Legislator Case Law & Legislation
1709/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court properly considered all submitted documents.

Case Number 1709/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final labor dispute judgment. The appellant argued the single-instance court failed to consider crucial tachographs and route sheets, but the court found no evidence of this omission. The court determined that the lower court explicitly acknowledged all submitted evidence in its reasoning, satisfying the legal requirement for a valid appeal argument.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates that all submitted evidence was duly examined and weighed in forming the judicial conviction.

Keywords

AI generated
cassation appeal labor dispute evidence review judicial conviction tacho graph logistical report procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1709/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Κ., κατοίκου Κατερίνης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Δημαρέλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σούδα Χανίων και 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σούδα Χανίων και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Γωνιοτάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 4747/21-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 12082/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.9.2021 και με αριθμό κατάθ. 19333/1513/2021 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 12082/6.8.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6276/25.4.2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την από 22.6.2016 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 4747/21.6.2016) αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ι. Σ.. Με την υπ' αριθμ.6276/2017 απόφαση, αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους μη διαδίκους ήτοι τους 3ο, 4ο και 5ο των εναγομένων, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία όσον αφορά την 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 1.885,37 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του έτους 2015 έως 18.5.2016 και επίσης αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 492,66 ευρώ, το οποίο αφορά επίδομα και αποδοχές αδείας έτους 2016, ενώ διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για την καθημερινή καταγραφή των ωρών κίνησης του φορτηγού όσον αφορά τα κονδύλια για την καταβολή αποδοχών λόγω υπερωριακής απασχόλησης, υπερεργασίας και παροχής εργασίας κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, ακολούθως δε, με την υπ' αριθμ. 12082/2018 απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή ως προς τα άνω κονδύλια.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με κατάθεσή της στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 14.9.2021 ήτοι εντός της προβλεπόμενης διετίας μετά την παρέλευση της πρώτης διετίας και την συνακόλουθη τελεσιδικία της ως άνω με αριθμό 12082/2018 αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Να σημειωθεί ότι η άσκηση εκπρόθεσμης έφεσης, όπως αναφέρουν οι αναιρεσίβλητες, εκ μέρους του αναιρεσείοντος και η εν συνεχεία παραίτηση από το δικόγραφο αυτής είναι άνευ εννόμου επιρροής, καθ' όσον η τελεσιδικία της αποφάσεως υπολογίζεται από την ημερομηνία εκδόσεως αυτής και όχι από την ημερομηνία επιδόσεως του δικογράφου της παραίτησης (Ολ ΑΠ 473/1983, ΑΠ 1087/2020), οπότε και θα ετίθετο θέμα απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Το ίδιο ορίζεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του βδ της 16/18-7-1920'' περί επεκτάσεως του ν. 2112/1920 και επί των εργατών κλπ''. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/Ε.Κ.

του Συμβουλίου". Με το άρθρο 11 του ως άνω προεδρικού διατάγματος καταργήθηκε το προϊσχύσαν πδ 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (η οποία τροποποιήθηκε με την ως άνω και, τελικά, κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/187/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του πδ 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία (όπως και η ίδια η Οδηγία) αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων κλπ.

Έτσι, οι διατάξεις του πδ 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.

α' και γ'). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως ''μεταβίβαση'' θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.β').

Ως ''μεταβιβάζων'' (''εκχωρητής'', κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας ) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο λόγω της μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα της επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως ''διάδοχος'' (εκδοχέας κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω της μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ. 1 εδ, α' και β').

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ίδιου πδ, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1).

Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων.

Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2).

Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή.

Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1369/2018, 1148/2017, 14/2012, 200/2009, 259/2006, 564/2005).

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1369/2018, 1148/2017, 200/2009, 1468/2007, 1551/2006, 389/2005, 1002/2004).

Ως εκ τούτου, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 14/2012).

Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, 1369/2018, 997/2018, 1850/2006).

Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 1148/2017, 525/2013, 339/2011, 318/2010).

Ειδικότερα δε, επί μεταβίβασης επιχείρησης, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1154/1998).

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργάνωσης που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παράγρ. 3 εδάφ. α' του Ν. 3198/55, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 2 και 5 του Ν.3198/55 και 669 του ΑΚ, είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι' αυτήν αποζημίωση.

