Legislator Case Law & Legislation
1709/2019 AI generated

Supreme Court dismisses prosecutor's appeal on lack of reasoning, upholding acquittal based on evidence sufficiency.

Case Number 1709/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Prosecutor's appeal against an acquittal by the Athens Court of Assizes. The lower court found the evidence sufficient for an acquittal without needing to weigh individual items separately. The court rejected the appeal's claim of insufficient reasoning, ruling that the trial court properly considered all evidence collectively.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505(2), 473(3), 479, 483(3) of the Code of Criminal Procedure; The prosecutor's appeal regarding lack of specific reasoning for evidence is inadmissible when the trial court has considered all evidence collectively to form its conviction.

Keywords

AI generated
prosecutor appeal acquittal reasoning evidence sufficiency collective evaluation inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 4620/2019
Article 589(3) of the new Code of Criminal Procedure
Article 505(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 479 of the Code of Criminal Procedure
Article 483(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1709/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 7999/2018 αποφάσεως του Α'Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενη την D. Y. του S., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χριστίνας - Μαρίας Νικολοπούλου.

Το Α'Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 22/9 Μαΐου 2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 704/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Κατά το άρθρο 589 παρ.3 του νέου Κ.Ποιν.Δ, "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησης τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα".

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 παρ. 2, 473 παρ. 3, 479, 483 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν. 4620/2019 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 589 παρ.3, του νέου Κ.Ποιν.Δ, ως ορίζουσες το επιτρεπτό του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τις διατυπώσεις άσκησής του, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 6-12-2018, ήτοι πριν την 1-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4620/2019, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται, προς το σκοπό επανόρθωσης τυχόν σφαλμάτων της απόφασης, να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης, που εκδίδεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 9-5-2019 και με αριθμό έκθεσης 22/2019 αίτηση αναίρεσης, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, στρέφεται κατά της με αριθμό 7999/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία η κατηγορούμενη Y.

D. του S. κηρύχθηκε αθώα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, η οποία έλαβε χώρα στις 12-4-2019. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της, που αφορά στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ του Κ.Ποιν.Δ), σαν να ήταν παρούσα και η απολειπόμενη κατηγορούμενη, η οποία δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στην ίδια, της με αριθμό 704/2019 κλήσης της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προς εμφάνισή της στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου στη σημερινή δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από το από 4-7-2019 αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ.

Χ., που υπάρχει στη δικογραφία. (αρθρ. 515 παρ.2 εδ.α'ΚΠοινΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π Κ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της από το ν. 4619 /2019, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και ε) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του καταμηνυθέντος είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το ν. 4619 /2019, "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει.

Περαιτέρω, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.

Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ. ΑΠ 1/2018,Ολ. Α.Π. 3/2012). Πιο συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ' είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Έτσι, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 7999/2018 απόφασή του κήρυξε την κατηγορούμενη Y. D. του S. αθώα, και συγκεκριμένα για το ότι: " Α. Στην Αθήνα την 13-3-2012 εν γνώσει της κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη αυτή και ειδικότερα, κατήγγειλε με την από 13-3-2012 υπεύθυνη δήλωσή της προς τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Νέας Ιωνίας του Σ.Ε.Π.Ε, οι οποίοι είχαν υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρου 37 Κ11Δ να ανακοινώσουν την αξιόποινη πράξη ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ότι ο νυν εγκαλών, Α.

Σ., αν και την απασχόλησε από την 16-11-2009 ως και την 20-9- 2011 στο καφενείο ιδιοκτησίας του επί της οδού ... στο ... ως λαντζέρισσα - καθαρίστρια της οφείλει το συνολικό ποσό των 7.029,71 ευρώ λόγω μη καταβολής του επιδόματος Χριστουγέννων 2009,2010 και 2011,του επιδόματος Πάσχα 2010 και 2011 και την αποζημίωση και επίδομα αδείας.

