Legislator Case Law & Legislation
1709/2007 AI generated

1709/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1709/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1709/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περί το τέλος Οκτωβρίου 1997 εκφορτώθηκαν στον αύλιο χώρο της "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ" μεταχειρισμένα μηχανήματα δέψης γουνοδερμάτων, προοριζόμενα για το εργοστάσιο της αναιρεσίβλητης. Τα ως άνω μηχανήματα έπρεπε να καθαρισθούν από τα λίπη δέψης και να βαφούν. Την εργασία αυτή ως και την τοποθέτηση των μηχανημάτων στο νέο εργοστάσιο ανέθεσε ο ως άνω X1, ο οποίος ήταν πρόεδρος και του Δ.Σ.

Keywords

AI generated
contractor's lien contractor remuneration lex loci laboris principle service contract work subject to authorization breach of employment obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1709/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΧΡΟΤΑΝ - ΦΙΝΙΣΤΗΡΙΟ - ΒΑΦΕΙΟ ΓΟΥΝΑΡΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο 20ο χλμ. Καστοριάς - Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτουλάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/1236.101/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 25-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Κατά το τέλος του έτους 1996 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, κατόπιν συμφωνίας με την εδρεύουσα στην Καστοριά ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ", εκπροσωπούμενη από τον X1, πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ανέλαβε το σχεδιασμό και την επιστασία στην κατασκευή ενός φούρνου-στεγνωτηρίου γουναρικών έναντι αμοιβής.

Στην ως άνω εταιρεία απασχολήθηκε από 1-1-1997 έως 31-12-1997, εκτός από το μήνα Νοέμβριο 1997, κατά τον οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο κατασκευαζόταν στο 20ό χιλιόμετρο της Ε.Ο. Καστοριάς- Κοζάνης με προκατασκευασμένη σιδηροκατασκευή- σιδηροκατασκευή το εργοστάσιο (βυρσοδεψείο-φινιστήστιο-βαφείο γουναρικών) της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΧΡΟΤΑΝ ΦΙΝΙΡΙΣΤΗΡΙΟ - ΒΑΦΕΙΟ ΓΟΥΝΑΡΙΚΩΝ ΑΕ",που είναι θυγατρική της προαναφερόμενης "ΕΧPΟΡΕL ΑΕ".

Περί το τέλος Οκτωβρίου 1997 εκφορτώθηκαν στον αύλιο χώρο της "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ" μεταχειρισμένα μηχανήματα δέψης γουνοδερμάτων, προοριζόμενα για το εργοστάσιο της αναιρεσίβλητης. Τα ως άνω μηχανήματα έπρεπε να καθαρισθούν από τα λίπη δέψης και να βαφούν. Την εργασία αυτή ως και την τοποθέτηση των μηχανημάτων στο νέο εργοστάσιο ανέθεσε ο ως άνω X1, ο οποίος ήταν πρόεδρος και του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος, έχοντας τις προς τούτο γνώσεις, επιστάτησε στον καθαρισμό, βαφή και τοποθέτηση των εν λόγω μηχανημάτων, όπως επίσης και στην κατασκευή των 15 βάσεων που ο ίδιος σχεδίασε γι' αυτά και κατασκευάστηκαν με επιστασία του από τον X2. Για την ως άνω απασχόλησή του, η οποία διήρκεσε το μήνα Νοέμβριο 1997, δεν συμφωνήθηκε ιδιαίτερη αμοιβή, η αναιρεσίβλητη όμως του κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των 236.000 δραχμών, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. 128 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, την οποία αμοιβή αυτός αποδέχθηκε, χωρίς τότε να προβάλει αντίρρηση ή να διατηρήσει κάποια επιφύλαξη.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη από τις αρχές Ιανουαρίου 1997 έως τα τέλη Ιανουαρίου 1998 και ότι προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή κατασκευές για λογαριασμό της δεν αποδεικνύεται. Την κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης X3 και στις ένορκες βεβαιώσεις των .......

και ...... ΄Ολοι οι ανωτέρω καταθέτουν κατηγορηματικά, από ιδία αντίληψη, ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη το μήνα Νοέμβριο 1997, ενώ για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε στην εταιρεία "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ". Επιπλέον, από τις υπ' αριθ. 119, 128, 24, 25, 35, 78, 95, 127, και 142 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα του γιου του αναιρεσείοντος εικονικά, και φέρουν τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του στη θέση "ο Λαβών", αποδεικνύεται ότι ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από το μήνα Ιανουάριο 1997 έως και το μήνα Δεκέμβριο 1997 ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εταιρία "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ", εκτός από το μήνα Νοέμβριο 1997.

