Supreme Court dismisses appeal against tax authority ruling regarding farmer status and debt classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding his father's tax status. The appellant argued that his father was a farmer entitled to specific debt relief, but the lower court found he was a meat shop owner with primary income from business. The court upheld the lower court's finding that the father did not meet the legal definition of a farmer and thus the debt fell under general provisions rather than farmer-specific ones.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 of Law 890/1981; Art. 1 of Law 2520/1997; Art. 39 of Law 3459/2004: A person qualifies as a farmer for tax purposes only if farming constitutes their primary occupation and income source, and the court's assessment of evidence regarding primary income and occupation is subject to free evaluation and cannot be overturned on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1709 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καμπάνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 664/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 2 του π. δ. 890/1981 "περί εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων": "Διά την εφαρμογήν του παρόντος οι ακόλουθοι όροι έχουν την έναντι εκάστου προσδιοριζομένην έννοιαν: .... 5. "Γεωργός ασκών γεωργίαν κατά κυρίαν αυτού απασχόλησιν", εφ' εξής καλούμενος "γεωργός" είναι: α) Το φυσικόν πρόσωπον, το οποίον είναι κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως, λαμβάνει τουλάχιστον το 50% του συνολικού του εισοδήματος εκ της απασχολήσεώς του εις την γεωργικήν εκμετάλλευσιν και διαθέτει εις αυτήν τουλάχιστον το 50% του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς του ...
β) το νομικόν πρόσωπον υπό μορφήν συνεταιρισμού ή εταιρείας πάσης μορφής, εφ' όσον: αα) Εκ του καταστατικού εγγράφου συστάσεώς του προκύπτει, ότι ασκεί γεωργίαν υπό την έννοιαν της παρ. 1 κατά κυρίαν αυτού επιδίωξιν διά την επίτευξιν οικονομικού αποτελέσματος και ββ) Η πλειοψηφία των φυσικών προσώπων, εκ των οποίων αποτελείται, ως και ο εκπρόσωπος αυτού πληρούν τας προϋποθέσεις της περιπτ.α..".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2520/1997 "Αγρότες, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, είναι οι ασχολούμενοι κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, των οποίων το εισόδημα από την εργασία αυτή αποτελεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού τους εισοδήματος και οι οποίοι αφιερώνουν τουλάχιστον το ήμισυ του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα.
Ως αγρότες θεωρούνται και οι ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία, την πτηνοτροφία, τη μελισσοκομία, τη σηροτροφία, την αλιεία και τα δάση, που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις". Επίσης, κατά ο άρθρο μόνο της κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 2520/1997 εκδοθείσης Υ.Α. 306/1998: "Νομικό πρόσωπο κατά κύρια απασχόληση αγρότης" "Το νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι απασχολείται κατά κύρια απασχόληση στον πρωτογενή τομέα, εφόσον:
α) Απαρτίζεται τουλάχιστον από δύο (2) μέλη και η πλειοψηφία των μελών ή μετόχων, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού πληρούν την ιδιότητα του κατά κύρια απασχόληση αγρότη όπως η έννοια ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2520/1997. β) Στη συστατική του πράξη αναφέρεται ότι: αα) Βασικός του σκοπός είναι η διαχείριση και η διοίκηση κοινής αγροτικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις...ββ) Απαγορεύεται για μία τουλάχιστον 10ετία η μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίων σε πρόσωπα που δεν πληρούν την ιδιότητα, του κατά κύρια απασχόληση αγρότη σε βαθμό που να ανατρέπεται ο όρος της πλειοψηφία της περιπτ.
α της παρούσας παραγράφου..". Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. ε της υπ' αριθμ. 337410/23-10-1998 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αυτού ν. 2520/1997: "Ως αγρότες νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2520/1997 που αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, τα οποία εκτός από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις πρέπει να:
αα) Είναι νόμιμοι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) 'Εχουν εγγραφεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων του ν. 2332/1995. γγ) 'Εχουν κύριο ταμείο ασφάλισης τον ΟΓΑ... Ως αγρότες δεν νοούνται: - Οι μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. - Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως εργολάβοι, βιοτέχνες, κ.λ.π".