Όμως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήταν πρόσφορα να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του νυν εγκαλούντος για την πράξη του άρθρου μόνου του α.ν 690/45,ήταν εν γνώσει της εξ ολοκλήρου ψευδή, η δε αλήθεια την οποία γνώριζε πολύ καλά ήταν ότι ουδέποτε απασχολήθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο κατάστημα ιδιοκτησίας του και συνεπώς, ουδέν χρηματικό ποσό είχε υποχρέωση να της καταβάλει.

Β. Στην Αθήνα, την 5-5-2004 ,ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα ,εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ακροατηρίου του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της σε βάρος του νυν εγκαλούντος Α.

Σ., κατηγορίας για παράβαση του άρθρου μόνου του Ν. 690/1945κατέθεσε τα ακόλουθα: "Δούλευα στο καφενείο του κ. Σ. στο ... από το Νοέμβριο 2009 έως το Σεπτέμβριο 2011, από τις 5 το μεσημέρι έως τις 2.30 το βράδυ. Αυτή ήταν η μοναδική μου απασχόληση, δε δούλευα ως οικιακή βοηθός. Έχω κάνει αγωγή και μου οφείλει δώρα άδεια, υπερωρίες και σαββατοκύριακα.

Τώρα δε δουλεύω εκεί, αλλά εργάζομαι κάπου αλλού. Εγώ δεν είχα υπογράψει πρόσληψη, δε γνωρίζω όμως για τις άλλες κοπέλες. Γνωρίζω την κυρία Ί. Ι., η οποία δούλευε νόμιμα για λίγο καιρό και κατέθεσε σαν μάρτυρας υπέρ του κυρίου Σ.. Δεν υπήρχαν απειλές κατά της ζωής της από εμένα". Όμως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε η κατηγορουμένη ήταν εν γνώσει της εξ ολοκλήρου ψευδή, η δε αλήθεια την οποία γνώριζε πολύ καλά ήταν ότι δεν εργάστηκε από την 1-9-2009 και εντεύθεν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πενθήμερης διάρκειας στο καφενείο ιδιοκτησίας του νυν εγκαλούντος".

Για να καταλήξει το Δικαστήριο της ουσίας στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά πιστή αντιγραφή: " Στην προκειμένη υπόθεση, από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης και συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με την απευθυνόμενη προς το Σ.ΕΠ.Ε (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ν. Ιωνίας), από 13-3-2012, υπεύθυνη δήλωσή της η κατηγορουμένη δήλωσε ότι εργάστηκε από τις 16-11-2009 έως τις 20-9-2011 στο καφενείο του Α. Σ., επί της οδού ..., στο Ν. Ηράκλειο, ως λαντζέρισσα - καθαρίστρια, με μηνιαίο μισθό 1.197,60 ευρώ και ότι ο ανωτέρω εργοδότης της οφείλει συνολικό ποσό 7.029,71 ευρώ, λόγω μη καταβολής δώρων Χριστουγέννων ετών 2009, 2010 και 2011, Πάσχα ετών 2010 και 2011, αποζημίωση άδειας ετών 2009 και 2010 και επίδομα άδειας ετών 2009 και 2010 και ζήτησε την ποινική δίωξη αυτού.

Με βάση την ανωτέρω καταγγελία της κατηγορουμένης συντάχθηκε από το ανωτέρω Σ.ΕΠ.Ε το με αριθμό .../14-12-2012 δελτίο εργατικής διαφοράς και στη συνέχεια, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Α. Σ., ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, για παράβαση του Α.Ν. 690/1945 και συγκεκριμένα για το ότι, ως εργοδότης της κατηγορουμένης, την οποία απασχόλησε στην επιχείρησή του (καφενείο στο ..., επί της οδού ...), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως λαντζέρισσα - καθαρίστρια, κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009 έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, δεν της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 3.460,91 ευρώ, το οποίο προερχόταν από αναλογία δώρου Χριστουγέννων ετών 2009 και 2010, δώρο Χριστουγέννων έτους 2010 και δώρο Πάσχα των ετών 2010 και 2011.

