Legislator Case Law & Legislation
1709/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and improper rejection of set-off objection.

Case Number 1709/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her set-off claim and damages, but the court found her grounds legally insufficient. The appeal was rejected because the arguments were too vague to identify specific legal errors and because the set-off objection was properly dismissed as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 169, 171(b), 172 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the violated substantive rule and the specific legal error, or if the appeal challenges a decision rejecting an objection as inadmissible rather than a decision on the merits.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds of appeal set-off objection rejection substantive law violation legal error specification court costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 169, 171(b), 172 of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP.20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Γ. Β., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γίτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1922/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 6-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Επί πλέον ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία για τα έξοδα της διαδικασίας, το οποίο ανέπτυξε προφορικά αλλά και με έγγραφο, το οποίο κατέθεσε επί της έδρας και καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 169, 171 εδ.β και 172 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο - συνεπώς και αίτηση αναιρέσεως (Α.Π.308/2009) - μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία το διάδικο που το άσκησε για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν προχωρεί στη συζήτηση του ένδικου μέσου ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με αυτό, αν δε η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία περάσει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγύηση, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε το ένδικο μέσο.

Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 570 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλουν ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, οπότε οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Τέτοια ένσταση που αφορά το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ανωτέρω αναφερθείσα ένσταση εγγυοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως υπέβαλε αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία για τα έξοδα της διαδικασίας, το οποίο ανέπτυξε προφορικά αλλά και με έγγραφο που κατέθεσε επί της έδρας και καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Το ίδιο αίτημα ανέπτυξε και με το σημείωμά της το οποίο κατατέθηκε στις 14-3-2013, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα στις 11-3-2013. Το αίτημα αυτό, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, είναι απορριπτέο ως απαραδέκτως προταθέν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι με τις προτάσεις που έπρεπε να κατατεθούν είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159, 166, 180, 369, 513 και 1033 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, καθώς και το περί αυτής προσύμφωνο υπόκεινται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως ή του προσυμφώνου, που θεωρούνται σαν να μην έγιναν (Α.Π.95/1999).

Αν σε εκτέλεση του άκυρου κατά τ' ανωτέρω προσυμφώνου καταβλήθηκε ολόκληρο ή μέρος του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, αυτό αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Π.828/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2006 η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] προσυμφώνησε άτυπα με την ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] να πωλήσει στην τελευταία το υπό στοιχεία ΓΒ-2 διαμέρισμα ιδιοκτησίας της σε πολυκατοικία που βρίσκεται...

στην …, αντί τιμήματος 110.000 ευρώ. Το διαμέρισμα αυτό, η άνω πωλήτρια υποσχέθηκε σύμφωνο με την πολεοδομική νομοθεσία, διαμπερές και επιφανείας 87,55 τετραγωνικών μέτρων. Στις 8-12-2006 η ενάγουσα προκατέβαλε έναντι του συνολικού τιμήματος το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο τίμημα των 100.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί τοις μετρητοίς κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας που θα καταρτιζόταν το αργότερο μέχρι το τέλος Μαρτίου του επομένου έτους (2007).

Την ίδια ημέρα της προκαταβολής (8-12-2006) οι παραπάνω συμβαλλόμενες συνυπέγραψαν την με την αυτή χρονολογία έγγραφη απόδειξη προκαταβολής του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ, στην οποία περιέλαβαν την έγγραφη συμφωνία το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας να καταρτιζόταν μέχρι το τέλος Μαρτίου 2007, το δε υπόλοιπο του τιμήματος ανερχόμενο στα 100.000 ευρώ να καταβαλόταν τοις μετρητοίς κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, όπως προεκτέθηκε, καθώς και ότι σε περίπτωση υπαναχώρησης της πωλήτριας θα επιστρεφόταν η προκαταβολή, σε περίπτωση δε υπαναχώρησης της αγοράστριας θα εξέπιπτε η προκαταβολή υπέρ της πωλήτριας.

Οι παραπάνω συμφωνίες και ιδίως η συμφωνία για την παρακράτηση της προκαταβολής εκ μέρους της πωλήτριας εναγομένης σε περίπτωση που η ενάγουσα αγοράστρια άλλαζε γνώμη και δεν συνέπραττε στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, όπως και έγινε, αφού η τελευταία ένα μήνα μετά την προσυμφωνία εξεδήλωσε την πρόθεσή της να μην προχωρήσει στην οριστική σύμβαση, δεν δέσμευσε κανένα από τα διάδικα μέρη, δεδομένου ότι αυτή δεν περιβλήθηκε τον απαιτούμενο από το νόμο για τις μεταβιβάσεις ακινήτων τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Ομοίως κατά παράβαση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του νόμου για τον απαιτούμενο τύπο, δηλαδή προφορικώς και συνεπώς ακύρως, έγινε και η προσυμφωνία των διαδίκων για την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος. Το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ επομένως, που καταβλήθηκε ως προκαταβολή για την επίδικη αγοραπωλησία με βάση προσυμφωνία για την πώληση ακινήτου για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφορά σύμβαση που θεωρείται ως μη γενομένη, ώστε δεν υφίσταται νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παραπάνω παροχής στο πρόσωπο της λήπτριας-εναγομένης, δεδομένου ότι η βούληση της δότριας-ενάγουσας που εκδηλώθηκε άτυπα δεν αναγνωρίζεται από το νόμο.

