Supreme Court dismisses appeal on facts, rejecting claim that bus driver intentionally avoided the pedestrian.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a traffic accident involving a bus and a pedestrian. The appellants argued the driver intentionally diverted the bus to avoid the pedestrian, but the court found this claim unsupported by the evidence. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the argument based on the available facts and evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 495, 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal on facts if the lower court's decision is based on evidence that contradicts the appellant's unsupported allegations without requiring further investigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1709 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. του Β., 2) Ι. Λ. του Β., 3) Β. Λ. του Ι., 4) Β. Λ. του Ι., κατοίκων ..., 5) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 6) Γ. Κ. του Β. και Λ. Κ. του Ρ., κατοίκων ..., ενεργούντων για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Μ. Κ. του Γ., 7) Γ. Κ. του Β. και Λ. Κ. του Ρ., κατοίκων ..., ενεργούντων για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Γ. Κ. του Γ., 8) Λ. Κ. του Ρ., κατοίκου ..., 9) Ε. Κ. του Γ., 10) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 11) Ν. Κ. του Β., 12) Ν. Κ. του Ι., 13) Β. Κ. του Ν., 14) Ι. Κ. του Ν., 15) Ζ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 16) Τ. Μ. του Β., 17) Β. Μ. του Λ., 18) Λ. Μ. του Β., 19) Ο. Μ. του Β., κατοίκων ... (χωριό ...) και 20) Γ. Σ. του Ν., εκ των οποίων ο 4ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Αλεξίου και οι λοιποί, πλην του Γ. Σ. του Ν. (20ος), που δεν παραστάθηκε, εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Αλεξίου, που δήλωσε στο ακροατήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον μη παριστάμενο Γ. Σ. του Ν., που απεβίωσε στις ...-2023.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ι. ΥΙΟΣ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ARMEEC JSC", που εδρεύει στη Βουλγαρία και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία έχει ως νόμιμο αντίκλητο στην Ελλάδα το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 8-8-2016 και 6-10-2016 παρεμπίπτουσες αγωγές των 4ης και 1ου, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1313/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3839/2019 μη οριστική και 2591/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 30-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2683/255/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 2591/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος (ΑΠ 709/2024, ΑΠ 1/2023, ΑΠ 42/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Αθηνών Δήμητρα Αλεξίου, η οποία, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (η δήλωση αυτή επαναλαμβάνεται και με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού), γνωστοποίησε ότι ο Γ. Σ. του Ν., εικοστός αναιρεσείων στην υπό κρίση, από 30-3-2022, αίτηση αναίρεσης, απεβίωσε μετά την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στις ...-2023 όπως εμφαίνεται από την από ...-2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θερμαϊκού Θεσσαλονίκης.
Ενόψει αυτού και του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονταν μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 του ΚΠολΔ), η υπόθεση κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ πρέπει να χωριστεί ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα, για τον οποίο, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ ) και να προχώρησε η συζήτηση ως προς τους παριστάμενους λοιπούς διαδίκους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓπΝ/1911.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζεται ότι: "1. Στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, οι οποίες διακρίνονται από τις ειδικές πινακίδες σήμανσης και στις οδούς εισόδου και εξόδου εξ αυτών, απαγορεύεται η κυκλοφορία πεζών, εφίππων, ζώων, ποδηλάτων, ζωηλότων οχημάτων και γενικά οχημάτων τα οποία δεν κινούνται με κινητήρα, ως και μηχανοκίνητων οχημάτων τα οποία εξ υπολογισμού ή εκ κατασκευής ή εξ άλλης αιτίας δεν μπορούν να αναπτύξουν σε οριζόντια οδό ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα.
Κατά δε το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν ....., δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ".
Από τις διατάξεις αυτές του Κ.Ο.Κ. συνάγεται ότι απαγορεύεται γενικώς η κίνηση και κυκλοφορία πεζών στους αυτοκινητοδρόμους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, ενώ οι πεζοί γενικά πρέπει να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 38 του Κ.Ο.Κ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 164/2021).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1033/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 45/2019).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017).
Στη περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση(ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 109/2020).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1εδ. α', β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ και 29 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας στην εξειδίκευση της έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, ενώ διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά της πεζής Ε. Κ.-συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς των οδηγών: α) του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου Χ. Κ. και β) του με αριθ. κυκλοφορίας ... τουριστικού λεωφορείου και του ζημιογόνου επελθόντος αποτελέσματος θανάτου της ως άνω πεζής, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλ. ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 2591/2021 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''.......
Την 16/9/2013 και περί ώρα 23:40, που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ο G. D. (....), οδηγούσε στην ΝΕΟ Κήπων Έβρου-Ηγουμενίτσας (Εγνατία Οδό), με κατεύθυνση από το Δυτικό Κόμβο Κομοτηνής προς τον Κόμβο Ιάσμου, το με κρατικές πινακίδες Γεωργίας, υπ' αρ. κυκλ. ... τουριστικό λεωφορείο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "National Bureau of Bulgarian Motor Insurers" και στο οποίο επέβαινε - μεταξύ άλλων - η Ε.