Επί προσθέτως, με το άρθρο 39 του ν.3259/2004 ορίσθηκαν τα εξής: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου... Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου......". Εξάλλου με το άρθρο 559 αριθ.1 Κ. Πολ. Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία (ανελέγκτως) εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο (ΑΠ 43/2013, 335/2012). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος και όχι όταν κρίνει περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π 87/2013, 1271/2008).
Επειδή, ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε: Ότι ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του, υπαγομένου στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. ανεδέχθη το χρέος αυτού προς την αναιρεσίβλητο τράπεζα από δανειακές συμβάσεις, τις οποίες ο αποβιώσας, είχε συνάψει μετά της τελευταίας ως κύριος εταίρος και διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης που είχε ως σκοπό την αναπαραγωγή και διάθεση χοιρομητέρων.
Ότι, ενώ ο ίδιος εζήτησε την ρύθμιση της οφειλής του , σύμφωνα με την ευνοϊκότερη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004, η αναιρεσίβλητος υπήγαγε αυτήν στη ρύθμιση της παρ. 1 του αυτού άρθρου και νόμου και ότι με την απειλή επισπεύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του τον υποχρέωσε να υπογράψει πρόσθετη πράξη ρυθμίσεως οφειλών, με την οποία ανελαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει, με τον τρόπο που εκτίθεται ειδικότερα σ' αυτήν, "αναγνωρισθέν" χρέος 414.965,29 ευρώ, αντί του ποσού των 234.439,30 ευρώ, πού ώφειλε βάσει της ευνοϊκής ως άνω ρυθμίσεως, δηλαδή επί πλέον ποσόν 180.525,99 ευρώ.
Ότι το ποσό των 414.965,29 ευρώ, ως κεφάλαιο της ρυθμίσεως, κατέβαλε στις 24-1-2006 και επί πλέον κατέβαλε το ποσό 47.456,54 ευρώ για αναλογούντες τόκους και εισφορά του ν.128/1975, έναντι του πράγματι για τις αιτίες αυτές οφειλομένου ποσού των 16.040,51 ευρώ. Και ότι έτσι αυτός, συνεπεία της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου, ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 211.942,03 ευρώ, ήτοι 180.525,99 ευρώ για επί πλέον του οφειλομένου καταβληθέν κεφάλαιο και 31.416,04 ευρώ για επί πλέον τόκους και εισφορά, άλλως δε ότι αυτή κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη άνευ νομίμου αιτίας εις βάρος της περιουσίας του κατά το ανωτέρω ποσόν.
Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή: α) Να αναγνωρισθεί ότι η οφειλή του υπάγεται στην ευνοϊκή διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3225/2004 και ότι η αναδοχή χρέους αναφέρεται σε ποσό κεφαλαίου 234.439,30 ευρώ, με αναλογία τόκων 16.040,51 ευρώ, β) να εξαναγκασθεί η εναγομένη να δηλώσει, κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ,Δ., ότι περιορίζει το ρυθμιζόμενο χρέος στο ποσόν των 234.439,30 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί να του αποδώσει το συνολικό ποσόν των 211.942,03 ευρώ νομιμοτόκως από 24-1-2006, άλλως από την επίδοση της αγωγής και δ) ν α υποχρεωθεί να του καταβάλει επί πλέον το ποσόν των 50.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η ρύθμιση που προβλέπεται από την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, εφαρμόζεται μόνο για οφειλές φυσικών προσώπων, όχι δε και επί τοιούτων νομικών προσώπων, όπως εν προκειμένω. Το Εφετείο, που επελήφθη της υποθέσεως, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, έκρινε αντιθέτως με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι δηλαδή η ρηθείσα διάταξη τυγχάνει εφαρμογής και επί των νομικών προσώπων και για τον λόγο αυτό, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως νόμιμη και εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, την οποία όμως απέρριψε ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι οι εταίροι και οι διαχειριστές της εταιρείας "ΚΡΕΟΣΥΣ ΕΠΕ" κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψεως των δανείων δεν είχαν τις προϋποθέσεις να χαρακτηρισθούν αγρότες και συνεπώς η επίδικη οφειλή δεν υπάγεται στην ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν.3259/2004.
