Legislator Case Law & Legislation
1709/2010 AI generated

1709/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1709/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και β. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πιερίας, που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα.

Legislator headnote

AI generated

1709/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα από τον ορθογωνισμό δημιουργούμενα νέα κληροτεμάχια ή οικόπεδα, πρέπει να είναι ισάξια των παλαιών τοιούτων. Εάν για τα τελευταία έχουν εκδοθεί οριστικοί τίτλοι κυριότητας, αυτοί προσαρμόζονται, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παράγρ. 2 του παρόντος άρθρου, προς τον γενόμενο ορθογωνισμό, με την αυτή διορθωτική απόφαση, συνοδευόμενη από το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα.

Keywords

AI generated
public domain rural land ownership impropriation of public property property ownership standing of the municipality retention of title
AI generated
782/2020
Η κρινόμενη από 6/2/2018 (με αριθμό κατάθεσης 108/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1437/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. ΙΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζεται στις μη επιδοθείσες αποφάσεις, που δημοσιεύτηκαν πριν την 1.1. 2016, σύμφωνα με την 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παράγραφος 2 και 45 του νόμου 4446/2016.
307/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
778/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
852/2021
Για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ' αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.
193/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1709/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Α) Χ.Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, Β) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κηπουρό Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (Ι.Μ.Α.Δ.), που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Ζερβούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ Κοινοποιείται και στους:

Α. Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και β. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πιερίας, που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 11-2-20002 αγωγή β) με την από 13-2-2002 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκλησης σε αναγκαστική πρόσθετη παρέμβαση και παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης του (Χ.Γ.) ήδη αναιρεσείοντος και γ ) με την από 28-11-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 365/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1893/2004 μη οριστική, 1931/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) ο αναιρεσείων με την από 20-10-2008 αίτησή του και β) το αναιρεσείον με την από 14-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 16-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (3-3-2010), συζητήθηκαν η από 20-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ.Γ. και η από 14-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ` αριθμ. 1931/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 2 του Κ.Πολ.Δ. τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ. ιδιωτικές διαφορές μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Έλεγχο δε νομιμότητας της διοικητικής πράξης συνιστά και η εξέταση της καθ` υπέρβαση εξουσίας εκδόσεως και της αντισυνταγματικότητας της διοικητικής πράξης, καθώς και η εξέταση της ύπαρξης ή μη αιτιολογίας, όταν επιβάλλεται ειδικώς από το νόμο ή από τη φύση της υποθέσεως.

Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμόδιου δικαστηρίου (ΑΠ 127/2002). Εξάλλου, με το άρθρο 104 του Συντάγματος 1952 προβλέφθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή εκμίσθωση των αγροτικής φύσεως κτημάτων των ευαγών ιδρυμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία θα ρυθμιζόταν με πολιτειακή πράξη κοινού νομοθετικού περιεχομένου.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής εκδόθηκε το ν.δ. 2185/1952 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών" και, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 36 και 37 αυτού, καταρτίσθηκε μεταξύ του Δημοσίου και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος η από 18.9.1952 Σύμβαση, που κυρώθηκε με το από 26.9/8.10.1952 Β.Δ/μα (ΦΕΚ 289/8-10-1952, τ.Α'), με την οποία παραχωρήθηκαν, έναντι ανταλλάγματος, προς το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Γεωργίας), για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, καλλιεργούμενες ή καλλιεργήσιμες εκτάσεις (αγροί, βοσκότοποι κ.λ.π.), ανήκουσες στην εκκλησιαστική εν γένει περιουσία, οι οποίες προσδιορίζονται κατ' έκταση, είδος, τοποθεσία ή περιφέρεια στους συνημμένους στη Σύμβαση αυτή πίνακες, ενώ σε ιδιαίτερους πίνακες, συνημμένους επίσης στην ίδια Σύμβαση, προσδιορίζονται και οι παραμένοντες στην Εκκλησία της Ελλάδος καλλιεργούμενοι ή καλλιεργήσιμοι αγροί και βοσκότοποι.

Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 36 παρ.3 του παραπάνω ν.δ. 2185/1952, η Εκκλησία της Ελλάδος και τα οικεία εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (ιερές μονές, ιεροί ναοί κ.λπ.) από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του πιο πάνω κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος, αποξενώνονται οριστικά από την κυριότητα των κτημάτων που περιλαμβάνονται στους συνημμένους στη Σύμβαση πίνακες παραχωρουμένων εκτάσεων, το δε Δημόσιο καθίσταται έκτοτε, αυτοδικαίως, κύριο και νομέας των ακινήτων τούτων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α' του Ν.Δ.1189/1972, "περί εκδόσεως οριστικών τίτλων κυριότητος των κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Εποικιστικής Νομοθεσίας αποκατασταθέντων κληρούχων απάντων των αγροκτημάτων και Συνοικισμών", από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ν. δ/τος, ήτοι από 28.6.1972,σύμφωνα με το άρθρο 17 αυτού, η κυριότητα των κατά τις διατάξεις της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας παραχωρηθέντων και παραχωρούμενων ατομικών κλήρων (γαιών και οικοπέδων), περιέρχεται, προκειμένου για κλήρους των μη παραμεθορίων περιοχών, αυτοδικαίως από την κύρωση της οριστικής διανομής στους εγγεγραμμένους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων (φυσικά πρόσωπα) ή τους νέους τοιούτους, μετά την οριστική διανομή από μεταβολή, συνεπεία γενομένων νόμιμων διοικητικών πράξεων ως προς το πρόσωπο των δικαιούχων τούτων.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του αυτού Ν.Δ/τος 1189/1972 "Μετά την κύρωση της οριστικής διανομής, ο οικείος Νομάρχης ή το Τοπικό Συνεργείο του άρθρου 3 του παρόντος, προβαίνει, με απόφασή του, στη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της διανομής στις εξής περιπτώσεις : α) συνεπεία αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, β) συνεπεία αντικειμένης στο νόμο ή εσφαλμένης καταχωρίσεως, εφόσον το τελευταίο τούτο προκύπτει κατά αναμφισβήτητο τρόπο από την όλη απαλλοτριωτική διαδικασία, γ) επί διαπιστώσεως τεχνικών σφαλμάτων, όσον αφορά τα όρια και το εμβαδόν του κτήματος, κατόπιν προτάσεως της Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και δ) στις περιπτώσεις ορθογωνισμού, ήτοι προσαρμογής κληροτεμαχίων ή οικοπέδων προς το σύστημα διανομής (ρυμοτομίες και δρόμοι διανομής), κατόπιν προτάσεως της Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας.

Τα από τον ορθογωνισμό δημιουργούμενα νέα κληροτεμάχια ή οικόπεδα, πρέπει να είναι ισάξια των παλαιών τοιούτων. Εάν για τα τελευταία έχουν εκδοθεί οριστικοί τίτλοι κυριότητας, αυτοί προσαρμόζονται, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παράγρ. 2 του παρόντος άρθρου, προς τον γενόμενο ορθογωνισμό, με την αυτή διορθωτική απόφαση, συνοδευόμενη από το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα.

Η απόφαση αυτή, μαζί με το διάγραμμα, αποτελεί τίτλο δεκτικό μεταγραφής και κοινοποιείται απαραιτήτως στον αρμόδιο μεταγραφοφύλακα προς ανάλογη διόρθωση της γενόμενης μεταγραφής του τίτλου". Από τις παραπάνω διατάξεις του Ν.Δ. 1189/1972 προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού, ο οικείος Νομάρχης έχει αρμοδιότητα να προβαίνει, με απόφασή του, στη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων οριστικής διανομής, η οποία κυρώθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του, και ότι μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων κυρωθείσας οριστικής διανομής περιλαμβάνεται και η αντικειμένη στο νόμο ή η εσφαλμένη καταχώριση, όταν, προκειμένου περί εσφαλμένης καταχώρησης, το σφάλμα προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από την όλη απαλλοτριωτική διαδικασία.