Η αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί στον απολυόμενο μισθωτό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ. 2 του Ν.2112/20 και το άρθρο 5 παράγρ. 1 του Ν. 3198/55, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (Ολ.ΑΠ 1144/1983, ΑΠ 194/2011). Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.

α του ως άνω Ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ.

β της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ημέρα που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά της. (ΑΠ 444/2019, 1188/2019, 918/2006, 1290/2001).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατά το ουσιώδες μέρος τους, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων - αναιρεσείων την 11.9.2002 προσλήφθηκε στη 2η εναγομένη - 2η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΜΕ ..." και ήδη "...." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, από την οποία απολύθηκε στις 25.6.2014, και η οποία - εταιρεία - το έτος 2014 τέθηκε υπό εκκαθάριση.

Στη συνέχεια την 9.8.2014 ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την 1η εναγομένη - 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία ιδρύθηκε αρχικά ως μονοπρόσωπη ΑΕ από τον 3ο εναγόμενο και στη συνέχεια προήλθε με συγχώνευση των ατομικών επιχειρήσεων του 3ου ,4ου και 5ου των εναγομένων δια απορροφήσεως από την μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία και τελικά απολύθηκε την 18.5.2016, η οποία του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε το ποσό των 991,72 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα φορτηγά οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι αδελφοί τα εισέφεραν το πρώτον όχι πλέον σε χρήση, αλλά κατά κυριότητα, στην 1η αναιρεσίβλητη αντί χρηματικής εισφοράς και έκτοτε απεκδύθηκαν κάθε προσωπικού δικαιώματος κυριότητας επ' αυτών, κάτι που δεν είχε γίνει όταν τα είχαν εισφέρει στην 2η αναιρεσίβλητη απλά κατά χρήση.

Επομένως, τα φορτηγά ανήκουν σήμερα στην 1η εναγόμενη λόγω της εισφοράς αυτών από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες και όχι λόγω μεταβίβασης αυτών από την 2η εναγόμενη. Επιπλέον, δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση πελατολογίου της 2ης εναγομένης στην 1η εναγομένη. Η τελευταία έλαβε όλο το πελατολόγιο του 3ου εναγομένου, του οποίου την ατομική επιχείρηση διαδέχθηκε, όπως ήταν λογικό.

Ευνόητο είναι βέβαια ότι λόγω της σχέσης του 3ου εναγόμενου με την 2η εναγόμενη, διαχειριστής της οποίας τύγχανε ο πατέρας τους, Σ. Π., ο οποίος έβαινε προς συνταξιοδότηση, η 1η εναγόμενη είχε ήδη πάρει και κάποιους πελάτες αυτής που δεν ήθελαν να συνεργάζονται πλέον με την 2η και με τους υπόλοιπους εταίρους, αλλά με τον 3° εναγόμενο αποκλειστικά.

Από αυτό και μόνο γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση πελατολογίου από την μια εταιρεία στην άλλη, αφού οι ίδιοι οι πελάτες των ως άνω εταιρειών και ατομικών επιχειρήσεων είχαν την δυνατότητα επιλογής της μίας ή της άλλης για να συνεργαστούν, δεδομένου μάλιστα ότι οι ως επιχειρήσεις συνυπήρξαν.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε από ουδένα αποδεικτικό μέσο, ούτε μάρτυρα, ότι το προσωπικό το οποίο απασχολούνταν στην 2η εναγόμενη συνέχισε να απασχολείται στην 1η εναγόμενη. Η δε μάρτυρας ανταπόδειξης δήλωσε επ' ακροατηρίω ότι εργαζόταν από το 2003 στο λογιστήριο της ατομικής επιχείρησης του 3ου εναγόμενου και προσλήφθηκε και από την 1η εναγόμενη έως το 2015, την οποία ίδρυσε ο τελευταίος...