Ειδικότερα δε το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με την από 30-3-2005 έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο εκκαλών αναδέχθηκε προς την εφεσίβλητη τράπεζα, ...ως εξ αδιαθέτου ...κληρονόμος αποβιώσαντος πατέρα του Π.
Μ.... το χρέος του... πατέρα του, εταίρου και διαχειριστή εν ζωή της εταιρείας "ΚΡΕΟΣΥΣ ΕΠΕ" που απέρρεε από τις παρακάτω δεκαπέντε (15) δανειακές συμβάσεις, το οποίο (χρέος) εμφάνιζε στις 4-8-2004 λογιστικό υπόλοιπο ποσού 1.244.895,87 ευρώ. Εν συνεχεία καταρτίσθηκε την ίδια ως άνω ημερομηνία πρόσθετη πράξη..., κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 παρ.1 του ν.3259/2004, με την οποία ρυθμίσθηκε το ανωτέρω ποσό του χρέους...
στο ποσόν των 414.965,29 ευρώ. Με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο...νομίμως καταχωρισθέν στα βιβλία των εταιρειών του Πρωτοδικείου Πατρών... συνεστήθη η εταιρεία με την επωνυμία "ΚΡΕΟΣΥΣ" σκοπός της οποίας ήταν: α) Η αναπαραγωγή βελτιωμένων φυλών χοίρων και η διάθεση τους με αναπαραγωγή ή προς πάχυνση από άλλους εκτροφείς ή η διατήρηση τους προς πάχυνση και περαιτέρω διάθεση του νωπού κρέατος αυτών.
Η παραπάνω εταιρεία εντάχθηκε στις διατάξεις του Ν.Δ. 43/1968 "κίνητρα για την ανάπτυξη της χοιροτροφίας" και σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού υπήγετο στις γεωργικές επιχειρήσεις και αναλάμβανε όλα τα πλεονεκτήματα για την δανειοδότησή της από την εφεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Η ανωτέρω εταιρεία συνεστήθη από τους:
α)Α. Θ., οικονομολόγο, β) Δ. Ε., έμπορο εξαγωγέα και αντιπρόσωπο οίκων τροφίμων εσωτερικού και εξωτερικού και γ) Α. Κ., έμπορο, εξαγωγέα και αντιπρόσωπο οίκων τροφίμων εσωτερικού και εξωτερικού. Η προεκτεθείσα επαγγελματική δραστηριότητα των ιδρυτών και εταίρων της εν λόγω εταιρείας προκύπτει από την από 1-8-1972 υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/1969 που οι ίδιοι οι ως άνω εταίροι υπέβαλαν στην Α.Τ.Ε., καθώς και από την από 3-11-1971 αίτηση της εταιρείας προς την ΑΤΕ.
Το εταιρικό κεφάλαιο ποσού 230.000 δρχ. διαιρέθηκε σε 23 εταιρικά μερίδια (κάθε ένα από τα οποία ορίσθηκε σε 10.000 δρχ.) και καταβλήθηκε ολοσχερώς από τους εταίρους, κάθε ένας από τους δύο πρώτους των οποίων μετείχε στην εταιρεία με μία μερίδα, συμμετοχής από 8 εταιρικά μερίδια, ο δε τρίτος μετείχε με μία μερίδα συμμετοχής από επτά (7) εταιρικά μερίδια.