Κ. και ο υιός της Κ. Ν. (....). Η ανωτέρω οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας και διπλής κατεύθυνσης, ενώ στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο το προαναφερόμενο λεωφορείο είχε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,00 μέτρα. Στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος υπάρχει λωρίδα έκτακτης ανάγκης πλάτους 2,50 μ.
και τα δύο ρεύματα πορείας της ανωτέρω οδού χωρίζονται μεταξύ τους με μεταλλικά κιγκλιδώματα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 130 χιλιόμετρα ανά ώρα, ενόψει του ότι πρόκειται για ταχείας κυκλοφορίας οδό. Κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος επικρατούσε σκότος (ώρα 23.40) και στο σημείο που έλαβε χώρα αυτό δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις φωτισμού και ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής.
Όταν ο άνω οδηγός του άνω λεωφορείου προσέγγισε το 561° χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, ο επιβαίνων σ' αυτό Ν. Κ., του ζήτησε να σταματήσει το λεωφορείο ούτως ώστε να αποβιβαστεί αυτός και η μητέρα του Ε. Κ., ούτως ώστε να τους παραλάβει ένα όχημα συγγενών τους και να τους μεταφέρει στη Κομοτηνή και ο άνω οδηγός πράγματι, όπως του ζητήθηκε, ακινητοποίησε το λεωφορείο που οδηγούσε στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης της άνω οδού, που ευρίσκετο δεξιά σε σχέση με την πορεία του, αλλά λόγω του όγκου του λεωφορείου, ναι μεν το μεγαλύτερο μέρος αυτού ευρίσκετο επί της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, πλην όμως ένα τμήμα αυτού της αριστερής πλευράς του, περίπου 65 cc (0,65 m) κατελάμβανε το άκρο δεξιό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (καθ' όσον το πλάτος του φορτηγού ήταν 2,550 m και η λωρίδα έκτακτης ανάγκης ήταν 2,500 m και αυτό δεν είχε προσεγγίσει κατά τη στάση του πλήρως στο άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, όπου σημειωτέον, υπάρχουν κιγκλιδώματα, αλλά είχε ακινητοποιηθεί περί τα 60 cc μακριά απ' αυτά ούτως ώστε να ανοίξουν οι δεξιές πόρτες της μπαγκαζιέρας του λεωφορείου (που σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα καταλαμβάνουν 30-40 cc) και να παραλάβουν οι αποβιβαζόμενοι απ' αυτό τις αποσκευές τους.
Βεβαία ο διορισθείς πραγματογνώμονας, εκτιμά στην έκθεσή του ότι το εν λόγω λεωφορείο θα πρέπει να είχε σταθμεύσει 90 cc μακριά από το άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, καθόσον - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του - 40 cc κατελάμβαναν οι θύρες της μπαγκαζιέρας που άνοιξαν και 50 cc ήταν ο απαιτούμενος χώρος για να βγουν οι αποσκευές των αποβιβαζομένων από αυτό, πλην όμως η εκτίμησή του αυτή ως προς τον απαιτούμενο χώρο των 50 cc για τη παραλαβή των αποσκευών κρίνεται υπερβολική, δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν αποτυπώνεται τέτοια απόσταση στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας Κομοτηνής (το οποίο σημειωτέον φέρει το άνω λεωφορείο να καταλαμβάνει μόλις λίγα εκατοστά επί του δεξιού τμήματος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της άνω οδού) και ως γνωστόν η αφαίρεση των αποσκευών από την μπαγκαζιέρα που οι θύρες της ανοίγουν προς τα έξω, γίνεται, αφού ο οδηγός πλησιάσει σ' αυτήν, κινούμενος παραπλεύρως του λεωφορείου και εν συνεχεία περνώντας κάτω από τις ανυψωμένες θύρες, προσεγγίζει το χώρο των αποσκευών και τις βγάζει, τοποθετώντας εν συνεχεία αυτές δεξιά ή αριστερά των ανοικτών θυρών, παραπλεύρως του λεωφορείου.
Εν συνεχεία, αφού ακινητοποιήθηκε το λεωφορείο κατά τα ανωτέρω, αποβιβάσθηκε από την πίσω δεξιά πόρτα αυτού ο Ν. Κ. και παρέλαβε δύο "τσάντες" από την μπαγκαζιέρα που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου. Ακολούθως κατέβηκε και η μητέρα του από την ίδια, ως άνω πόρτα του λεωφορείου και αυτός της είπε επί λέξει "να σταθεί εκεί" (δηλαδή στο σημείο που κατέβηκε) και να περιμένει να ξεφορτώσει αυτός τις "τσάντες" από τις μπαγκαζιέρες.
Έτσι αυτός πήγε να κατεβάσει και άλλη μία τσάντα που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου και αφού ο οδηγός άνοιξε την μπαγκαζιέρα (στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου) αυτός άρχισε να ψάχνει για την "τσάντα" (αποσκευή του) και πριν προλάβει να βρει τη δική του αποσκευή άκουσε ένα μπαμ και τότε άκουσε μια επιβάτιδα του λεωφορείου να φωνάζει η γιαγιά χτυπήθηκε.