Άρα μεταβίβαση του προσωπικού της ατομικής επιχείρησης του 3ου εναγόμενου προς την 1η εναγόμενη υπήρξε, και όχι του προσωπικού της 2ης στην 1η εναγόμενη. Ο δε ενάγων, ως ήδη αποδείχθηκε, προσλήφθηκε από την 2η εναγόμενη και όχι από τον 3° εναγόμενο. Περαιτέρω, ούτε η ταυτότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δύο εναγόμενων εταιρειών αρκεί για να προσδώσει σε αυτές το χαρακτήρα μιας και της αυτής επιχείρησης, υπό το καθεστώς διαδοχής, δεδομένου ότι τόσο ο πατέρας των 3ου, 4ου, και 5ου των εναγομένων, όσο και οι ίδιοι δραστηριοποιούνταν ανέκαθεν στο χώρο μεταφοράς προϊόντων.

Διαφορετικά θα υπήρχε το άτοπο συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε εταιρεία και να συνέστηναν οι προαναφερόμενοι, και θα είχε φυσικά παρόμοιο αντικείμενο, αφού σε αυτόν τον χώρο δραστηριοποιούνταν, θα ήταν αναγκαστικά η μια διάδοχος της άλλης. Ούτε, τέλος, η συγγένεια και μόνο των 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων και του ιδρυτή της 2ης εναγόμενης εταιρείας, πατέρα τους και, φυσικά, τα κοινά χαρακτηριστικά στις εμπορικές επωνυμίες των επιχειρήσεών τους λόγω του ονόματός τους, είναι στοιχεία που καταδεικνύουν την μεταβίβαση επιχείρησης της 2ης εναγόμενης στην 1η.

Επομένως, με βάση όλα τα ανωτέρω, ουδέποτε έλαβε χώρα μεταβίβαση της 2ης εναγόμενης στην 1η, η οποία προέκυψε κατόπιν τροποποίησης της "...", που βέβαια είχε συσταθεί εξ υπαρχής ως αυθύπαρκτη εταιρία από τον 3° εναγόμενο. Συμπερασματικά, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της 1ης εναγόμενης και του ενάγοντος αποτελεί μια αυτοτελή σύμβαση που συνήφθη ανεξαρτήτως της σύμβασης εργασίας που τον συνέδεε με την 2η εναγόμενη .....

Προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί μη καταβολής αποδοχών παρασχεθείσας υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, ο ενάγων προσκόμισε σε φωτοαντίγραφα κάποιους ταχογράφους,.... (δεν υπάρχουν φωτοτυπίες ταχογράφων για όλες τις ημέρες του επίδικου χρονικού διαστήματος) οι οποίοι καταγράφουν τον οδηγό, την ημερομηνία, τις ώρες κίνησης και την ταχύτητα του οχήματος κατά την κίνηση, η εναγόμενη δε προσεκόμισε όλα τα φύλλα των βιβλίων δρομολογίων - κίνησης που αφορούν στην εργασία του ενάγοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, τα οποία συμπληρώνονται υποχρεωτικά από τον οδηγό αυτοκινήτων δημοσίας χρήσης, όταν κινείται το όχημα και φέρουν την υπογραφή του και των οποίων τη γνησιότητα δεν αμφισβήτησε ο ενάγων.

Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι από τα βιβλία κίνησης, τα οποία ως προελέχθη συμπληρώνονται υποχρεωτικά από τον οδηγό αυτοκινήτων στην προκείμενη δε περίπτωση από τον ενάγοντα, και από τις φωτοτυπίες των ταχογράφων, η κίνηση του οχήματος ημερησίως δεν ήταν συνεχόμενη, αλλά, αντιθέτως, υπάρχουν και κενά διαστήματα κίνησης που μεσολαβούν μεταξύ της αρχικής ημερησίας έναρξης και της τελικής ημερήσιας λήξης, ενώ δεν υπάρχει σύμπτωση της ώρας έναρξης - λήξης, των ωρών κίνησης και των ωρών των κενών διαστημάτων μεταξύ των βιβλίων κίνησης και των ταχογράφων της ίδιας ημέρας.