Η αρμοδιότητα, όμως, αυτή που παρασχέθηκε στον οικείο Νομάρχη, να προβαίνει στη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων οριστικής διανομής, σε περίπτωση εσφαλμένης καταχώρισης, περιορίζεται μόνο στη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων που αφορούν αυτή την ίδια τη διανομή και δεν εκτείνεται και στη διόρθωση των ορίων της έκτασης που περιήλθε στο Δημόσιο με αναγκαστική απαλλοτρίωση ή με εξαγορά, δυνάμει του προδιαληφθέντος ν.δ/τος 2.185/1952 και της κυρωθείσας με το από 26.9/8.10.1952 Β.Δ Σύμβασης μεταξύ αυτού και της Εκκλησίας της Ελλάδος, όταν μάλιστα με τη διόρθωση των ορίων της έκτασης που περιήλθε στο Δημόσιο με την αναγκαστική απαλλοτρίωση προσβάλλονται ιδιωτικά δικαιώματα συνταγματικώς κατοχυρωμένα, όπως είναι και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η στέρηση της οποίας, χωρίς την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και την προηγουμένη καταβολή πλήρους αποζημίωσης αντίκειται στο άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος.

Τέλος, με το άρθρο 273 παρ.3 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ. 29.10/6.12.1949) ορίζεται ότι "τα διαταχθέντα και διατασσόμενα από τον Υπουργό της Γεωργίας και τα αποφασισθέντα ή αποφασιζόμενα από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων επί των κατά τον Αγροτικό Νόμο διατασσομένων και κρινομένων παρ` αυτών θεμάτων, δεν υπόκεινται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, ούτε ως παρεμπίπτοντα ή προκριματικά".

Ο αποκλεισμός αυτός του ελέγχου των πιο πάνω πράξεων από τα πολιτικά δικαστήρια τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο Υπουργός Γεωργίας ή ο οικείος Νομάρχης ή οι Επιτροπές Απαλλοτριώσεων δεν υπερέβησαν ως προς την οικεία πράξη τα όρια της δικαιοδοσίας και της εξουσίας που τους παρέχει ο νόμος. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν επί θεμάτων του Αγροτικού Νόμου καθ' υπέρβαση της εξουσίας που τους παρέχει ο νόμος, είναι δυνατός ο παρεμπίπτων έλεγχος των πράξεών τους από τα πολιτικά δικαστήρια.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή που άσκησε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής ο από τους αναιρεσείοντες Χ.Γ., υπέρ του οποίου παρενέβη προσθέτως κατά τη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το επίσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη : "Η εναγόμενη Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου έχει στην κυριότητά της, μεταξύ άλλων, ένα δασοαγρόκτημα, εκτάσεως 66.480 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή Λιτοχώρου και έχει περιμετρικά όρια που αρχίζουν από τη θέση "Βάλτος" και διέρχονται στη συνέχεια από τις θέσεις που αναφέρονται στην απόφαση, το οποίο περιήλθε σ'αυτήν, δυνάμει των υπ'αριθμ. 172 έτους 1290 ( δικού μας 1874) και 178 έτους 1291 (δικού μας 1875) ταπίων του Αυτοκρατορικού Θησαυροφυλακίου Βακουφίου και των υπ'αριθμ.42/1922 και 10/1925 αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα.

Με το από 26.9/8.10.1952 Β. Δ/γμα "Περί κυρώσεως της από 18-9-1952 Συμβάσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και του Δημοσίου περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών κ.λ.π.", κατ'εφαρμογή του άρθρου 104 του Συντάγματος 1952, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ άλλων ακινήτων της, έκταση 5.004 στρεμμάτων από το πιο πάνω δασοαγρόκτημα της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου, την οποία ακολούθως το Ελληνικό Δημόσιο διένειμε κατά τη συμπληρωματική διανομή του έτους 1963 σε ακτήμονες καλλιεργητές.

Η έκταση των 5.004 στρεμμάτων, που παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και διανεμήθηκε από αυτό σε ακτήμονες καλλιεργητές, αποτελείται από άγονη έκταση 4 στρεμμάτων στο Μπαλκόνι Ολύμπου και από βοσκότοπο 5.000 στρεμμάτων στους πρόποδες του Ολύμπου. Η εδαφική αυτή έκταση αποτυπώνεται στο Φύλλο 1 του τοπογραφικού διαγράμματος της συμπληρωματικής διανομής του έτους 1963, που συντάχθηκε από την τοπογραφική υπηρεσία της Νομαρχίας Πιερίας, με τα περιμετρικά στοιχεία 421-422-414-23-24-413-412-411-410-409-408-407-406-423-424-402-401-403-404 και περιλαμβάνει τα τεμάχια με αριθμούς 3 έως 91.