Τα ανωτέρω περιστατικά καταθέτει ο υιός της Ε. Κ., ήτοι ο Ν. Κ. στην από 20/9/2013 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ε. Δ. (Ανθ/μου του Τ.Τ. Κομοτηνής).
Περαιτέρω απεδείχθη ότι η Ε. Κ. δεν ανέμενε τον υιό της Ν. Κ. στο σημείο που αυτός της υπέδειξε (ήτοι στο σημείο που αυτή κατέβηκε από την πίσω δεξιά πόρτα του εν στάση ως άνω λεωφορείου), αλλά, για άγνωστο λόγο, κουρασμένη καθώς ήταν από το πολύωρο ταξίδι των 40 περίπου ωρών (καθώς αυτή είχε ξεκινήσει το ταξίδι της με το εν λόγω λεωφορείο το πρωί της 15/9/2013 από την Τιφλίδα της Γεωργίας), κινήθηκε πεζή όπισθεν του εν στάσει λεωφορείου, διήλθε από το πίσω μέρος αυτού και εν συνεχεία κινήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα της ανωτέρω οδού και αφού διέσχισε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Κόμβο Ιάσμου ρεύματος κυκλοφορίας της άνω οδού, εισήλθε, εν συνεχεία και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού.
Όμως πριν αυτή ολοκληρώσει την πορεία της και ενώ έχει διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος και της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας παρασύρθηκε από το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ. Κ. (πρώτος εναγόμενος), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ (τρίτη εναγομένη), το οποίο κινείτο, αρχικώς, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος πορείας της εν λόγω οδού, ήτοι με κατεύθυνση προς Κόμβο Ιάσμου και με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα, αλλά όταν ο οδηγός του αντελήφθη το παρανόμως σταματημένο στο άνω σημείο της εν λόγω οδού λεωφορείο (που κατελάμβανε μικρό μέρος του άκρου δεξιού τμήματος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας), προκειμένου να διέλθει με ασφάλεια από το σημείο εκείνο, διενήργησε σύννομη αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και έτσι εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, όπου έμπροσθεν της πορείας του ευρίσκετο η ανωτέρω πεζή (η οποία είχε κινηθεί κατά τα ανωτέρω), με αποτέλεσμα να μην την αντιληφθεί (καθώς επικρατούσε σκότος, αυτή φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα και δεν υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός) και να την παρασύρει με το όχημά του.
Συγκεκριμένα, η άνω πεζή κτυπήθηκε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου και αφού εκτινάχθηκε; έπεσε, εν συνεχεία, στο οδόστρωμα, έμπροσθεν και προς τα αριστερά του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου που την χτύπησε, ήτοι επέπεσε πλησίον των διαχωριστικών κιγκλιδωμάτων που υπάρχουν στον άξονα της άνω οδού και σε απόσταση ολίγων μέτρων από το σημείο παράσυρσής της.
Ο ανωτέρω οδηγός του ΙΧΦ που παρέσυρε την πεζή, είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματός του κατά την ώρα του ατυχήματος και γι' αυτό αντελήφθη εγκαίρως το παρανόμως σταματημένο λεωφορείο και άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας, πλην όμως δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή, καθόσον - ως προελέχθη - αυτή φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα και δεν υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ήτοι επικρατούσε σκότος.
Επιπροσθέτως δε, η προσοχή αυτού επικεντρώθηκε στην αποφυγή του σταματημένου λεωφορείου που, ήταν δεξιά του, προς αποφυγή του οποίου διενήργησε αριστερό ελιγμό με αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας. Βέβαια, ο ανωτέρω οδηγός στην απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, όπου δικαζόταν για τη πράξη της ανθρωποκτονίας της ανωτέρω, εξ αμελείας, ανέφερε ότι: "τα φώτα τα κανονικά είχα, της διασταυρώσεως, δεν ήταν φωτισμένος ο δρόμος, ήταν κλειστά τα φώτα σε εκείνο το σημείο".
Όμως η αναφορά του αυτή είναι εντελώς ασαφής καθόσον αυτός, αφ' ενός μεν αναφέρει ότι είχε αναμμένα τα κανονικά φώτα (για την περίσταση) ενόψει του ότι δεν υπήρχε στο σημείο του ατυχήματος τεχνητός φωτισμός, αφ' ετέρου δε ονομάζει τα κανονικά για την άνω περίσταση φώτα, ως φώτα διασταυρώσεως (ενώ τα κανονικά για την άνω περίσταση φώτα που αναφέρει, είναι τα φώτα πορείας).
