1709/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1999 αγωγή των αρχικών διαδίκων: α) Χ1 και β) ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/1999 προδικαστική, 225/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1709/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, την αίτηση αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσείοντες υπέγραψε και κατέθεσε ο δικηγόρος Ιωαννίνων Σπύρος Βέλλης, χωρίς και ως προς αυτόν να γίνεται επίκληση προς τούτο και να προσκομίζεται, σε σχέση με την ως άνω αναιρεσείουσα, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ως προς την αναιρεσείουσα Χ2 είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 2 Κ.Πολ.Δ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1709 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2.α. Χ2, β. Χ3 και γ. Χ4, ως καθολικών διαδόχων και μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος ΧΧ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρτσέκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, ως καθολικών διαδόχων και μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου και ήδη αποβιωσάσης ΨΨ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Στρουγκάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1999 αγωγή των αρχικών διαδίκων: α) Χ1 και β) ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/1999 προδικαστική, 225/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκείμενη περίπτωση με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ....., η εκ των αναιρεσειόντων Χ2 κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να εμφανισθεί προς τούτο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατ' αυτήν εμφανίσθηκε και την εκπροσώπησε, όπως και τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ο δικηγόρος Αθηνών Μιχαήλ Μαρτσέκης, χωρίς αυτός να επικαλείται και να προσκομίζει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο να παρέχεται σ' αυτόν ρητή πληρεξουσιότητα παραστάσεως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, σε σχέση με την ως άνω αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, την αίτηση αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσείοντες υπέγραψε και κατέθεσε ο δικηγόρος Ιωαννίνων Σπύρος Βέλλης, χωρίς και ως προς αυτόν να γίνεται επίκληση προς τούτο και να προσκομίζεται, σε σχέση με την ως άνω αναιρεσείουσα, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ως προς την αναιρεσείουσα Χ2 είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 2 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 11α Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη την κατάθεση του Α, ο οποίος, όπως προκύπτει από την 64/2002 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή, δεν προτάθηκε και δεν εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης ή ανταπόδειξης στη δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραπάνω εισηγητική έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ), ο Α δεν προτάθηκε και δεν εξετάστηκε ως μάρτυρας των αρχικών εναγόντων ή της αρχικώς εναγομένης στην πρωτοβάθμια δίκη. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, καθολικών διαδόχων της αρχικώς εναγομένης, που κατατέθηκαν στο εφετείο, ενόψει της συζήτησης της έφεσης της άμεσης δικαιοπαρόχου τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά, επίσης επισκοπείται, σ' αυτές γίνεται επίκληση, μεταξύ άλλων εγγράφων, της 7/1995 εισηγητικής έκθεσης του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στην οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα της ήδη αρχικώς εναγομένης, ο οποίος προτάθηκε και εξετάστηκε απ' αυτή στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των αρχικών διαδίκων.
Το περιεχόμενο της εν λόγω εισηγητικής έκθεσης, δηλαδή διαδικαστικού, άλλης δίκης, εγγράφου, του οποίου έγινε ορισμένη και ρητή επίκληση στο Εφετείο, νόμιμα λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αντίθετος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα, καίτοι έγινε νόμιμη από τους αναιρεσείοντες επίκλησή τους και προσκομίστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή : 1) την 49/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων 2) την 225/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων 3) τα 503/1997 και 118/1997 απαλλακτικά βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Ιωαννίνων, αντίστοιχα 4) την 1271/9-11-1999 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων 5) την ενυπόγραφη ιατρική βεβαίωση του οφθαλμίατρου .....