Συνεπώς συνιστά η με αυτόν τον τρόπο γενομένη προκαταβολή πλουτισμό της εναγομένης-πωλήτριας από την περιουσία της ενάγουσας-αγοράστριας χωρίς νόμιμη αιτία, επιστρεπτέο στην τελευταία". Με βάση αυτές τις παραδοχές και τις επί πλέον παραδοχές περί απορρίψεως των ενστάσεων της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας και για συμψηφισμό της ένδικης απαιτήσεως της ενάγουσας με τις αναφερόμενες απαιτήσεις της, για την οποία ένσταση θα γίνει λόγος κατωτέρω, το εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή μερικώς η αγωγή της ενάγουσας και είχε υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 166, 180, 369, 513, 904 επ. και 1033 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνες των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων και της εντεύθεν υποχρεώσεως της εναγομένης να αποδώσει στην ενάγουσα τη δοθείσα προκαταβολή κατά το ποσό της οποίας κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της τελευταίας.

Συνεπώς οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118-120 στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι της πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου είτε και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει μάλιστα της διατάξεως του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ.

που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής), και να είναι σε θέση το δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (Α.Π.864/2010, Α.Π.1462/2008). Εξάλλου στα πραγματικά σφάλματα της αποφάσεως που μπορούν να θεμελιώσουν λόγους εφέσεως ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (Α.Π.1462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 18-5-2009 εφέσεώς της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε κατά λέξη τα εξής: "Διότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την αγωγή της αντιδίκου μου και να μην λάβει υπόψη της τους δικούς μου ισχυρισμούς, ενώ εάν ορθώς ερμήνευε το νόμο και ορθώς εκτιμούσε τις αποδείξεις έπρεπε να απέρριπτε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή της αντιδίκου μου και να έκανε δεκτές τις δικές μου προτάσεις, ενστάσεις, αιτήσεις και ισχυρισμούς".

Ο λόγος αυτός ήταν ορισμένος μεν κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αόριστος δε και απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της διατάξεως που εφαρμόσθηκε εσφαλμένα και του σφάλματος του δικαστηρίου.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και οι πρώτος και τέταρτος, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14, αριθ.1 (εδ.α) και αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.

αντίστοιχα, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π.399/2011).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.399/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο εφέσεως κατά το πρώτο σκέλος του ως αόριστο, ουσιαστικώς δεν απάντησε επ' αυτού.

Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην ίδια την αίτηση, το εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.

Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.1404/2012).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.44/1990, Α.Π.39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει μείζονα σκέψη και συγκεκριμένα δεν περιέχει ρητή αναφορά σε οποιαδήποτε διάταξη στην οποία να στηρίζει την παραδοχή της περί ακυρότητας της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (άτυπου προσυμφώνου μεταβιβάσεως της κυριότητας διαμερίσματος) και ότι συνακόλουθα ή θα έπρεπε να μην περιέχει τις διατάξεις αυτές, οπότε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.

ή δεν θα έπρεπε να περιέχει τέτοια ρητή αναφορά, οπότε ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της εφέσεώς της κατά το δεύτερο σκέλος του έπρεπε να εξετασθεί στην ουσία του. Εξάλλου με τον τέταρτο κατά το τέταρτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση της τελευταίας διατάξεως δεν εξέτασε τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της κατά το πρώτο σκέλος του.

Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτοι και ειδικότερα ο μεν τρίτος κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη μείζονος προτάσεως διότι η έλλειψη αυτή δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, οι δε τρίτος κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται σ' αυτήν παράβαση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.

και τέταρτος κατά το τέταρτο σκέλος του διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και όχι όταν το αίτημα του διαδίκου (εν προκειμένω ο λόγος εφέσεως) απορρίφθηκε ως αόριστο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π.20/ 2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον χωρίς αριθμό αλλά τελευταίο στη σειρά (έβδομο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών απέρριψε ως μη νόμιμη την πρωτοδίκως και κατ' έφεση υποβληθείσα ένστασή της για συμψηφισμό της ένδικης απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης με τις αναφερόμενες απαιτήσεις της ίδιας (της αναιρεσείουσας) για δαπάνες στις οποίες αυτή προέβη αποκλειστικά εξαιτίας της ένδικης συναλλαγής (για αμοιβή δικηγόρου 1.850 ευρώ, για αμοιβή μεσίτη 2.500 ευρώ, για λοιπές λειτουργικές δαπάνες 150 ευρώ και συνολικά 4.500 ευρώ) και στις οποίες δεν θα προέβαινε αν δεν είχε συναφθεί η συμφωνία για την πώληση του ακινήτου της στην αναιρεσίβλητη, καθώς και με την απαίτησή της ποσού 60.000 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε επειδή πώλησε το ακίνητο αυτό σε άλλον με αισθητά μικρότερο τίμημα από εκείνο που είχε συμφωνηθεί με την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ.) λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκε ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.) διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το αίτημα του διαδίκου (εν προκειμένω η ένσταση συμψηφισμού) απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2012 αίτηση της Μ. Α. για αναίρεση της 399/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