Εξαιτίας της ανωτέρω ασάφειας δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι αυτός αναγνώρισε κατά την ανωτέρω απολογία του ότι είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα διασταυρώσεως-μεσαία, όπως δέχεται ο άνω διορισθείς πραγματογνώμονας, απομονώνοντας τη λέξη "της διασταυρώσεως" από την υπόλοιπη φράση του ανωτέρω απολογούμενου.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο, από την ως άνω απολογία του εν λόγω οδηγού, συνάγει το συμπέρασμα ότι αυτός εννοούσε ότι είχε αναμμένα τα κανονικά φώτα για την περίσταση (λόγω της ανεπάρκειας φωτισμού) που είναι τα φώτα πορείας. Επίσης, ο άνω πραγματογνώμονας αναφέρει στη προαναφερόμενη έκθεσή του, ότι ο διαθέσιμος χώρος που απέμενε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ήταν, κατά του υπολογισμούς του 2,6 μ.
καθόσον - ως αυτός, ισχυρίζεται - ναι μεν αυτή έχει πλάτος 4 μ., πλην όμως κατελάμβανε μέρος αυτής το ακινητοποιημένο λεωφορείο και επιπροσθέτως κατελάμβαναν 40 cc επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας οι ανοικτές θύρες της μπαγκαζιέρας που ευρίσκετο αριστερά του λεωφορείου. Όμως η εκτίμηση του αυτή στηρίζεται σε υποθετικά δεδομένα δηλαδή στηρίζεται στο ότι αυτός θεωρεί, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ανοικτές οι θύρες της μπαγκαζιέρας που βρίσκεται αριστερά του λεωφορείου, πλην όμως η εκτίμησή του αυτή (που σημειωτέον αποτελεί και ισχυρισμό των εναγόντων) όχι μόνο δεν προκύπτει από κανέναν αποδεικτικό μέσο, αλλά καταρρίπτεται από την άνω κατάθεση (προανακριτική) του προαναφερομένου υιού της πεζής (11ου ενάγοντος), από την οποία προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτός είχε παραλάβει τις αποσκευές του από τη μπαγκαζιέρα που βρίσκεται αριστερά του λεωφορείου (και άρα είχε κλείσει αυτή) και ότι, την ώρα του ατυχήματος (που άκουσε - όπως αυτός αναφέρει - ένα μπαμ και μία επιβάτιδα του λεωφορείου να φωνάζει ότι η γιαγιά χτυπήθηκε) αυτός ευρίσκετο στη μπαγκαζιέρα που ευρίσκετο στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου προκειμένου να παραλάβει έτερη αποσκευή του απ' αυτή.
Επιπροσθέτως ο άνω πραγματογνώμονας αμφισβητεί το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Κομοτηνής ως προς το σημείο της οδού που φέρεται ότι ήταν η πεζή κατά το χρόνο της παράσυρσής της, αναφέροντας: 1) ότι, εάν η παράσυρση αυτής από το φορτηγό είχε γίνει στην αριστερή μεριά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, όπως αποτυπώνεται στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, τότε η τελική θέση της πεζής θα ήταν διαφορετική, ήτοι καθώς το σώμα αυτής με το χτύπημα που εδέχθη ανυψώθηκε, θα είχε περάσει το έρεισμα πλάτους 30 εκατοστών και θα είχε βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, 2) ότι όπως αυτός επί λέξει αναφέρει: "τα ίχνη που αποτυπώθηκαν στο φορτηγό μετά την παράσυρση, καθώς και τα τραύματα της πεζής, υποδηλώνουν ότι η πεζή, τη στιγμή της επαφής της με το φορτηγό, ήταν σε κίνηση, εκτιμώ πιθανόν για την αποφυγή του επερχόμενου κινδύνου (τον οποίο κίνδυνο, ο ως άνω πραγματογνώμονας δεν τον προσδιορίζει, πλην όμως υπονοεί τον επερχόμενο κίνδυνο από το φορτηγό).
Τέλος ο άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στο εξής συμπέρασμα, όπως αυτό, επί λέξει, αναφέρει στην άνω έκθεσή του: "Με βάση όλα τα προαναφερόμενα εκτιμώ ότι το σημείο παράσυρσης (εννοεί της πεζής) εντοπίζεται στο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς το αποδεικτικό υλικό που έχω στη διάθεση μου να μπορώ να επισημάνω το ακριβές σημείο της παράσυρσης".
Οι προαναφερόμενες εκτιμήσεις του άνω πραγμ/να, είναι υποθετικές μη στηριζόμενες σε αποδεικτικά μέσα, ευρήματα, κανόνες επιστήμης ή λογικούς συλλογισμούς. Ειδικότερα ο άνω πραγ/νας δεν αναφέρει με επιστημονικά αιτιολογημένες σκέψεις το εξής: Εάν η πεζή ήταν, κατά τη στιγμή της παράσυρσής της, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού (όπως φέρεται στο άνω σχεδιάγραμμα της τροχαίας), τότε, μετά το χτύπημα που εδέχθη με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, για ποιο λόγο θα εκτιναζόταν - όπως αυτός ισχυρίζεται στην άνω έκθεσή του - πάνω από το έρεισμα που υπάρχει στον άξονα του οδοστρώματος και θα έπεφτε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού και για ποιο λόγο δεν θα ήταν δυνατόν να εκτιναχθεί αυτή - όπως εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα της άνω τροχαίας - και να επιπέσει έμπροσθεν και αριστερά του σημείου παράσυρσης, πλησίον του ερείσματος.