Με την υπ' αριθμ. 404/1-3-1973 έγγραφη σύμβαση η εταιρεία, υπό την προεκτεθείσα εταιρική της σύνθεση,... συνήψε με την εφεσίβλητη σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 16.800.000 δραχμών, το οποίο και ελήφθη εξ ολοκλήρου. Εν συνεχεία με την 1653/10-11-1973 έγγραφη σύμβαση η εταιρεία, υπό την ίδια ως άνω εταιρική της σύνθεση...
συνήψε με την εφεσίβλητη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 2.700.000 δραχμών, το οποίο ελήφθη εξ ολοκλήρου. Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. ... έγγραφη σύμβαση η εταιρεία υπό την ίδια εταιρική σύνθεση και με την εγγύηση των προαναφερθέντων συνοφειλετών, συνήψε με την εφεσίβλητη σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 800.000 δρχ., το οποίο και έλαβε εξ ολοκλήρου.
Εξάλλου με την υπ' αριθμ. ... έγγραφη σύμβαση η εταιρεία, με την αυτή ως άνω σύμβαση και με την εγγύηση των ιδίων ως άνω συνοφειλετών, συνήψε με την εφεσίβλητη τράπεζα σύμβαση χρεωλυτικού δανείου 800.000 δρχ., το οποίο και έλαβε εξολοκλήρου. Ομοίως με την υπ' αριθμ.... έγγραφη σύμβαση η εταιρεία, υπό την προεκτεθείσα εταιρική της σύνθεση και με την εγγύηση των προαναφερόμενων συνοφειλετών, συνήψε με την εφεσίβλητη σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 900.000 δραχμών, το οποίο έλαβε εξ ολοκλήρου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ... συμβόλαιο συστάσεως της εταιρείας τροποποιήθηκε διαδοχικά με τα υπ' αριθμ. ..., ... , ... και ..., συμβόλαια ... και το εταιρικό κεφάλαιο που είχε αυξηθεί σε 7.000.000 δρχ. είχε διαιρεθεί σε 700 εταιρικά μερίδια, ποσού 10.000 δρχ. εκάστου από τα οποία 245 μερίδια (ποσοστό 35% του κεφαλαίου) κατείχε ο Α.
Θ., 245 μερίδια (ποσοστό 35% του κεφαλαίου), κατείχε ο Δ. Ε. και τα υπόλοιπα 210 μερίδια (ποσοστό 30 % του κεφαλαίου) κατείχε ο Α. Κ., ενώ διαχειριστές της εταιρείας είχαν ορισθεί ο Δ. Ε. και ο Α. Κ., ο οποίος, λόγω απουσίας του στην Αυστραλία, αντιπροσωπευόταν από τον Δ. Ε. ... Εν συνεχεία με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο"... ο Α.
Κ. μεταβίβασε την εταιρική του μερίδα από 210 μερίδια (ποσοστό 30% επί του εταιρικού κεφαλαίου) στον Γ. Π., κάτοικο Πατρών, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του γεωπόνου, ενώ ο Α. Θ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του προεκτεθέντος συμβολαιογράφου μεταβίβασε την εταιρική του μερίδα από 245 μερίδια (ποσοστό 35% επί του εταιρικού κεφαλαίου) στον πατέρα του εκκαλούντος Π.
Μ.. κάτοικο .... Μετά ταύτα με το... ... συμβόλαιο ... ...ο εταίρος Δ. Ε. μεταβίβασε την εταιρική του μερίδα από 245 μερίδια (ποσοστό 35% επί του εταιρικού κεφαλαίου) στον ...Π. Μ., ο οποίος κατείχε πλέον ποσοστό 70% του εταιρικού κεφαλαίου, ενώ το υπόλοιπο 30% κατείχε ο Γ. Π., ο οποίος εν συνεχεία μεταβίβασε 120 εταιρικά μερίδια (ποσοστό 10% επί του κεφαλαίου) στον Σ.