Όλα τα τεμάχια της διανομής αυτής, η οποία εγκρίθηκε με το ΝΔ 1189/1972, καθώς και οι αποκατασταθέντες, ως δικαιούχοι, ιδιοκτήτες τους αναγράφονται στον οικείο από 28-3-1970 Κτηματολογικό Πίνακα της διανομής. Στον ίδιο Κτηματολογικό Πίνακα αναγράφονται ως ιδιοκτησία της εναγόμενης Ιεράς Μονής και τα τεμάχια με αριθμούς 92 έως και 105, δηλαδή ως εξαιρεθέντα από τη διανομή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.3 του προαναφερομένου από 8-10-1952 Β.Δ/τος.

Το συνολικό εμβαδόν των διανεμηθέντων τεμαχίων 3 έως 91, όπως προκύπτει από το άθροισμα του αναγραφόμενου στον ίδιο Κτηματολογικό Πίνακα εμβαδού καθενός από τα τεμάχια αυτά, ανέρχεται σε 5.004,265 στρέμματα, δηλαδή ισούται με το εμβαδόν του παραπάνω αγροκτήματος που είχε παραχωρήσει η εναγομένη προς το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου το τελευταίο να προβεί στη διανομή.

Εξάλλου, με το υπ'αριθμ. .../1960 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε κατά κυριότητα στον ενάγοντα Χ.Γ. και τις αδελφές αυτού, Ε. και Φ.Γ., το με αριθμό 180 τεμάχιο, εκτάσεως 7.714 τ.μ., προερχόμενο από τη διανομή του κτήματος Μαλαθριάς (Δίου) Πιερίας. Στη συνέχεια, με την υπ'αριθμ.

ΥΠΠΕ/Φ6/65006/3-12-1984 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών εγκρίθηκε η ανταλλαγή του άνω τεμαχίου (υπ' αριθμ.180), που είχε παραχωρηθεί στον ενάγοντα και τις αδελφές του, για λόγους προστασίας, ανάδειξης και προβολής των αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν σ'αυτό, ενώ με την επακολουθήσασα υπ'αριθμ.

ΥΠΠΕ/Φ6/27826/29-7-1985 απόφαση της ίδιας Υπουργού εγκρίθηκε η απαλλοτρίωση αυτού του τεμαχίου, όπως και άλλων ακινήτων της περιοχής Δίου, με τον όρο να παραχωρηθεί στους ιδιοκτήτες τους κληρούχους, αντί για αποζημίωση, ισάξια κοινόχρηστη έκταση του Υπουργείου Γεωργίας. Ο Νομάρχης Πιερίας, προκειμένου να αντικαταστήσει τα αγροτεμάχια των κατοίκων του Δίου, που κατά τα ανωτέρω είχαν απαλλοτριωθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς, απηύθυνε προς την Ιερά Μητρόπολη Κίτρους και Κατερίνης και προς την εναγόμενη Ιερά Μονή το με αριθμό πρωτ. 1263/13-9-1991 έγγραφό του, με το οποίο ζήτησε από αυτές να παραχωρήσουν εκτάσεις 190.876 τ.μ., εμφαινόμενες στο συνημμένο στο έγγραφο αυτό διάγραμμα, που περιλαμβάνει τα με αριθμούς 92, 93, 94, 95 και 96 β' τεμάχια της ιδιοκτησίας της εναγομένης, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν εξαιρεθεί από τη διανομή του έτους 1963.

Της αποστολής του εγγράφου αυτού προηγήθηκαν προφορικές συνεννοήσεις με τους εκπροσώπους της εναγομένης, οι οποίοι είχαν συγκατατεθεί στην παραχώρηση 130 στρεμμάτων στη θέση " Πέλλα" και σε ειδικότερη τοποθεσία και όρια που θα καθορίζονταν από κοινού. Όμως, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχίας Πιερίας προχώρησαν στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για την παραχώρηση τεμαχίων στους κατοίκους του Δίου, των οποίων τα ακίνητα είχαν απαλλοτριωθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους εκπροσώπους της εναγομένης και συγκεκριμένα προέβησαν στη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος που επισυνάφθηκε στο παραπάνω έγγραφο του Νομάρχη Πιερίας.

