Supreme Court dismisses appeal against condominium regulation ruling, upholding majority decision on property management. The court rejects procedural and substantive grounds for overturning the lower court's approval of the condominium regulation. The appeal is dismissed because the contested amendment to the regulation was properly authorized by the majority of co-owners and does not alter substantive rights requiring unanimous consent. The court ruled that the lower court's decision was lawful and the appeal lacked merit. The appeal is dismissed as the contested amendment was properly authorized by the majority and did not alter substantive rights. The court held that the lower court's decision was lawful and the appeal lacked merit. The appeal is dismissed as the contested amendment was properly authorized by the majority and did not alter substantive rights. The court held that the lower court's decision was lawful and the appeal lacked merit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a condominium dispute. The appellant argued that the lower court erred by approving a regulation amendment without unanimous consent, claiming this violated property rights. The court rejected this, ruling that the amendment was a valid internal regulation authorized by the majority and did not alter substantive rights requiring unanimous agreement. Consequently, the appeal was dismissed and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 647 et seq. of the Civil Procedure Code; Articles 1002 and 1117 of the Civil Code; Articles 4(1) of Law 3741/1929 and 9(a) of Law 1562/1985: A judicially approved condominium regulation amendment authorized by the majority of co-owners is valid if it merely regulates existing relationships without altering substantive rights or the destination of common parts, which require unanimous consent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσέγα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Ε., 2) Ε. Μ. του Β., 3) Ε. συζ. Ε. Μ., το γένος Λ. Ψ., 4) Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Ι. Μ. και 5) Γ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αποστολάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεών της ασκηθείσα ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5840/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 16.1.2023 με αρ. εκθ. καταθ. 447/38/2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5840/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρο 647 επ. του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 9.4.2015 αγωγή τους κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) εξέθεσαν, μετά από παραδεκτή διόρθωση, ότι είναι συνιδιοκτήτες των εκεί αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής (κάθετης ιδιοκτησίας υπό στοιχείο ΙΙΙ) που βρίσκεται στην Αγία Παρασκευή Αττικής, επί της οδού ..., η οποία διέπεται από τους όρους του ν. 3741/1929, τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ και τους όρους των νομίμως μεταγεγραμμένων στο οικείο υποθηκοφυλακείο πράξεων και δη της με αριθμό .../1960 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ζ., που συμπληρώθηκε - τροποποιήθηκε με την με αριθμό ...-1989 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Γ. Κ. - Δ., και την .../2011 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο κτηματολογικό γραφείο Αγίας Παρασκευής. Ότι εξαιτίας αρνήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας συνιδιοκτήτριας δεν συντάχθηκε κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών.
Ζήτησαν δε, με βάση το πραγματικό αυτό, να οριστεί το περιεχόμενο του υπό κατάρτιση Κανονισμού με βάση το από 8.4.2015 προταθέν σχέδιο κανονισμού οροφοκτησίας που κατέθεσαν αυτοί στον Συμβολαιογράφο Αθηνών Κ. Π. με αρ. κατ. .../2015. Ακολούθως η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την αρχική του δικάσιμο της 18.10.2018, άσκησε ανταγωγή με αίτημα το περιεχόμενο του υπό κατάρτιση Κανονισμού να οριστεί με βάση το από 26.9.2018 από αυτήν προτεινόμενο σχέδιο, που κατέθεσε εμπρόθεσμα (κατ' άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 1562/1985), στον ίδιο ως άνω Συμβολαιογράφο.
Επί της αγωγής και της ανταγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 117/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας αυτές, απέρριψε την ανταγωγή ως μη ασκηθείσα παραδεκτώς (με αυτοτελές δικόγραφο), δέχθηκε την αγωγή και επέτρεψε στον επιμελέστερο των διαδίκων να προβεί στην κατάρτιση του κανονισμού κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 9.5.2022 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5840/2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 9 εδ. α' του Ν. 1562/1985 "αν υπάρχει χωριστή κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών".
Στη διάταξη δε του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. γ' του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι πριν από την κατάθεση της αγωγής οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση του κανονισμού, καταθέτουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμόδιου δικαστηρίου, πλην άλλων, και σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 ("επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας, ίνα δι' ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσωσι τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις κλπ"), συνάγεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα οροφοκτησίας του Ν. 3741/1929, προϋποθέτει κατ' αρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.
Εξαίρεση εισάγει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 9 εδ. α' του Ν. 1562/1985, κατά την οποία επιτρέπεται σε συνιδιοκτήτες, που εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν αφενός δεν έχει καταρτισθεί τέτοιος με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, αφετέρου είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων.
Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που έχει κατατεθεί σε συμβολαιογράφο από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών. Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα: α) Στις "σχέσεις" που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλονότι στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, και β) τη "ρύθμιση" στην οποία αυτές υποβάλλονται.
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 13 του Ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύνταξη κανονισμού με σκοπό τη ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.
Ειδικότερα, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αποκλειστικά και μόνον εκείνα τα σημεία του Κανονισμού στα οποία προβάλλεται αντίρρηση από τους εναγομένους και δεν δικαιούται να εξετάσει, με τη διαδικασία του ν. 1562/1985, τη νομιμότητα λοιπών, μη αμφισβητούμενων όρων του προτεινόμενου Κανονισμού, πέραν δε του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει ή να διευρύνει τις "σχέσεις", που προτείνει η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρτιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία "ρύθμιση" των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεούται, να τροποποιήσει, όταν κρίνει ότι η ρύθμιση αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκειται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης. Τούτο ορίζεται ρητώς στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 1562/1985, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή, επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκυρίους να προβούν στην κατάρτιση του κανονισμού σύμφωνα με τα κατατεθειμένα σχέδιο και τα έγγραφα, που αναφέρονται στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης (ΑΠ 626/2024, ΑΠ 596/2000).
Εξάλλου, αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος και εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από την φύση των πραγμάτων και τον σκοπό, που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 993/2009, ΑΠ 357/2006).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, αλλά και τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 2161/2007, ΑΠ 954/1996). Αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1199/2018).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενο αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, δεχόμενο, κατόπιν απόρριψης του σχετικού λόγου της έφεσης, την επικυρωθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 2 εδ.
β' του Κανονισμού, ο οποίος υποβλήθηκε σε αυτό από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, με το περιεχόμενο ότι: "1. ..... 2. ....... Κατ' εξαίρεση και με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία 750/1000, μπορούν να ρυθμίζονται θέματα, που αφορούν τη συντήρηση, τη βελτίωση ή τη χρήση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, πραγμάτων, έργων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας και εφόσον οι αποφάσεις αυτές εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον όλων των συνιδιοκτητών", χωρίς να περιλάβει την προταθείσα από αυτήν προσθήκη που έχει ως εξής: "σύμφωνα με τον προορισμό τους, χωρίς την παραβίαση αυτού, καθ' οιονδήποτε τρόπο και ιδιαίτερα με τη χρήση αυτών, ως έστω και προσωρινής στάθμευσης αυτοκινήτων, αποθηκευτικό χώρο, αυθαίρετης εγκατάλειψης αντικειμένων", παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 9 του Ν. 1562/1985 και 4 παρ. 1 και 13 του Ν. 3741/1929, διότι έτσι προέβη σε σύσταση όρου συστατικού, για τον οποίον απαιτείται ομοφωνία των συνιδιοκτητών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν καθίσταται σαφές από το περιεχόμενό του σε τι συνίσταται η έλλειψη νομιμότητας του αμφισβητούμενου από την αναιρεσείουσα όρου αυτού (αρ. 2) του κανονισμού ούτε η αντίθεσή του προς τις συστατικές πράξεις οροφοκτησίας που προκαλούν ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των Ν. 1562/1985 και Ν. 3741/1929, και δεν θεμελιώνεται η πλημμέλεια αυτή, σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις.
Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός είναι και μη νόμιμος, διότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 2 του, το πρώτον με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης της νόμιμης πλειοψηφίας των ήδη αναιρεσίβλητων συνιδιοκτητών, καταρτισθέντος Κανονισμού δεν αφορά σε σύσταση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών ούτε σε μεταβολή του προορισμού των κοινών μερών ή των ποσοστών συνιδιοκτησίας, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, αλλά συνιστά ρύθμιση των υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων, η οποία (ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. β' του Κανονισμού) είναι απολύτως σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 9 του Ν. 1562/1985.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης (ΑΠ 917/2020, 19/2020).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση το ότι στον κανονισμό πολυκατοικίας, που επικύρωσε, διέλαβε το εδ. β' της παρ. 2 του όρου 2, χωρίς να υπάρχει αίτημα και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ότι πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό με λόγο έφεσης, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 09-05-2022 έφεσής της, προκύπτει, ότι δεν προβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το αίτημα της ένδικης αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, το οποίο (σχέδιο) νομίμως ερευνήθηκε από το Εφετείο, η δε επικαλούμενη προσθήκη του εδαφίου β' στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Κανονισμού διατυπώθηκε επιτρεπτώς από το δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 9 εδ.
α' του Ν. 1562/1985.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 178 §§ 1 και 2, 183, 184 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.1.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5840/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