Γ.... και έτσι στις αρχές του έτους 1980 στην εταιρεία μετείχαν ο Π. Μ. με ποσοστό 70% (ο οποίος ήταν και ο διαχειριστής), ο Γ. Π. με ποσοστό 20% και ο Σ. Γ. με ποσοστό 10% ... Επίσης αποδείχθηκε ότι με την... ... ...σύμβαση η ανωτέρω εταιρεία, η οποία είχε πλέον ως εταίρους τους Π. Μ. και Γ. Π., γεωπόνο, συνήψε σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 600.000 δρχ.
με την εφεσίβλητη Τράπεζα, το οποίο και έλαβε εξ ολοκλήρου, των εταίρων ευθυνόμενων εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Εν συνεχεία με την....... έγγραφη σύμβαση η εταιρεία με την ίδια ως άνω εταιρική σύνθεση συνήψε σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 750.000 δρχ. με την εφεσίβλητη, το οποίο έλαβε εξ ολοκλήρου, των εταίρων της ευθυνόμενων εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Ομοίως με την... ... έγγραφη σύμβαση, η εταιρεία, υπό την προεκτεθείσα εταιρική σύνθεση, συνήψε σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ύψους 1.450.000 δρχ. με την εφεσίβλητη, το οποίο και έλαβε εις ολόκληρον, των εταίρων ευθυνόμενων εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Κατόπιν τούτων με την...... έγγραφη σύμβαση η εταιρεία, με μόνους εταίρους τους Π.
Μ. και Σ. Γ. συνήψε σύμβαση χρεωλυτικου δανείου ύψους 1.800.000 δρχ. με την εφεσίβλητη, το οποίο και έλαβε εξ ολοκλήρου, των εταίρων ευθυνόμενων εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Εν συνέχεια με τις......, ..., ..., ..., ... και ... έγγραφες συμβάσεις η εταιρία με την ίδια ως άνω εταιρική σύνθεση συνήψε... συμβάσεις χρεωλυτικού δανείου με την εφεσίβλητη για τα ποσά των 4.000.000, 7.000.000 δρχ, 1.500.000, 3.500.000, 3.000.000 και 7.008.555 δραχμών, αντιστοίχως, τα οποία και έλαβε, των εταίρων ευθυνόμενων ως συνοφειλετών με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Όπως προαναφέρθηκε η εταιρεία "ΚΡΕΟΣΥΣ ΕΠΕ", η οποία συνήψε τις προεκτεθείσες δανειακές συμβάσεις με την εφεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα, υπαγόταv κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 43/1968 στις γεωργικές επιχειρήσεις. Ούτε όμως οι ιδρυτές αυτής αλλά ούτε και η πλειοψηφία των εταίρων της και οι διαχειριστές της, κατά τους προαναφερόμενους ενδιαφέροντες χρόνους συνάψεως των επιδίκων δανειακών συμβάσεων, αποδείχθηκε ότι ήσαν αγρότες κατά κύριο επάγγελμα υπό την έννοια δηλαδή ότι ήσαν κάτοχοι γεωργικής εκμεταλλεύσεως και ελάμβαναν τουλάχιστον το 50% του συνολικού τους εισοδήματος από την απασχόλησή τους στην γεωργική εκμετάλλευση και διέθεταν σ' αυτήν τουλάχιστον το 50% του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα μνημονευόμενα ανωτέρω, οι ιδρυτές και διαχειριστές της αλλά και μοναδικοί της εταίροι κατά τους χρόνους συνάψεως των πέντε (5) πρώτων δανειακών συμβάσεων (..., ... ... ... και ... Α. Θ., Δ. Ε. και Α. Κ. ασκούσαν το επάγγελμα του οικονομολόγου-οργανωτή και του εμπόρου- αντιπροσώπου εισαγωγών και εξαγωγών, αντιστοίχως και μόνο η συμμετοχή τους στην ανωτέρω εκ του νόμου (άρθρο 3 ν. 3190/1955) εμπορική εταιρεία, η οποία είχε υπαχθεί στις γεωργικές επιχειρήσεις δεν τους προσέδιδε την ιδιότητα του αγρότη.
