ίδιο λόγο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στα ...... στις 2-10-1999 από τον οποίο απέκτησαν στις 17-9-2001 ένα τέκνο, τον ....... Ο γάμος των διαδίκων προήλθε από αισθηματικό δεσμό. Ωστόσο η έγγαμη συμβίωσή τους άρχισε να διαταράσσεται λίγους μήνες μετά την τέλεσή του, από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο και των δύο συζύγων, οι οποίοι δεν επεδείκνυαν την απαιτούμενη ωριμότητα στην αντιμετώπιση των ζητημάτων του γάμου και δεν ανταποκρίνονταν με τον προσήκοντα τρόπο και σεβασμό στο ρόλο του συζύγου.
Ειδικότερα ο εναγόμενος καταπιεζόταν από την έγγαμη συμβίωση και παρουσίαζε τάσεις φυγής, ξενυχτώντας με παρέες φίλων τα βράδια. Αρκετά σαββατοκύριακα απουσίαζε αφήνοντας την ενάγουσα μόνη. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ενάγουσας, η οποία ήταν δύσκολη, ενόψει των γυναικολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και κατά την οποία αυτή είχε ιδιαίτερη ανάγκη από την παρουσία και τη συμπαράστασή του, ο εναγόμενος-ενάγων δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη ευαισθησία και στοργή.
Ούτε και αργότερα μετά τη γέννηση του παιδιού τους άλλαξε συμπεριφορά, απουσιάζοντας από τη συζυγική στέγη σε στιγμές που η σύζυγός του και το παιδί του τον είχαν ιδιαίτερη ανάγκη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο εναγόμενος απουσίαζε σε εκδρομή εκτός ......, όταν το παιδί τους παρουσίασε κρίση δύσπνοιας, με αποτέλεσμα να συνοδεύσει την ενάγουσα στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων ο αδελφός της ......., ενώ ο εναγόμενος τους επισκέφθηκε την επόμενη ημέρα.
Η ενάγουσα προσπαθώντας να σώσει το γάμο της, ζήτησε τη βοήθεια ειδικού ψυχολόγου, ο εναγόμενος όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί. Κατά το τελευταίο διάστημα οι λογαριασμοί τόσο του σταθερού όσο και του κινητού τηλεφώνου του εναγομένου ήταν υπέρογκοι, ενώ από την αναλυτική κίνηση των λογαριασμών αυτών προέκυψε ότι ο εναγόμενος πραγματοποιούσε συνδιαλέξεις με τα λεγόμενα "ροζ τηλέφωνα".
Τελικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά στα τέλη Φεβρουαρίου 2002, με την αποχώρηση του εναγομένου από τη συζυγική στέγη και την εγκατάστασή του σε μισθωμένο διαμέρισμα στα ........ Εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του εναγομένου, οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να αποβαίνει αφόρητη για την ενάγουσα.
Περαιτέρω όμως, συνεχίζει το Εφετείο, και η συμπεριφορά της ενάγουσας-εναγομένης δεν ήταν η ενδεδειγμένη και η αρμόζουσα στην έγγαμη συμβίωση. Ήταν απέναντι στο σύζυγό της πάντα νευριασμένη και του μιλούσε με άσχημο τρόπο. Παρουσία της ...... που είχαν προσλάβει για τη φύλαξη του παιδιού τους κατά το χρόνο της εργασίας τους, του είχε μιλήσει μειωτικά, τον είχε πιάσει από το γιακά του υποκαμίσου του και τον είχε απωθήσει βίαια.
Όταν κάποτε της είχε ζητήσει να του παρασκευάσει έναν καφέ εκείνη του απάντησε "καφέ θα σου φτιάξω, καλύτερα δηλητήριο". Επεδείκνυε αδιαφορία για το σύζυγό της και παρέλειπε πολλές φορές αδικαιολογήτως την παρασκευή φαγητού για να μη φθαρεί η κουζίνα του σπιτιού. Έτσι υποχρεωνόταν ο ενάγων να παρασκευάζει το φαγητό του σε πετρογκάζ τοποθετημένο στο κλιμακοστάσιο του σπιτιού.
Αρκετές φορές ο ενάγων έπλενε και σιδέρωνε τα ρούχα του μόνος του. Και καταλήγει το Εφετείο, ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της εναγομένης, οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα. Κατά συνέπεια, δέχεται ακολούθως το Εφετείο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε την από 15-3-2003 αγωγή του ενάγοντος, έσφαλε, ενώ κατά το μέρος που έκανε δεκτή την από 11-7-2002 αγωγή της ενάγουσας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 15-3-2003 αγωγή του ενάγοντος, να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνει δεκτή η αγωγή αυτή και να απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων για λόγους που αφορούν και το πρόσωπο της δι' αυτής εναγομένης.
Από τις παραδοχές της απόφασης αυτής του Εφετείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης κατέληξε, δεχόμενη και την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αντίθετη αλλά ομόρροπη με εκείνη της αναιρεσείουσας, ως έχουσες αμφότερες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνον κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης του Εφετείου κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού ο γάμος της έχει λυθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση που δέχθηκε τη δική της αγωγή, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά το κεφάλαιο αυτό, ως προς το οποίο κατέστη η εν λόγω απόφαση αμετάκλητη.
Περαιτέρω δε, στις σχετικές με την υπαιτιότητά της στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης αιτιολογίες της απόφασης του Εφετείου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, με την οποία η αναιρεσείουσα πλήττει αυτήν κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση και συνακόλουθα την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 14 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.12.2005 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 502/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