Για το μήνα Νοέμβριο 1997 η αναιρεσίβλητη προσκομίζει την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 128/23-12-1997 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε σ' αυτήν το μήνα Νοέμβριο και αμείφθηκε, για την εργασία του αυτή, με το ποσό των 236.000 δραχμών. Αν πράγματι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι παράλληλα, κατά τον ίδιο χρόνο, απασχολήθηκε και στις δύο εταιρείες, ήτοι στην αναιρεσίβλητη και στη μητρική της εταιρία "ΕΧΡΟΡΕL ΑΕ" με συμφωνία καταβολής αμοιβής και από τις δύο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ο αναιρεσείων θα ελάμβανε αμοιβή από την αναιρεσίβλητη από την αρχή της απασχόλησής του και όχι μόνο για το μήνα Νοέμβριο 1997, χωρίς μάλιστα να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη ή διαμαρτυρία κατά την υπογραφή της ανωτέρω υπ' αριθ. 128/23-12-1997 αποδείξεως και την καταβολή από την αναιρεσίβλητη της αμοιβής του για την απασχόλησή του κατά τον παραπάνω μήνα.

Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα σύμβαση έργου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή για καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνάψεως συμβάσεως έργου με την αναιρεσίβλητη για κατασκευή του εξοπλισμού του εργοστασίου της από τον αναιρεσείοντα και τμηματική παράδοση αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Ιανουαρίου 1998 έως 31-1-1998 αντί αμοιβής 5.000.000 δρχ.

και επιπλέον μηνιαίου ανταλλάγματος 200.000 δρχ., οι δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, έκτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο 1) δέχτηκε ότι, αν πράγματι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για παράλληλη απασχόλησή του και στην αναιρεσίβλητη και στη μητρική της εταιρεία "EXPOPEL AE", με την επικαλούμενη συμφωνία ως προς την καταβολή της αμοιβής, θα ελάμβανε αμοιβή από την αρχή της απασχόλησής του και όχι μόνο για το μήνα Νοέμβριο 1997 χωρίς να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη ή διαμαρτυρία κατά την υπογραφή της σχετικής αποδείξεως, 2) δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, και 3) δέχτηκε ότι το γεγονός της απασχόλησης του αναιρεσείοντος στη μητρική της αναιρεσίβλητης εταιρεία "EXPOPEL AE" καθιστούσε αδύνατη την παράλληλη απασχόλησή του και στην αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου.

Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατασκευής του εργοστασίου της αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτη, διότι ή έλλειψη αυτή ανάγεται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Τέλος, η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε μόνο με τα μηχανήματα δέψης γουνοδερμάτων, στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης X3 είναι απαράδεκτη, αφού προσβάλλει την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι το Εφετείο α)όφειλε να εξετάσει αν απέδειξε ο αναιρεσείων την αγωγή και όχι να καταλήξει στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι αυτή δεν αποδείχτηκε, β)δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προσέφερε παράλληλα έργο και στην αναιρεσίβλητη, παρά μόνο το Νοέμβριο 1997, επιρρίπτοντας κατ' ουσίαν το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου στον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ προσβάλλεται πράγματι η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δεν εργάστηκε στην αναιρεσίβλητη παρά μόνο το μήνα Νοέμβριο του έτους 1997, στηριζόμενο στο ότι ο αναιρεσείων α) πληρώθηκε μόνο για το μήνα αυτό, σύμφωνα με τη σχετική απόδειξη, β) δεν διατύπωσε κάποια επιφύλαξη στην απόδειξη αυτή, και γ) εργάστηκε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, και στην εταιρεία "EXPOPEL AE", πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του επί της ουσίας όχι αυθαίρετα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην ανωτέρω απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα οποία και εκτίμησε ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από το άρθρο 559 παρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε λανθασμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή για να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του και δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγους της αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων δεν προσέφερε έργο στην αναιρεσίβλητη, εκτός από εκείνο που πραγματοποίησε το Νοέμβριο 1997, παρότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας έπρεπε να δεχτεί ότι πληρώθηκε μόνο για το μήνα αυτό και δικαιούται την αμοιβή που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα.

Η ως άνω αιτίαση όμως, ανεξάρτητα από το ότι είναι αόριστη, αφού δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, προσβάλλει πράγματι την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως ως απαράδεκτοι.

Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). Με τον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 προσάπτεται στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι οι μάρτυρες της αναιρεσίβλητης δεν είναι αξιόπιστοι και ότι οι καταθέσεις τους δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν έχει αυτοτέλεια και δεν συνιστά πράγμα υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελεί βάση αυτοτελούς αιτήσεως και δη αγωγής, ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, αλλά ανάγεται στην αξιοπιστία των μαρτύρων και την εκτίμηση των περιστατικών που καταθέτουν, η οποία εκτιμάται ανελέγκτως από το Δικαστήριο της ουσίας.

Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο που στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, παραλείποντας να ερευνήσει την αξιοπιστία τους, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 407 του ΚΠολΔ και επιπλέον δεν έχει αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ...., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και 2) την υπ' αριθ. 28/2005 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του αναιρεσείοντος ..... , .....

και X2 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καστοριάς, από τις οποίες προέκυπτε η σύμβαση έργου που συνήψε με την αναιρεσίβλητη και η παράδοσή του σ' αυτήν σε συντομότερο από το χρονικό διάστημα που είχε οριστεί με τη σύμβαση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού και η παραπάνω ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για το είδος της εργασίας που προσέφερε ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αναιρεσίβλητη, προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