Επίσης δεν ήταν αγρότης κατά κύριο επάγγελμα ο εταίρος Γ. Π., ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ασκούσε το επάγγελμα του γεωπόνου. Όσον αφορά δε στον αποβιώσαντα πατέρα του εκκαλούντος Π. Μ., ο οποίος εισήλθε για πρώτη φορά ως εταίρος στην πιο πάνω εταιρεία στις 7-10-1976 και από την 9-2-1977 κατείχε την πλειοψηφία των μεριδίων του εταιρικού κεφαλαίου και ήταν διαχειριστής της εταιρείας, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατά τους ενδιαφέροντες εν προκειμένω χρόνους καταρτίσεως των... ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ... δανειακών συμβάσεων ασκούσε αγροτική δραστηριότητα κατά κύριο επάγγελμα υπό την προαναφερόμενη έννοια. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτός τουλάχιστον από τον Μάρτιο του έτους 1976 ήταν κατά κύριο επάγγελμα έμπορος ζωοτροφών ...Ο εκκαλών προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι κατά τον χρόνο λήψεως των ανωτέρω δανείων ο πατέρας του ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης προσκομίζει την από 6-10-2004 βεβαίωση του Περιφ/κού Υποκαταστήματος Δυτικής Ελλάδος του Ο.Γ.Α., στην οποία βεβαιώνεται ότι ο Π.
Μ. από τον Ιούνιο του 1981 έως και τον Σεπτέμβριο του 1991, που απεβίωσε, ήταν συνταξιούχος του Ο.Γ.Α. λόγω γήρατος. Από την ανωτέρω όμως βεβαίωση η οποία έχει εκδοθεί για κάθε νόμιμη χρήση, πλην της δικαστικής, δεν αποδεικνύεται ότι ο Π. Μ. είχε ως κύριο Ταμείο Ασφαλίσεως τον Ο.Γ.Α. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι ο τελευταίος κατά τον παραπάνω χρόνο που μνημονεύεται ως συνταξιούχος του Ο.Γ.Α.
λόγω γήρατος, διατηρούσε επιχείρηση κρεοπωλείου στην Πάτρα, από την οποία αποκόμιζε ετήσια καθαρά έσοδα περίπου 4.000.000 δραχμών... Περαιτέρω ο εκκαλών, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος δεν προσκόμισε αποδείξεις σχετικές με τα κρίσιμα ζητήματα ότι τουλάχιστον το 50% του εισοδήματος του ανωτέρω πατέρα του προερχόταν από την απασχόλησή του στην γεωργική εκμετάλλευση και ότι διέθετε σ' αυτήν τουλάχιστον το 50% του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς του.
Συνεπώς οι προαναφερόμενοι εταίροι και διαχειριστές της εταιρείας , η οποία από τον Ιούλιο του 1981 διέκοψε την λειτουργία της λόγω αφαιρέσεως της χορηγηθείσης αδείας της από την αρμόδια αστυνομική αρχή συνεπεία περιβαλλοντολογικών προβλημάτων που δημιουργούσε στην περιοχή της ... δεν συγκέντρωναν κατά τους κρίσιμους χρόνους λήψεως των δανείων τις πιο πάνω προϋποθέσεις του νόμου για να χαρακτηρισθούν αγρότες υπό την προεκτεθείσα έννοια, ώστε το χρέος που αναδέχθηκε με την επίδικη σύμβαση ο εκκαλών να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 που αφορά στους αγρότες (φυσικά αλλά και νομικά πρόσωπα). Για τούτο και η εφεσίβλητη Τράπεζα που υπήγαγε το ένδικο χρέος στην γενική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.3259/2004 και όχι σε εκείνη του άρθρου 39 παρ. 5 του ιδίου νόμου, με την οποία ρυθμίσθηκαν τα χρέη των αγροτών, ενήργησε σύμφωνα με τον νόμο και δεν διέπραξε αδικοπραξία εις βάρος του εκκαλούντος, όπως ο ίδιος αβασίμως υποστηρίζει στην αγωγή του. Ενόψει των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 5 του ν. 3259/2004 και των λοιπών ως άνω νομοθετημάτων που καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την παρά νομικού προσώπου κτήση της ιδιότητος του αγρότου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και ανεξαρτήτως του αν η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 τυγχάνει ή όχι εφαρμογής και επί οφειλών νομικών προσώπων δραστηριοποιουμένων κατά κυρία απασχόληση στον πρωτογενή τομέα, ως εν προκειμένω η εταιρεία " ΚΡΕΟΣΥΣ Ε.