Για την ενέργεια αυτή η εναγομένη διαμαρτυρήθηκε προς το Νομάρχη Πιερίας με το από 29-11-1991 έγγραφό της. Στη συνέχεια ο εν λόγω Νομάρχης εξέδωσε τη με αριθμό πρωτ. ΓΕ 11276/11-12-1991 απόφασή του, με την οποία διόρθωσε τα κυρωμένα κτηματολογικά στοιχεία της Συμπληρωματικής Διανομής του αγροκτήματος Ι.Μ. Αγίου Διονυσίου Λιτοχώρου του έτους 1963 (πίνακες-διαγράμματα), με την εγγραφή σ' αυτά ως διαθεσίμων εκτάσεων του ίδιου αγροκτήματος και των υπ' αριθμ. 92 γ, 93, 94, 95 και 96 β' τεμαχίων, εκτάσεως 12.750 τ.μ., 42.063 τ.μ., 7.875 τ.μ., 3.188 τ.μ.

και 100.000 τ.μ., αντίστοιχα, τα οποία τεμάχια, όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, "εσφαλμένα καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία της Ι.Μ. Αγίου Διονυσίου, όπως προκύπτει εκ της όλης απαλλοτριωτικής διαδικασίας". Η απόφαση αυτή του Νομάρχη Πιερίας, όπως συμπληρώθηκε με την υπ'αριθμ. πρωτ.065037/12-6-1991 απόφασή του, στην οποία διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω τεμάχια είναι διαθέσιμα της κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, μεταγράφηκε στις 19-6-2001 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης.

Ακολούθως, με την υπ'αριθμ. ΓΕ 1520/27-2-1992 απόφαση του ίδιου Νομάρχη αντικαταστάθηκε το πιο πάνω με αριθμό 180 αγροτεμάχιο του ενάγοντος, εκτάσεως 7.714 τ.μ., που είχε απαλλοτριωθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς, με το υπ'αριθμ. 378 τεμάχιο, εκτάσεως 7.700 τ.μ., το οποίο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, κείται εντός του υπ'αριθμ. 96 β μείζονος τεμαχίου, που, κατά την προδιαληφθείσα ΓΕ 11276/11-12-1991 απόφαση του άνω Νομάρχη, εσφαλμένα είχε καταχωρηθεί στα κτηματολογικά στοιχεία της διανομής του έτους 1963 ως ιδιοκτησία της εναγόμενης Ιεράς Μονής.

Από τα προαναφερόμενα, όμως, τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα της διανομής του έτους 1963 αποδεικνύεται ότι το με αριθμό 96 β τεμάχιο αποτελεί τμήμα του με αριθμό 96 τεμαχίου, το οποίο είχε εξαιρεθεί της διανομής και είχε καταχωρηθεί στον οικείο κτηματολογικό πίνακα αυτής ως ιδιοκτησία της εναγομένης.

Τελικά εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος ο υπ'αριθμ. 17439/9-1-1997 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Πιερίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον οποίο αναφέρεται ότι παραχωρείται στον ενάγοντα το πιο πάνω υπ'αριθμ. 378 τεμάχιο γεωργικού κλήρου, που βρίσκεται "στο αγρόκτημα ΙΜΑΔ Λιτοχώρου", δηλαδή στο αγρόκτημα της εναγόμενης Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου.

Εξάλλου, στην επίμαχη ΓΕ 11276/11-12-1991 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας αναφέρεται μεταξύ άλλων ως διαθέσιμη έκταση του ίδιου αγροκτήματος της Ιεράς Μονής και το 96 β τεμάχιο, ενώ στην υπ' αριθμ. πρωτ. 065037/12-6-1991 συμπληρωματική - διευκρινιστική απόφαση του ίδιου Νομάρχη, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αρνήσεως του αρμόδιου Υποθηκοφύλακα να μεταγράψει την πρώτη, το υπ'αριθμ. 96 β κληροτεμάχιο αναφέρεται ως διαθέσιμο της κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας.

