1709/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1709/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση ασκήθηκε αγωγή διανομής επίκοινου ακινήτου (οικοπέδου εμβαδού 635,30 τ.μ. μετά του επ΄ αυτού κτίσματος) με την οποία η αρχική ενάγουσα, η οποία απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζει η ήδη αναιρεσείουσα ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, υποστηρίζοντας ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου ήταν αδύνατη, ζητούσε την πώληση τούτου με δημόσιο πλειστηριασμό και τη διανομή του πλειστηριάσματος.
Full text
Απόφαση 1709 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1....., που εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Αλτάνας Σάρωφ και Φλώρας Τριανταφύλλου .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1990 αγωγή της αρχικής ενάγουσας..... που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 7046/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2004 αίτησή της και τους από 25-7-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 8-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 7046/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιες των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 Α.Κ., 479, 480 παρ. 3, 481 αρ.2, 482 παρ. 1, 483 και 489 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αγωγή διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, για το λόγο ότι επιδιώκει τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό, με τη λύση της κοινωνίας, αλλά έχει διπλό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργεί δίκη στην οποία εκ προοιμίου και ανεξάρτητα από την εξέλιξή της στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων είναι συνάμα και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος ή κυρίως παρεμβαίνων είναι συγχρόνως αντίδικος των λοιπών διαδίκων, αφού υφίσταται η δυνατότητα σε οποιοδήποτε από τους αντιδίκους του ενάγοντος να υποβάλει αίτηση (που δεν έχει τον χαρακτήρα ανταγωγής ώστε να είναι εφαρμοστέα τα οριζόμενα στο άρθρο 268 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) με βάση πραγματικό διάφορο εκείνου της αγωγής, ως προς το επίκοινο δίκαιο και τη διάπλαση αυτού και σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως αυτής να αποβεί η δίκη σε βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής αλλά με τη διάπλαση της έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο από εκείνον που επιδιώχθηκε με την αγωγή και συνεπώς να καταλήξει η δίκη σε βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και κάποιον από τους αντιδίκους του οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι προς αλλήλους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης, που εκδίδεται με αυτόν τον τρόπο.
Στην προκείμενη περίπτωση ασκήθηκε αγωγή διανομής επίκοινου ακινήτου (οικοπέδου εμβαδού 635,30 τ.μ. μετά του επ΄ αυτού κτίσματος) με την οποία η αρχική ενάγουσα, η οποία απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζει η ήδη αναιρεσείουσα ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, υποστηρίζοντας ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου ήταν αδύνατη, ζητούσε την πώληση τούτου με δημόσιο πλειστηριασμό και τη διανομή του πλειστηριάσματος.
Από το άλλο μέρος ο αρχικός εναγόμενος, που και αυτός απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι ήδη αναιρεσίβλητες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ζήτησε με τις προτάσεις που παραδεκτώς υπέβαλε στο Πρωτοδικείο, να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επιδίκου, την οποία αυτός θεωρούσε δυνατή και συμφέρουσα. Το Πρωτοδικείο έκρινε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 1082/1999) όπως από την προσβαλλόμενη και τελεσίδικη απόφαση του προκύπτει, ότι η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου είναι δυνατή και συμφέρουσα και διέταξε τούτο με την εν λόγω απόφασή του.
Συνεπώς το Πρωτοδικείο, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9, αφού αποφάσισε την αυτούσια διανομή του επιδίκου μετά από αίτημα του εναγομένου και γιαυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα΄ αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν΄ αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο νόμο (άρθρα 559 και 560 Κ.Πολ.Δ.) θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα για να θεωρηθεί ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επί πλέον, εφόσον κρίθηκε κατ΄ ουσίαν η υπόθεση, α πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το 2ο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 480Α Κ.Πολ.Δ. παραδοχής της αγωγής και λύσης της κοινωνίας επί του επίδικου ακινήτου με την αυτούσια διανομή τούτου, χωρίς όμως ν΄ αναφέρεται σε ποιό νομικό σφάλμα υπέπεσε το Πρωτοδικείο και ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, υπό τα οποία συντελέστηκε η παραβίαση του νόμου, για να καταλήξει στο ανωτέρω διατακτικό.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γιαυτό απορριπτέος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι βάλλεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εφικτού ή μη της αυτούσιας διανομής του επιδίκου. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 εδ.
α΄ Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Εξάλλου το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., πλην όμως δεν αφορά τούτο τη δημόσια τάξη και επομένως δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Άρειου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 357/1999). 'Ωστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή πρέπει ο αναιρεσείων για το ορισμένο του λόγου να εκθέτει ότι προς απόκρουση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ένσταση περί δεδικασμένου, η οποία έχει ως ιστορική βάση το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης που προηγήθηκε και αίτημα την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης (Ολ.ΑΠ 1339/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο παρά το νόμο ασχολήθηκε για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την 7294/1972 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Πρωτοδικείου, με την οποία κρίθηκε για τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου είναι αδύνατη (οι αρχικοί διάδικοι ήταν ειδικοί διάδοχοι και έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με βάση κατακυρωτική έκθεση) και την οποία (απόφαση) η αρχική ενάγουσα είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της ως ένα από τα αποδεικτικά μέσα που συνηγορούν στο μη εφικτό της αυτούσιας διανομής του επιδίκου.
Με βάση αυτά ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι δεν προβλήθηκε νόμιμα ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμός περί δεδικασμένου (562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.12.2004 αίτηση της .... για αναίρεση της 7046/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