και 6) το από 19-2-1997 απολογητικό υπόμνημα του ιατρού ..... ενώπιον του Πταισματοδίκη Ιωαννίνων. Όμως από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε αυτή υπόψη της όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίστηκαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της χωρίς καμμιά αμφιβολία, και τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τέτοιο όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποτελεί η βεβαίωση του συμβολαιογράφου σε δημόσια διαθήκη, ότι ο διαθέτης δεν υπάγεται σε καμμιά από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1719 ΑΚ, η οποία να μην του επιτρέπει να προσδιορίσει ελεύθερα και με λογικούς υπολογισμούς τη βούληση του. Επομένως το Εφετείο με το να συνεκτιμήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου στην επίμαχη δημόσια διαθήκη, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11α' Κ.Πολ.Δ, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1719 περίπ. 4 ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποιήσεώς του "ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών του ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει όταν ο διαθέτης από θόλωσης της διανοίας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο σε βαθμό συγχύσεως αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενικώς και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσης της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως εκείνης, στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει όταν ένεκα της τελευταίας ο διαθέτης ευρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας λογικής σταθμίσεως και ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεως, τέτοιες δε ασθένειες είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1β' Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. β' και 19 Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου των πραγματικών περιστατικών της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα δεν δέχθηκε ότι η γεροντική άνοια, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνιστά κατάσταση που έχει συνέπεια τη στέρηση του λογικού, ενώ περαιτέρω περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 27-6-1991 απεβίωσε σε ηλικία 94 ετών, ο Β, πατέρας των αρχικών διαδίκων, η τελευταία κατοικία του οποίου, όσο ζούσε, ήταν τα ..... . Ο ανωτέρω αποβιώσας με την αριθμ. ..... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε την .....
ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, στο γραφείο του τελευταίου, και δημοσιεύθηκε την 4-11-1991 με το υπ' αριθμ. 243 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εγκατέστησε κληρονόμους του τους αρχικούς διαδίκους και ειδικότερα κατέλιπε στον πρώτο ενάγοντα μια οικία ισόγεια που βρίσκεται στην Κοινότητα .....
και να υπολογισθεί και ό, τι παραχώρησε σ' αυτόν με το υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνα Τζάλλα, στο δεύτερο ενάγοντα το ήμισυ (1/2) ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην ίδια ως άνω Κοινότητα και να υπολογισθεί και ό,τι του παραχώρησε με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο δωρεάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, και στην εναγομένη ένα οικόπεδο, μετά της επ' αυτού οικίας και λοιπών κτισμάτων που βρίσκεται στην πόλη των ..... (οδός .....).
Ο διαθέτης αυτός, κατά τον χρόνο της συντάξεως της επίμαχης διαθήκης, είχε την ικανότητα να προσδιορίζει ελεύθερα και με λογικούς υπολογισμούς τη βούληση του. Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες που επικαλούνται το αντίθετο δεν προσκομίζουν καμιά απόδειξη για το ζήτημα αυτό. Κανείς από τους μάρτυρες των εφεσίβλητων δεν καταθέτει με βεβαιότητα περί της ανικανότητας του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά τον προαναφερθέντα χρόνο.
Ειδικότερα, ο μεν πρώτος μάρτυρας Γ καταθέτει "Από το 1981 άρχισε να ξεχνάει ο Β (διαθέτης)...Κατά τη γνώμη μου εκείνη την εποχή που έκανε τη διαθήκη του δεν ήξερε τι έκανε...Πιστεύω ότι τον πήγαν στο συμβολαιογράφε τα εγγόνια του και τον έβαλαν να υπογράψει χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει... Επειδή ξεχνούσε βγάζω το συμπέρασμα ότι δεν ήταν στα καλά του".
Αλλά και ο δεύτερος μάρτυρας των εναγόντων Γ, ανιψιός του διαθέτη, ενώ αρχικά καταθέτει ότι "Το Γενάρη του 1985 κατηγορηματικά καταθέτω ότι ο μακαρίτης δεν ήταν σε θέση ούτε να αποφασίσει να κάνει διαθήκη, ούτε τι περιεχόμενο θα είχε αυτή...", ερωτώμενος περαιτέρω σχετικώς απαντά "...Την ημέρα που έγινε η διαθήκη 17-1-1985 ήμουνα στην .....
και δεν είμαι σε θέση να πω σε ποια κατάσταση ήταν (ο διαθέτης)...". Τέλος ο ίδιος ο μάρτυρας καταθέτει "Μέχρι το 1980 δούλευα στα ....., μετά στην ..... . Στην ..... κάθισα 11 χρόνια, εκεί δούλευα κάθε μέρα...". Και είναι αλήθεια ότι οι εφεσίβλητοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφενός με το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Π.Π.Γ.