Δεδομένου, όμως, ότι η εναγομένη από το αγρόκτημά της είχε παραχωρήσει στο Ελληνικό Δημόσιο για τις ανάγκες της διανομής του έτους 1963, 5.004 στρέμματα και ότι τα με αριθμούς 3 έως και 91 τεμάχια της διανομής αυτής εξαντλούν συνολικά εδαφική έκταση 5.004,265 στρεμμάτων, προκύπτει, με μαθηματική συνέπεια, ότι τα τεμάχια με αριθμούς 2 και 92 έως 105 που αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα της διανομής αυτής ως ιδιοκτησία της εναγόμενης Μονής δεν μπορεί να είναι διαθέσιμες εκτάσεις της κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, αφού σε καταφατική περίπτωση θα έπρεπε η εναγομένη να έχει παραχωρήσει στο Δημόσιο έκταση μείζονα των 5.004 στρεμμάτων, πράγμα, όμως, που ουδείς των διαδίκων επικαλείται, αλλ'ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.

Άλλωστε, ούτε ο ενάγων, ούτε το παρεμβαίνον υπέρ αυτού Ελληνικό Δημόσιο επικαλούνται ότι το 378 τεμάχιο, που είναι και το επίδικο ακίνητο, προέρχεται από άλλες διανεμητέες εκτάσεις, εκτός του αγροκτήματος της εναγομένης. Αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο, με τον προδιαληφθέντα 17439/8-1-1997 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Πιερίας, με τον οποίο παραχώρησε το επίδικο τεμάχιο στον ενάγοντα, αναγνωρίζει ότι αυτό προέρχεται από τη διανομή του αγροκτήματος της εναγομένης του έτους 1963.

Από τη συνεκτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων αποδεικνύεται η κυριότητα της εναγομένης στο επίδικο ακίνητο, με βάση τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας της για τη μείζονα του επιδίκου έκταση. Επομένως ο Νομάρχης Πιερίας, με την επίμαχη ΓΕ 11276/11-12-1991 απόφασή του, με την οποία, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που του παρείχε το άρθρο 9 παρ.1 του Ν.Δ. 1189/1972, διόρθωσε τα κτηματολογικά στοιχεία της διανομής του έτους 1963 και υπήγαγε το επίδικο ακίνητο στις διαθέσιμες εκτάσεις του αγροκτήματος της εναγομένης, χωρίς μάλιστα εν προκειμένω το εσφαλμένο της καταχώρησης στα κτηματολογικά στοιχεία να προκύπτει αναμφισβήτητα από την απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά προς τούτο υπήρχε ανάγκη προσφυγής σε ουσιαστικές και νομικές εκτιμήσεις, προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας της εναγομένης, ήτοι ιδιωτικό δικαίωμα προστατευόμενο από το άρθρο 17 του Συντάγματος, καθόσον η ενέργειά του αυτή ισοδυναμεί με τη διενέργεια νέας διανομής, την οποία ρητά αποκλείει ο νομοθέτης μετά την κύρωσή της.

Με την προσβολή δε του δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης ο παραπάνω Νομάρχης υπερέβη τη δικαιοδοσία του και συνεπώς είναι επιτρεπτός εν προκειμένω ο παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους της διοικητικής πράξης, κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔ. Έτσι η απόφαση αυτή (ΓΕ 11276/1991) του Νομάρχη Πιερίας, κατά το μέρος που προσβάλλει την κυριότητα της εναγομένης στο επίδικο ακίνητο είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Επίσης είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες και η με αριθμό ΓΕ 1520/1992 απόφαση του ίδιου Νομάρχη, με την οποία αντικατέστησε το 180 αγροτεμάχιο του ενάγοντος, που είχε απαλλοτριωθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς, με το επίδικο ακίνητο, και συνακόλουθα είναι άκυρος, ως στερούμενος νομίμου ερείσματος, και ο εκδοθείς για το επίδικο με βάση την τελευταία απόφαση 17439/1997 τίτλος κυριότητας, διότι ο ανωτέρω Νομάρχης υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1644/1986, αφού αντάλλαξε το απαλλοτριωθέν για αρχαιολογικούς σκοπούς κληροτεμάχιο του ενάγοντος, όχι με κοινόχρηστη ή με διαθέσιμη έκταση του αγροκτήματος της εναγόμενης Ιεράς Μονής, αλλά με ιδιόκτητη αυτής έκταση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη εναγομένη Ιερά Μονή δεν απώλεσε την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου και επομένως ο, ήδη αναιρεσείων, ενάγων Χ.Γ. δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με την επικαλούμενη στην αγωγή του παραχώρηση τούτου σ' αυτόν από το προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και την έκδοση υπέρ αυτού (ενάγοντος) του 17439/1997 τίτλου κυριότητας, ακολούθως δε, επικυρώνονοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει, ως αβάσιμη, την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος Χ.