Επίσης ο άνω πραγματογνώμονας εκτιμά από τα ίχνη που αποτυπώθηκαν στο φορτηγό καθώς και τα τραύματα της πεζής, ότι η πεζή τη στιγμή της παράσυρσής της ήταν σε κίνηση πιθανόν (κατά την εκτίμησή του) για την "αποφυγή του επερχόμενου κινδύνου", τον οποίο - ως προελέχθη - δεν προσδιορίζει, πλην όμως εννοεί ότι η πεζή ευρίσκετο στην αριστερή πλευρά του εν στάση λεωφορείου, παραπλεύρως των ανοικτών θυρών της μπαγκαζιέρας του λεωφορείου που ευρίσκεται αριστερά, προκειμένου να παραλάβει τις αποσκευές της και ότι όταν είδε το φορτηγό να κινείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας τότε αυτή για να μην την παρασύρει αυτό με την δεξιά πλευρά του, έτρεξε κάθετα προς το μέσον του οδοστρώματος "προς αποφυγή του επερχόμενου κινδύνου" και ότι εν τέλει γι' αυτό την παρέσυρε με την αριστερή εμπρόσθια γωνία του.
Τα ανωτέρω όμως (εάν υποτεθεί ότι ο άνω πραγμ/νας εννοεί αυτά), είναι εντελώς υποθετικά και καταρρίπτονται από την προαναφερομένη κατάθεση του υιού της άτυχης πεζής, κατατείνουν δε, στο να αιτιολογήσουν το αδιάψευστο στοιχείο του ότι η πεζή χτυπήθηκε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, όπως τούτο προκύπτει από τα ευρήματα, ήτοι τις ζημιές που υπέστη το άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο στην εμπρόσθια αριστερή του γωνία (προφυλακτήρα, φανάρι, φτερό και καθρέπτη), γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτή δεν ευρίσκετο κατά τη στιγμή της παράσυρσής της δίπλα από τις μπαγκαζιέρες της αριστερής πλευράς του λεωφορείου όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Εν τέλει, ο άνω πραγμ/νας αμφισβητεί το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Κομοτηνής ως προς το σημείο παράσυρσης της πεζής, χωρίς να αιτιολογεί το γιατί και προσδιορίζει το σημείο παράσυρσης της πεζής στο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, εντελώς υποθετικά, χωρίς να αιτιολογεί το γιατί με επιστημονικά τεκμηριωμένες σκέψεις.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι μετά την παράσυρση της πεζής από το άνω όχημα, κατέφθασε στο σημείο εκείνο ο εγγονός της πεζής Β. Κ. (υιός του Ν. Κ.), οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο προκειμένου να παραλάβει τον πατέρα του και τη γιαγιά του, οι οποίοι, όπως του είπε ο αδελφός του Ι., θα κατέφθαναν στο σημείο εκείνο.
Ο ως άνω εγγονός της πεζής, σταμάτησε το ως άνω όχημα που οδηγούσε, όπιισθεν του εν στάση λεωφορείου (όπως αυτό απεικονίζεται στο άνω σχεδιάγραμμα της Τροχαίας) και είπε στον πατέρα του να βάλει τα πράγματα στο αμάξι για να φύγουν και τότε ο πατέρας του του είπε "κάτσε γιατί έχει χτυπήσει ένα αυτοκίνητο τη γιαγιά".
Τα ανωτέρω καταθέτει ο ίδιος ο άνω εγγονός της πεζής στην από 20/9/2013 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανθ/μου Ε. Δ. του Τ.Τ. Κομοτηνής. Επομένως ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ως άνω όχημα του εγγονού της ανωτέρω πεζής περίμενε ήδη αυτήν και τον Ν. Κ. να επιβιβαστούν σ' αυτό και ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η εν λόγω πεζή ευρίσκετο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού προκειμένου να επιβιβαστεί στο όχημα του εγγονού της, είναι αβάσιμος κατ' ουσία.
Ακολούθως, η άνω πεζή που τραυματίσθηκε κατά την προαναφερόμενη παράσυρσή της, διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής "Σισμανόγλειο" όπου νοσηλεύθηκε από 17/9/2013 έως 20/9/2013 στη ΜΕΘ με βαριές πολλαπλές κακώσεις κεφαλής - θώρακος - κοιλίας, προκληθείσες σ' αυτήν κατά το άνω ατύχημα, εκ των οποίων επήλθε, στις 20/9/2013, ο θάνατος της.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού επελθών θανατηφόρος τραυματισμός της ανωτέρω, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας, η οποία δεν κατέβαλε την προσήκουσα σε ανάλογες περιπτώσεις επιμέλεια και προσοχή μέσης ικανότητος συνετού χρήστη της οδού, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλει καθόσον αυτή, αντί να περιμένει στο σημείο που αποβιβάσθηκε από το εν λόγω λεωφορείο (όπως της υπέδειξε ο υιός της Ν.