Νοσοκομείου Ιωαννίνων, από το οποίο προκύπτει ότι ο εν λόγω διαθέτης εξετάσθηκε από τον Επίκουρο Καθηγητή Παθολογίας-Ρευματολογίας ..... κατά το έτος 1983 και μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 1985 και βρέθηκε να πάσχει από γεροντική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια με συμπτώματα απώλειας μνήμης και άνοιας, αφ' ετέρου δε την από 7-4-1992 βεβαίωση του νευρολόγου-ψυχιάτρου ....., από την οποία προκύπτει ότι τον Δεκέμβριο του έτους 1980 ο διαθέτης έπασχε από γεροντική εγκεφαλοπάθεια πάθηση μόνιμη και μη ανατάξιμη.
Όμως, τα πιστοποιητικά αυτά δεν είναι ικανά να στηρίξουν διαφορετική δικαστική κρίση, αφού αυτά έχουν συνταχθεί σε χρόνο μεταγενέστερο ακόμη και του θανάτου του διαθέτη, ανεξάρτητα βέβαια από του ότι σ' αυτά δεν αποτυπώνεται κρίση (συμπέρασμα) ότι συνεπεία της καταστάσεως αυτής περιοριζόταν αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεως του εν λόγω διαθέτη και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεως της επίμαχης διαθήκης.
Να σημειωθεί ότι ο διαθέτης ουδέποτε νοσηλεύθηκε για οποιαδήποτε ασθένεια στο ανωτέρω Νοσοκομείο. Οι εφεσίβλητοι κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζουν για να αποδείξουν ανικανότητα του διαθέτη κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο. Αντιθέτως οι μάρτυρες της εκκαλούσας καταθέτουν ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο της συντάξεως της διαθήκης, είχε διαύγεια και την ικανότητα να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούληση του.
Η κατάθεση του πρώτου μάρτυρος Α στηρίζεται στην άμεση αντίληψη για τα γεγονότα που καταθέτει, διότι είναι ένα από τα πρόσωπα που συνέπραξαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης. Ειδικότερα, ο μάρτυρας αυτός καταθέτει "...Στα μυαλά του ήταν σωστός και κουβέντιαζε με τον συμβολαιογράφο... Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις ο γέρος (εννοεί διαθέτης) και ήταν υγιής στα μυαλά του", "...
ο γέρος δεν συνοδευόταν από κανένα, ήρθε μόνος του... Άκουσα με τα αυτιά μου ότι είπε ο γέρος θέλω να κάνω τη διαθήκη μου... Άκουσα τον παππού που έλεγε, αφήνω το τάδε ακίνητο ή σπίτι στον τάδε συγγενή μου..". Άλλωστε, και ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει στη διαθήκη που συνέταξε, ότι ο διαθέτης δεν υπάγεται σε καμιά από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1719 Α.Κ., δηλαδή ότι δεν υπήρχαν στο πρόσωπο του διαθέτη έκδηλα συμπτώματα τέτοιας διανοητικής καταστάσεως, η οποία να μη επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα και με λογικούς υπολογισμούς τη βούληση του.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι, ο διαθέτης την 12-5-1986, δηλαδή μετά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κόνιτσας Ιωάννου Παπαϊωάννου, διόρισε ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του τον υιό του και πρώτο εφεσίβλητο (ΧΧ), όπως αντ' αυτού και για λογαριασμό του προβεί, δι' αυτό συμβάσεως, εις δωρεά υπέρ αυτού κ.λ.π. (βλ.
προσκομιζόμενο και επικαλούμενο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο). Ενόψει όλων αυτών, το Δικαστήριο τούτο, οδηγείται στην κρίση ότι, ο εν λόγω διαθέτης δεν ήταν ανίκανος να συντάξει την επίμαχη διαθήκη κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεως της υπό την έννοια που προαναφέρθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε αντιθέτως και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, όπως βασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους οικείους λόγους της εφέσεως της".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού δέχθηκε ότι ιατρικώς βεβαιώνεται, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο συντάξεως της ένδικης δημόσιας διαθήκης ο διαθέτης έπασχε από γεροντική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια με συμπτώματα απώλειας μνήμης και άνοιας, πλην όμως στα οικεία ιατρικά πιστοποιητικά δεν βεβαιώνεται και ότι συνεπεία της καταστάσεως αυτής περιοριζόταν αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησης του ίδιου κατά τον πιο πάνω χρόνο, δηλαδή ότι ευρισκόταν σε κατάσταση αδυναμίας λογικής και ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεώς του.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2005 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της 318/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