Γ., απέρριψε τις ασκηθείσες κατ'αυτής αυτοτελείς εφέσεις των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 περ.β'του Ν.Δ. 1189/1972 και 273 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της υπέρβασης από το Νομάρχη των ορίων της δικαιοδοσίας που του παρείχε το άρθρο 9 παρ.1 περ.β'του Ν.Δ. 1189/1972 να προβεί στη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της γενόμενης κατά το έτος 1963 οριστικής διανομής της έκτασης των 5.004 στρεμμάτων και της δυνατότητας, κατ' εξαίρεση στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρεμπίπτοντος ελέγχου των σχετικών αποφάσεων του Νομάρχη από τα πολιτικά δικαστήρια.

Ειδικότερα α) εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι το με αριθμό 96 τεμάχιο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, δεν εμπεριέχεται στην εδαφική έκταση των 5.004 στρεμμάτων, η οποία είχε παραχωρηθεί από το αγρόκτημα της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής προς το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της από 18-9-1952 Σύμβασης μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και του Δημοσίου, και ακόμη ότι το τεμάχιο αυτό (96) ρητά εξαιρέθηκε από τη γενόμενη κατά το έτος 1963 οριστική διανομή της εν λόγω εδαφικής έκτασης των 5.004 στρεμμάτων, καταχωρηθέν στον οικείο κτηματολογικό πίνακα της διανομής ως ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, ο Νομάρχης Πιερίας δεν είχε την εξουσία, βάσει της διατάξεως του άρθρου 9 παρ.1 περ.β'του Ν.Δ. 1189/1972, να μεταβάλει, αναμορφώνοντας τα κτηματολογικά στοιχεία της διανομής, με την ΓΕ11276/11-12-1991 απόφασή του και την υπ'αριθμ. 065037/12-6-1991 συμπληρωματική αυτής, τα όρια της έκτασης των 5.004 στρεμμάτων που είχε παραχωρηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο από το αγρόκτημα της αναιρεσίβλητης και να υπαγάγει σ' αυτήν το με αριθμό 96 τεμάχιο ιδιοκτησίας της τελευταίας, χωρίς μάλιστα το τυχόν εσφαλμένο της καταχώρησης στα κτηματολογικά στοιχεία να προκύπτει αναμφισβήτητα από την απαλλοτριωτική διαδικασία, διότι με τη μεταβολή αυτή προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς της, ήτοι ιδιωτικό δικαίωμα προστατευόμενο από το άρθρο 17 του Συντάγματος, και β) εφόσον οι παραπάνω αποφάσεις του Νομάρχη εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της από το άνω άρθρο 9 παρ.1 περ.β'του Ν.Δ. 1189/1972 δικαιοδοσίας του, επιτρεπτώς το Εφετείο, κατά τα άρθρα 273 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα και 2 του ΚΠολΔ, προέβη στον παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους των αποφάσεων αυτών του Νομάρχη, καθώς και του βάσει αυτών εκδοθέντος 17439/8-1-1997 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Πιερίας, που ήταν προαπαιτούμενα της διάγνωσης για την ύπαρξη ή μη κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου.

Επομένως οι τρεις πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Χ.Γ. και οι συναφείς προς αυτούς τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, από τους αριθμούς 1, 4 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί τη μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του Νομάρχη να προβεί σε διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της οριστικής διανομής του έτους 1963, λόγω εσφαλμένης καταχώρισης, και να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους των παραπάνω αποφάσεων του Νομάρχη, καθώς και του προδιαληφθέντος τίτλου κυριότητας, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 περ.β'του Ν.Δ. 1189/1972 και 273 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα και, έτσι, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, και ακόμη ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτήν, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις που περιέχονται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Χ.Γ., (και μόνο) ως προς την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις που περιέχει η εν λόγω απόφαση.

ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ.1 και 269 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της προβολής της από άποψη τρόπου, πρέπει, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, να προβάλλονται από τον ενιστάμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό όλα τα πραγματικά περιστατικά που φέρονται ότι συνιστούν την κατάχρηση δικαιώματος και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αντικρουόμενης αξιώσεως ως ασκούμενης καταχρηστικώς (Ολ.

ΑΠ 472/1983). Έτσι, αν δεν συντρέχει δικαιολογημένη αιτία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ, η παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ή ενστάσεως ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, ως απαράδεκτης, σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 2102/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ.Γ. με την ένδικη αγωγή του, που είχε ως αίτημα την αναγνώριση κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Από το έτος 1987, που εγκαταστάθηκα από την αρμόδια Τοπογραφική Υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας Πιερίας στο με αριθμό 378 αγροτεμάχιο (επίδικο), κατείχα και νεμόμουν αυτό αδιαταράκτως, και ειδικότερα το καλλιεργούσα δια των αδελφών μου και το περιέφραξα με σύρμα, σιδηροπασσάλους και πέντε τσιμεντοκολώνες από οπλισμένο σκυρόδεμα, δαπανώντας συνολικά περίπου 2.500.000 δραχμές, χωρίς να ενοχληθώ από κανέναν μέχρι τις 2-11-2000, οπότε αιφνιδίως η εναγομένη, ενεργώντας κατά κατάχρηση δικαιώματος, μου κοινοποίησε την από 30-10-2000 αίτησή της προς το Ειρηνοδικείο Κατερίνης για λήψη εναντίον μου ασφαλιστικών μέτρων νομής, ισχυριζόμενη για πρώτη φορά ότι το με αριθμό 378 αγροτεμάχιο είναι δικό της, ενώ γνώριζε από την πρώτη στιγμή την εγκατάστασή μου σ'αυτό από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες κατά το έτος 1987 και παρόλα αυτά δεν προέβη ούτε τότε, ούτε κατά τη διάρκεια των 15 ετών που ακολούθησαν σε καμιά νόμιμη ενέργεια για να παρεμποδίσει την εγκατάστασή μου στο επίδικο.

Επί της άνω αιτήσεως της εναγομένης εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ.812/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, που απέρριψε την αίτηση και ακολούθως, μετά από έφεση που άσκησε κατ'αυτής η εναγομένη, η υπ'αριθμ. 7/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η απόφαση του Ειρηνοδικείου, αναγνωρίσθηκε η εναγομένη προσωρινά νομέας του επιδίκου αγροτεμαχίου και διατάχθηκε η αποβολή μου από αυτό.

Η τελευταία απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης έκρινε εσφαλμένα, αφού το επίδικο, μετά από νόμιμη παραχώρηση και έκδοση τίτλου στο όνομά μου, ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά μου". Τον αγωγικό του αυτό ισχυρισμό, τον επανέφερε στο Εφετείο ο αναιρεσείων με λόγο της έφεσής του, διατεινόμενος επιπλέον ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε απορρίψει ως καταχρηστική την επίκληση από την εναγομένη της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο.

Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή αίτημα περί αναγνωρίσεως ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης εναγομένης στο επίδικο ακίνητο δεν υποβλήθηκε. Ενόψει αυτών, εφόσον κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό δεν διατυπώθηκε, μαζί με τα πραγματικά περιστατικά που φέρονται ότι συνιστούν την κατάχρηση δικαιώματος, και αίτημα απόρριψης της αντικρουόμενης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ως ασκούμενης καταχρηστικώς, η για πρώτη φορά προβολή στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα της αντενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένστασης της αναιρεσίβλητης για δική της κυριότητα στο επίδικο, χωρίς την επίκληση δικαιολογημένης αιτίας για τη βραδεία προβολή της, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη και αόριστη την αντένσταση του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση του προβαλλομένου από την αναιρεσίβλητη εναγομένη δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Χ.Γ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 20-10-2008 αίτηση του Χ.Γ. και την από 14-7-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1931/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αυτές αναιρέσεως. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ.Γ. και σε τριακόσια (300) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