Εξάλλου, το σύνολο των ημερησίων και των εβδομαδιαίων ωρών κίνησης μπορεί να ελεγχθεί μόνο από τα βιβλία κίνησης, διότι μόνο αυτά έχουν καθημερινή καταγραφή και όχι από τους ταχογράφους, διότι δεν υπάρχουν ταχογράφοι για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι προσκομιζόμενοι από τον ενάγοντα ταχογράφοι ενδεικτικά συγκρινόμενοι ως προς τις ημερομηνίες και το χρόνο δεν ταυτίζονται με τα βιβλία δρομολογίων, που προσκόμισε η εναγόμενη εταιρεία, αλλά ούτε και με τις ώρες και ημέρες που ισχυρίζεται ο ίδιος ότι εργάστηκε στην υπό κρίση αγωγή του.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκαν από ουδένα αποδεικτικό μέσο, μεταξύ των οποίων και η διενεργηθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος πραγματογνώμονα, Αλέξανδρου Τσάκωνα, οικονομολόγου - λογιστή, οι ακριβείς ώρες παρασχεθείσας εκ μέρους του ενάγοντος υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση , με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ουσιώδη αγωγικό του ισχυρισμό περί μεταβίβασης της εμπορικής δραστηριότητας και της εργασιακής σχέσεώς του από τη 2η αναιρεσίβλητη - ΕΠΕ στην 1η αναιρεσίβλητη - ΑΕ. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν.

Ειδικότερα δέχθηκε α) ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα ανήκαν στην ιδιοκτησία των εταίρων ήτοι των 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, ουδέποτε αποτέλεσαν περιουσία της 2ης αναιρεσίβλητης και οι ως άνω εναγόμενοι τα εισέφεραν όχι σε χρήση αλλά κατά κυριότητα στην 1η αναιρεσίβλητη αντί χρηματικής εισφοράς, στην οποία ανήκουν πλέον και ούτω απεκδύθηκαν κάθε προσωπικού δικαιώματος επ' αυτών, β) ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση πελατολογίου της 2ης αναιρεσίβλητης προς την 1η αναιρεσίβλητη, γ) ότι δεν υπήρξαν εργαζόμενοι της 2ης αναιρεσίβλητης και στην 1η αναιρεσίβλητη ήτοι μεταβίβαση προσωπικού από την 2η εταιρεία στην 1η εταιρεία, και δ) ότι η ταυτότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αρκεί να προσδώσει το χαρακτήρα μιας και της αυτής επιχείρησης, υπό το καθεστώς διαδοχής, δεδομένου ότι πάντα δραστηριοποιούντο στο χώρο μεταφοράς προϊόντων και συνακόλουθα ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπ' όψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του περί αντιδιαστολής μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου οδήγησης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται πάσα αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και εντεύθεν και εκκρεμοδικία.

Προκειμένου να θεμελιώνεται ο εν λόγω λόγος, απαιτείται να υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας επί αυτοτελούς αιτήσεως τόσον στο αιτιολογικό όσον και στο διατακτικό της αποφάσεως, ως εκ τούτου, εάν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας έχει απορριφθεί εν όλω, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος, έστω και εάν δεν υφίσταται αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα αυτής (ΑΠ 220/2020, 1035/2019, 615/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης με αριθμό 12082/2018 αποφάσεως, σε συνδυασμό και με την συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 6276/2017 απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε κατ' ουσίαν στο σύνολό της την αγωγή του αναιρεσείοντος, ειδικότερα δε και όσον αφορά τις ώρες και τις ημέρες, καθημερινές, Σάββατα και Κυριακές, που εργάστηκε ο αναιρεσείων κατά τα έτη από 2011 έως 18.5.2016 στις αναιρεσίβλητες εταιρείες, χωρίς διάκριση ή επιφύλαξη αναφορικώς με τα αυτοτελή αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος αμοιβής και προσαύξησης κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν άφησε αδίκαστα τα εν λόγω αιτήματα και ο οικείος τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τους ταχογράφους, τα δελτία δρομολογίων και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...", σε συνδυασμό με την ειδική επίκληση των ταχογράφων, των φύλλων των βιβλίων δρομολογίων, τη διενεργηθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος πραγματογνώμονα Αλέξανδρου Τσάκωνα (οικονομολόγου - λογιστή), καθώς και με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.9.2021 αίτηση του Ιωάννη Σιδηρόπουλου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12082/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 6276/2017 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