Κ.), αυτή κινήθηκε πεζή διασχίζοντας καθέτως το οδόστρωμα του προς κόμβο Ιάσμου ρεύματος κυκλοφορίας της άνω οδού (Εγνατίας Οδού) η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας και απαγορεύεται η κυκλοφορίας πεζών σ' αυτή και χωρίς προηγουμένως αυτή να προβεί στον απαιτούμενο έλεγχο, ούτως ώστε να διαπιστώσει αν κατά τη στιγμή εκείνη διήρχετο κάποιο όχημα από το σημείο εκείνο και εάν δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στη πορεία του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου, λόγω του σκότους που επικρατούσε στο σημείο εκείνο και των σκουρόχρωμων ενδυμάτων που αυτή φορούσε δεν την αντελήφθη εγκαίρως και την παρέσυρε με το όχημα του, ήτοι αυτή ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 29§1, 38 του ΚΟΚ, η δε συμπεριφορά της αυτή ήταν η αιτία προκλήσεως του ενδίκου ατυχήματος συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος της.
Περαιτέρω, δεν συντρέχει υπαιτιότητα του οδηγού του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου στη πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον, όπως απεδείχθη, όταν αυτό αντελήφθη το σταματημένο λεωφορείο στο προαναφερόμενο σημείο της άνω οδού, έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφαλή διέλευσή του από το σημείο εκείνο και ειδικότερα αυτός άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας από την δεξιά (στην οποία εκινείτο αρχικώς) στην αριστερή, ώστε κατά τη στιγμή που θα διερχόταν από το σημείο που ήταν σταματημένο το λεωφορείο να βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση απ' αυτό και κινείτο με ταχύτητα μικρότερη των 100 χλμ/ώρα, ήτοι μικρότερη των 130 χλμ/ώρα που αποτελεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, την οποία δεν θα ήταν ενδεδειγμένο για την περίσταση να ανακόψει περαιτέρω, καθόσον αυτός αλλάζοντας ορθώς λωρίδα κυκλοφορίας κατά τα ανωτέρω, κινείτο πλέον στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού που είναι ταχείας κυκλοφορίας και οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση της ταχύτητας του οχήματός του θα μπορούσε να καταστεί επικίνδυνη για άλλα οχήματα κινούμενα στην ως άνω οδό (πίσω ή παραπλεύρως αυτού) που είναι ταχείας κυκλοφορίας και τα οχήματα αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα, δοθέντος και του εμποδίου που υπήρχε στο σημείο εκείνο από το σταματημένο λεωφορείο το οποίο αυτός έπρεπε να το υπερβεί γρήγορα ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί επικίνδυνη, για τους άλλους χρήστες της οδού, επιβράδυνση του οχήματός του.
Άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή απ' αυτόν η αιφνιδιαστική είσοδος της Ε. Κ. και η κίνηση αυτή επί του οδοστρώματος, λόγω της έλλειψης φυσικού και τεχνητού φωτισμού στο σημείο εκείνο ούτε βεβαίως αυτός μπορούσε να προνοήσει ότι δύναται κάποιος αποβιβαζόμενος από το λεωφορείο να βρεθεί έμπροσθεν της πορείας του στο σημείο που βρέθηκε η ανωτέρω όταν την παρέσυρε το άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο, καθόσον ουδείς αποβιβαζόμενος θα είχε λόγο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα όπως έπραξε, για άγνωστο λόγο, η άνω πεζή, αφού στον άξονα της οδού υπήρχε έρεισμα που εμπόδιζε τη διέλευση κάποιου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι το γεγονός του ότι ο οδηγός του άνω λεωφορείου είχε σταματήσει παράνομα το λεωφορείο στο προαναφερόμενο σημείο της εν λόγω οδού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον ο οδηγός του ανωτέρω οχήματος που παρέσυρε την πεζή, απέφυγε επιτυχώς (αλλάζοντας εγκαίρως λωρίδα κυκλοφορίας) το εμπόδιο που αυτό δημιουργούσε στην κυκλοφορία των οχημάτων.
Το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη πρόθεση της άνω πεζής, να διασχίσει, χωρίς να έχει κανένα λόγο, κάθετα το οδόστρωμα και να βρεθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ατύχημα συνέβη όταν η ανωτέρω παρελάμβανε τις αποσκευές της από την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, καταρρίπτεται - ως προελέχθη - από την προαναφερομένη κατάθεση του υιού της (11ου ενάγοντος), ο οποίος κατέθεσε, ότι πριν την παράσυρση ο ίδιος είχε κατεβάσει τις αποσκευές του από την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, ότι εν συνεχεία, που κατέβηκε η μητέρα του από την πίσω δεξιά πόρτα του λεωφορείου, της ζήτησε να τον αναμένει στο σημείο που κατέβηκε και ότι αυτός όταν παρασύρθηκε από το άνω όχημα η μητέρα του, αναζητούσε άλλη αποσκευή του στην πίσω δεξιά μπαγκαζιέρα του λεωφορείου.
Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει συνυπαιτιότητα του οδηγού του άνω λεωφορείου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι αμφότεροι οι ως άνω οδηγοί, τόσο του λεωφορείου, όσο και του ΙΧΦ αυτοκινήτου, παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης για ανθρωποκτονία της πεζής και το άνω Δικαστήριο με την υπ' αρ. 200/2017 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον πρώτο εξ αυτών και αθώωσε τον δεύτερο, πλην όμως κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον πρώτο εξ αυτών το Εφετείο Θράκης με την υπ' αρ. 285/2020 απόφαση του, αθώωσε αυτόν.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του και την αυτή αιτιολογία δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος είναι η ανωτέρω πεζή και κατόπιν αυτού απέρριψε τόσο την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντιθέτως ορθώς εκτίμησε αυτές, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου λόγων εφέσεως των εκκαλούντων-εναγόντων ως αβασίμων.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την, από 25-9-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 577337/504801/2017), έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων κατ` ουσία (ήδη αναιρεσειόντων), δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα της συγγενούς των εναγόντων-πεζής Ε. Κ., στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ, 10 του ν.
ΓπΝ/1911 και 29 αριθ. 1 και 38 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της πεζής Ε. Κ.-συγγενούς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος θανάτου της, όπως και ως προς την έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ... τουριστικού λεωφορείου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, αλλά και του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ΝΗΒ ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου Χ. Κ.-πρώτου αναιρεσίβλητου, στο επελθόν ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η Ε.
Κ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι η εν λόγω πεζή, μετά τη κάθοδό της από την πίσω πόρτα του τουριστικού λεωφορείου στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του προς το κόμβο Ιάσμου, επί του ταχείς κυκλοφορίας αυτοκινητόδρομου Κήπων Έβρου-Ηγουμενίτσας (Εγνατία 0δός), αντί να παραμείνει στο σημείο εκείνο, όπως όφειλε και όπως της υπέδειξε ο γιός της Ν.
Κ., ο οποίος παραλάμβανε τις αποσκευές τους, αυτή κινήθηκε πίσω από το σταθμευμένο λεωφορείο, επί του οδοστρώματος της οδού, επί της οποίας απαγορεύεται η κίνηση και κυκλοφορία πεζών, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, ούτως ώστε να διαπιστώσει αν κατά τη στιγμή εκείνη διήρχετο κάποιο όχημα από το σημείο εκείνο και εάν μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο για την ίδια και για όσα οχήματα κινούνται επί της οδού και αφού διέσχισε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος κυκλοφορίας της άνω οδού προς τον κόμβο Ιάσμου, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού και πριν ολοκληρώσει την πορεία της και ενώ είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος και της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, παρασύρθηκε από το ως άνω ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ.
Κ., το οποίο κινείτο, με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα, αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος πορείας της εν λόγω οδού με κατεύθυνση προς κόμβο Ιάσμου, αλλά όταν αντιλήφθηκε το σταθμευμένο, στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, τουριστικό λεωφορείο, προκειμένου να διέλθει με ασφάλεια από το σημείο εκείνο, διενήργησε σύννομη αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, όπου στη πορεία του βρέθηκε η ως άνω πεζή με αποτέλεσμα να μην την αντιληφθεί, καθώς επικρατούσε σκοτάδι, αυτή φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα και δεν υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και να την παρασύρει με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου και αφού αυτή εκτινάχθηκε να πέσει στο οδόστρωμα, έμπροσθεν και προς τα αριστερά του εν λόγω αυτοκινήτου πλησίον των διαχωριστικών κιγκλιδωμάτων που υπάρχουν στον άξονα της άνω οδού και σε απόσταση λίγων μέτρων από το σημείο παράσυρσής της.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη κίνηση της πεζής πίσω από το τουριστικό λεωφορείο, την είσοδό της στη συνέχεια στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού και μετέπειτα στην αριστερή λωρίδα αυτής, όπου συνέβη και η παράσυρσή της από το ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν τη πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω πεζής.
Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των οδηγών: α) του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου Χ. Κ. και β) του με αριθ. κυκλοφορίας ... τουριστικού λεωφορείου, για τη πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε το Εφετείο ότι οι εν λόγω οδηγοί δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με τη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι: α) δεν συντρέχει υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου Χ. Κ. στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον, όταν αυτός, κινούμενος στη παραπάνω οδό με ταχύτητα μικρότερη των 130 χλμ/ώρα, που αποτελεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και δη με αυτή των 100 χλμ/ώρα, αντιλήφθηκε το σταθμευμένο λεωφορείο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της άνω οδού, έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφαλή διέλευσή του από το σημείο εκείνο και ειδικότερα αυτός άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας από την δεξιά, στην οποία κινείτο, στην αριστερή, η δε αιφνιδιαστική είσοδος και η κίνηση της Ε.