Για την πράξη αυτή ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την ήδη αμετάκλητη 42.971/2014 απόφασή του τον κήρυξε αθώο, λόγω αμφιβολιών ως προς το εάν η απασχόληση της κατηγορουμένης στην επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος είχε το χαρακτήρα σύμβασης εργασίας.

Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης ο πολιτικώς ενάγων υπέβαλε κατά της κατηγορουμένης την από 7-7-2014 έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε εναντίον της η παρούσα ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος με την από 13-3-2012 υπεύθυνη δήλωση - καταγγελία της προς το Σ.ΕΠ.Ε και για ψευδορκία μάρτυρα, με την από 5-5-2014 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της σε βάρος του (πολιτικώς ενάγοντος) κατηγορίας για παράβαση του ΑΝ 690/1945.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η κατηγορουμένη, μετά την υποβολή της ανωτέρω καταγγελίας προς το Σ.ΕΠ.Ε., άσκησε κατά του πολιτικώς ενάγοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, την από 21-11-2011 αγωγή (αριθ. κατάθ. 184/2011), με την οποία, επικαλούμενη ότι απασχολήθηκε στην επιχείρησή του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λαντζέρισσα - καθαρίστρια, από 16-11-2009 έως 20-9-2011, ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει συνολικό ποσό 19.516,01 ευρώ για μη καταβολή αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας και επίδομα άδειας των ετών 2009 και 2010, υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, καθώς και αμοιβής και αποζημίωσης απασχόλησης κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.

Επί της ανωτέρω αγωγής της κατηγορουμένης εκδόθηκαν, αρχικά η 283/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε ο πολιτικώς ενάγων να καταβάλει στην κατηγορουμένη το ποσό των 10.873,09 ευρώ νομιμοτόκως και στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής, η 4008/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία ο πολιτικώς ενάγων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.502,78 ευρώ.

Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη, απασχολούμενη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο καφενείο του πολιτικώς ενάγοντος ως λαντζέρισσα - καθαρίστρια, είχε την πεποίθηση ότι δικαιούτο να λάβει τα δώρα των εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που περιέλαβε στην υπεύθυνη δήλωση - καταγγελία της, για τις αξιώσεις αυτές, άλλωστε, δικαιώθηκε κατά ένα μέρος με την προαναφερόμενη 4008/2014 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεπώς διατηρεί αμφιβολίες ως προς το υποκειμενικό στοιχείο των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, που της αποδίδονται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αθώα αυτών, όπως ορίζεται στο διατακτικό".

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, προσδιορίζει αναλυτικά, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του και αιτιολογεί, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν στοιχειοθετούνται από υποκειμενική άποψη τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη λόγω αμφιβολιών ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του απαιτούμενου άμεσου δόλου.

Ειδικότερα, στις περιεχόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογίες, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της και αποτελούν ενιαίο σύνολο, εκτίθεται με επάρκεια γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν πείστηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης στις συγκροτούμενες από τα αναφερόμενα στοιχεία παραπάνω αξιόποινες πράξεις, αφού προσδιορίζονται θετικά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν, από τα οποία προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη στο πρόσωπό της του απαιτούμενου για την τέλεση των εν λόγω πράξεων άμεσου δόλου.

Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία της κατηγορούμενης), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της.

Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων συγκαταλέγονται και τα επισημαινόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι (α) η από 11-9-2009 υπεύθυνη δήλωση του Χ. Α. και β) η από 10-8-2009 αναγγελία πρόσληψης, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η απολογία της κατηγορούμενης, οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ίδια πρακτικά και τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα.

Για τη βεβαιότητα, ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης, δεν αγνοήθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αρκεί, ότι αυτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρονται κατά το είδος και την κατηγορία τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού τους και μνείας του τί προέκυψε από αυτά, το δε γεγονός, ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενό τους ή ότι το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα σε άλλα στοιχεία, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν σημαίνει, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξαίρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην απαλλακτική του κρίση.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις αποδείξεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ. Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμό 22/9-5-2019 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 7999/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