Π.Ε.", που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης, το Εφετείο έκρινε, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές του, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία , υπό την σύνθεση των μελών και των διαχειριστών της από της συστάσεώς της και καθ' όλην την διάρκεια της λειτουργίας της , κυρίως δε κατά το χρόνο συνάψεως μετά της αναιρεσιβλήτου των επίμαχων δανειακών συμβάσεων και την λήψη των αντιστοίχων χρηματικών ποσών, δεν πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα της προσέδιδαν την ιδιότητα του κατά κύριο επάγγελμα αγρότου, υπό την προεκτεθείσα του όρου τούτου έννοια, αφού την ιδιότητα ταύτην δεν είχαν κατά τους κρίσιμους, ως άνω, χρόνους, οι εταίροι και οι διαχειριστές αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας και δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος και ότι κατόπιν αυτού η αναιρεσίβλητος με την υπαγωγή του επιδίκου χρέους στην ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του ν. 3459/2004 και όχι σε εκείνη της παρ. 5 του ιδίου άρθρου που αφορά χρέη αγροτών, ενήργησε νομίμως και δεν διέπραξε την αποδιδομένη σ' αυτήν δια της αγωγής αδικοπραξία.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των προειρημένων διατάξεων του άρθρου 39 παρ. 1 και 5 του ν. 3259/2004 και των συναφών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, έκρινε ως εφαρμοστέα επί της ενδίκου οφειλής του την πρώτη εξ αυτών (παρ. 1) και όχι την δευτέρα (παρ. 5), υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., τυγχάνουν αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεώς του, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. αναιρετική αιτίαση, υπό την έννοια ότι δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην από 6-10-2004 βεβαίωση του Περφ/κού Υποκαταστήματος Δυτικής Ελλάδος του Ο.Γ.Α., η οποία απεδείκνυε ότι ο πατέρας του Π.
Μ. ήταν αγρότης ως υπαγόμενος στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. . Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και προσέδωσε στην ως είρηται βεβαίωση την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη, δεχόμενο ως αληθές το βεβαιούμενο δι' αυτής γεγονός ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος Π.
Μ. ήταν πράγματι συνταξιούχος του Ο.Γ.Α. λόγω γήρατος. Περαιτέρω όμως το Εφετείο, στα πλαίσια της ελευθέρας εκτιμήσεως των αποδείξεων, έκρινε κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι από την ίδια βεβαίωση (η οποία είχε εκδοθεί για κάθε νόμιμη χρήση, πλην της δικαστικής) δεν αποδεικνύεται ότι ο Π. Μ. είχε ως κύριο Ταμείο Ασφαλίσεως τον Ο.Γ.Α., άποψη ενισχυομένη (κατά την απόφαση) εκ του γεγονότος ότι αυτός κατά τον χρόνο που μνημονεύεται στην εν λόγω βεβαίωση ως συνταξιούχος του Ο.Γ.Α., διατηρούσε επιχείρηση κρεοπωλείου στην Πάτρα, από την οποία απεκόμιζε ετήσια καθαρά έσοδα 4.000.000 δραχμών περίπου, και ότι ο αναιρεσείων δεν προσεκόμισε αποδείξεις περί του ότι το 50% τουλάχιστον των εισοδημάτων του πατρός του προήρχοντο από την γεωργική εκμετάλλευση και ότι σ' αυτήν αφιέρωνε τουλάχιστον το 50% του χρόνου επαγγελματικής του ενασχολήσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων , ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2012 αίτηση του Σ. Μ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.266/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