Κ. επί του οδοστρώματος και δη στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από αυτόν λόγω της έλλειψης φυσικού και τεχνητού φωτισμού στο σημείο εκείνο, ούτε βεβαίως αυτός μπορούσε να προνοήσει ότι μπορούσε κάποιος αποβιβαζόμενος από το λεωφορείο να βρεθεί στη πορεία του στο σημείο που βρέθηκε η ανωτέρω όταν την παρέσυρε, ενώ περαιτέρω μείωση της ταχύτητάς του δεν ήταν ενδεδειγμένη για την περίσταση καθόσον αυτός αλλάζοντας ορθώς λωρίδα κυκλοφορίας κινείτο πλέον στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού που είναι ταχείας κυκλοφορίας και οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση της ταχύτητας του οχήματός του θα μπορούσε να καταστεί επικίνδυνη για άλλα οχήματα κινούμενα στην ως άνω οδό (πίσω ή παραπλεύρως αυτού) που είναι ταχείας κυκλοφορίας, δοθέντος και του εμποδίου που υπήρχε στο σημείο εκείνο από το σταματημένο λεωφορείο το οποίο αυτός έπρεπε να το υπερβεί γρήγορα ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί επικίνδυνη, για τους άλλους χρήστες της οδού, επιβράδυνση του οχήματός του και β) το γεγονός ότι ο οδηγός του με αριθ.
κυκλοφορίας ... τουριστικού λεωφορείου, είχε σταματήσει το λεωφορείο στο προαναφερόμενο σημείο της λωρίδας έκτακτης ανάγκης (ΛΕΑ) της εν λόγω οδού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον ο οδηγός του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου που παρέσυρε την πεζή, απέφυγε επιτυχώς, αλλάζοντας έγκαιρα λωρίδα κυκλοφορίας, το εμπόδιο που αυτό δημιουργούσε στην κυκλοφορία των οχημάτων.
Τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες περί έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κρίση της ότι δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της στάθμευσης του ως άνω τουριστικού λεωφορείου επί της οδού και της πρόκλησης της ένδικης σύγκρουσης, αβασίμως προβάλλονται, ενόψει του σαφώς εκτιθέμενου, κατά τα ανωτέρω, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε αποκλειστικά από υπαιτιότητα της Ε.
Κ. και ότι αντιθέτως ουδεμία αμελής συμπεριφορά των οδηγών των προαναφερόμενων οχημάτων με την οποία να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η πρόκληση του ατυχήματος, αποδείχθηκε. Πλέον του ότι οι κρίσεις της προσβαλλόμενης ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.
Περαιτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος στον οποίο εμπεριέχεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου και ειδικότερα του ότι αυτός στάθμευσε το εν λόγω όχημα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης της Εγνατίας οδού και αποβίβασε την Ε.
Κ. (και το γιό της), νυκτερινή ώρα, δίχως τεχνητό φωτισμό και τοποθέτηση προειδοποιητικού τριγώνου και του επελθόντος αποτελέσματος θανάτου αυτής, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά το οικείο μέρος του αναιρετικού λόγου, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ. α', β'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής [ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 194/2021).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, από τους αναιρεσείοντες, η, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β'του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό ότι ''..
ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείο, κατόπιν δικής του αποκλειστικώς πρωτοβουλίας, παρά τις περί του αντιθέτου εκκλήσεις του ενδέκατου εξ ημών, δεν αποβίβασε τον τελευταίο και τη μητέρα του σε κάποια παράκαμψη της Εγνατίας Οδού, αλλά εν μέσω αυτής", αλλά δέχθηκε το αντίθετο. Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''....
μετά την παράσυρση της πεζής από το άνω όχημα, κατέφθασε στο σημείο εκείνο ο εγγονός της πεζής Β. Κ. (υιός του Ν. Κ.), οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο προκειμένου να παραλάβει τον πατέρα του και τη γιαγιά του, οι οποίοι, όπως του είπε ο αδελφός του Ι., θα κατέφθαναν στο σημείο εκείνο. Ο ως άνω εγγονός της πεζής, σταμάτησε το ως άνω όχημα που οδηγούσε, όπισθεν του εν στάσει λεωφορείου και είπε στον πατέρα του να βάλει τα πράγματα στο αμάξι για να φύγουν και τότε ο πατέρας του του είπε "κάτσε γιατί έχει χτυπήσει ένα αυτοκίνητο τη γιαγιά".
Τα ανωτέρω καταθέτει ο ίδιος ο άνω εγγονός της πεζής στην από 20-9-2013 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανθ/μου Ε. Δ. του Τ.Τ. Κομοτηνής.....''. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που οι τελευταίοι θεωρούν ως ορθό.
Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 301/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τη δήλωση της δικηγόρου Αθηνών Δήμητρας Αλεξίου, για βίαια διακοπή της δίκης ως προς τον εικοστό αναιρεσείοντα Γ. Σ. του Ν.
Απορρίπτει την, από 30-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2683/255/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2591/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμιά ομάδα από αυτές.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