Legislator Case Law & Legislation
1708/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against VAT interest calculation error in construction contract dispute.

Case Number 1708/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision in a construction contract dispute regarding unpaid fees. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated interest on the Value-Added Tax (VAT) portion of the debt, starting from the project delivery date rather than the invoice issuance date. The court found this error violated specific VAT code provisions and remanded the case for recalculation of interest on the VAT amount only.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3, 4, 8, 14, 16, 19, 21, 35, 36 of Law 2859/2000; Interest on VAT must accrue from the date of invoice issuance and delivery, not project delivery, requiring remand for correct calculation.

Keywords

AI generated
construction contract dispute Value Added Tax interest calculation error invoice issuance date partial appeal allowance

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Articles 1, 2, 3, 4, 8, 14, 16, 19, 21, 35, 36 of Law 2859/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1708 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αβρίθη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Ν. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δρόσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2020 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 29-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 124/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 355/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που είχε δεχθεί την από 17-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταβολής της αμοιβής της από σύμβαση έργου και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.200 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής της καθώς και το ποσό των 6.000 ευρώ για τον αναλογούντα Φ.Π.Α., με το νόμιμο τόκο από την 30-6-2005 (παράδοση του έργου).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση έργου, ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, εκπληρώνοντας την κύρια συμβατική υποχρέωσή του και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης.

Ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, έχει, έναντι του κυρίου του έργου, υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση, η οποία, βάσει συμβατικού όρου (άρθρο 361 ΑΚ), ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, δηλαδή υποχρεούται σε προεκπλήρωση.

Μόλις δε προβεί σε εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του, δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (Α.Π.381/2021, Α.Π.778/2013, Α.Π.1788/ 2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) διατηρεί επιχείρηση χωματουργικών εργασιών και τεχνικών έργων στην Κω. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της συνήψε την 23-3-2005 με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) εταιρία σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει εντός του οικοπέδου του ξενοδοχείου "..." εργασίες εκσκαφής και διαμόρφωσης χώρων, ενόψει ανακαίνισης του ξενοδοχείου.

Με βάση το ως άνω συμφωνητικό η δήλη ημέρα στην οποία οι εργασίες έπρεπε να ολοκληρωθούν ήταν η 30-6-2005 και η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 50.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί σταδιακά κατά την πρόοδο των εργασιών. Όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος είναι σύζυγός της και έχει άμεση γνώση, καθώς είναι αυτός που χειρίζεται τα μηχανήματα στην επιχείρηση της συζύγου του, το έργο αφορούσε στην πραγματικότητα εργασίες σε δύο γειτονικά ξενοδοχεία, τα οποία ανήκαν στην εναγόμενη εταιρία, γεγονός που δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό της εναγόμενης, ότι πρόκειται για άλλη εταιρία, ισχυρισμός που δεν προβλήθηκε καν κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρέπει να σημειωθεί ότι το ΦΕΚ που προσκομίζεται από την εκκαλούσα αφορά το έτος 2013-2014, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα της σύμβασης).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έργο ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2005, όπως και είχε συμφωνηθεί αλλά παρά το γεγονός αυτό στην ενάγουσα καταβλήθηκε το ποσό των 27.800 ευρώ μόνο. Η εναγόμενη εταιρία μετά την ολοκλήρωση του έργου αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής της ενάγουσας παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της.

Λόγω της μη πληρωμής της αμοιβής η ενάγουσα δεν εξέδωσε τιμολόγιο παρά μόνο το έτος 2010. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν από την ενάγουσα, αλλά από άλλη εταιρία (ΑΦΟΙ ... ΟΕ). Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη ανέθεσε το 2006 στην ως άνω εταιρία να διενεργήσει χωματουργικές εργασίες έναντι αμοιβής περίπου 75.000 ευρώ, συνεπώς δεν είναι δυνατό, με βάση τους κανόνες της λογικής να αφορούν οι εργασίες αυτές το έργο της ενάγουσας, το οποίο και αν ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί πάντως είχε καταβληθεί ήδη ποσό 27.800 ευρώ.

Εξάλλου πρέπει να τονιστεί ότι η εναγόμενη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την μη ολοκλήρωση του έργου από την ενάγουσα, γεγονός για το οποίο και ο μάρτυρας της δεν έχει καμία εξήγηση να εισφέρει. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εκτέλεσε το έργο ενώ η εναγόμενη δεν κατέβαλε την συμφωνηθείσα αμοιβή θα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (εννοεί η εναγομένη) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 28.200 ευρώ, νομιμότοκα από την 30-6-20005, δήλη ημέρα παράδοσης του έργου.

Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Για αυτό όλοι οι λόγοι της εφέσεως που αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθούν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτή το πιο πάνω ποσό των 28.200 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκτέλεσης και παράδοσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου, ώστε να δικαιούται το υπόλοιπο της αμοιβής της ποσού 22.200 ευρώ, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του Α.Κ., και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, με τις υποστηρίζουσες την ως άνω κρίση αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) Ότι συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, στις 23-3-2005, σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει στο οικόπεδο του ξενοδοχείου "..." της εναγομένης εργασίες εκσκαφής έναντι αμοιβής 50.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. (6.000 ευρώ), β) Ότι ως δήλη ημέρα παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε η 30-6-2005, η δε αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά και να εξοφληθεί με την παράδοση του έργου, γ) Ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν σε δύο γειτονικά ξενοδοχεία που ανήκαν και αυτά στην εναγομένη και όχι σε άλλη εταιρία, και δ) Ότι το έργο ολοκληρώθηκε από την ενάγουσα και όχι από την εταιρία "Αφοί ...

Ο.Ε." και παραδόθηκε, όπως είχε συμφωνηθεί, τον Ιούνιο του 2005, ενώ η εναγομένη έναντι της αμοιβής κατέβαλε μόνο το ποσό των 27.800 ευρώ και, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.

Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.1484/2021, Α.Π.1223/2021).

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π.1864/2017, Α.Π.97/2016, Α.Π.677/2015).

Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.87/2013, Α.Π.1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π.576/2018, Α.Π.360/2016, Α.Π.237/2016, Α.Π.1935/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής της, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του ισχυρισμού της, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι εργασίες εκσκαφής έγιναν σε δύο γειτονικά ξενοδοχεία τα οποία ανήκουν στην εναγομένη, ενώ αυτό δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.

Ο παραπάνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου, πέραν αυτού, όμως, είναι και αβάσιμος, καθόσον, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α' 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α' 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφ` όσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει από αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, κατ` εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π.170/2021, Α.Π. 535/2018, Α.Π.1113/2017, Α.Π.659/2014), εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (Α.Π.1113/2017, Α.Π. 1598/2011).

Σε περίπτωση δε, που κατά το χρόνο παράδοσης του έργου δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει την φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (Α.Π.164/2020, Α.Π.1113/2017, Α.Π.80/1999).

Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του φόρου προστιθέμενης αξίας μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά την διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ.ε` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.164/2020, Α.Π.1113/ 2017). Επομένως, για την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταβολής της ως άνω οφειλής, δεν αρκεί η στο μέλλον εξόφληση της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη, αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής του, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου (Α.Π.732/2022, Α.Π.164/2020, Α.Π.535/2018, Α.Π.1113/2017).

Αυτονόητη προϋπόθεση της απαίτησης αυτής προς καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ως παρεπομένης στη κύρια οφειλή της αμοιβής του εργολάβου για την από αυτόν παροχή υπηρεσιών, είναι η ύπαρξη της τελευταίας αυτής απαίτησης του εργολάβου έναντι του εργοδότη (Α.Π.1113/2017). Το ποσό αυτό υποχρεούνται να καταβάλει ο εργοδότης - εναγόμενος με το νόμιμο τόκο από την ημέρα έκδοσης από τον εργολάβο - ενάγοντα του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και παράδοσης αυτού στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση (Α.Π.732/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ` αυτόν εννοίας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.7/2006, Α.Π.4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας της απαίτησης της αντιδίκου της και την υποχρέωσε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.200 ευρώ (22.200 ευρώ ως κεφάλαιο και 6.000 ευρώ ως Φ.Π.Α.

του τιμολογίου) νομιμότοκα από 30-6-2005 (παράδοση του έργου), ενώ η ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο για το εκτελεσθέν έργο στις 25-1-2010 και συνεπώς η υποχρέωσή της προς καταβολή τόκων, τουλάχιστον, επί του Φ.Π.Α. γεννήθηκε μετά την έκδοση τιμολογίου και η όχλησή της έγινε με την αγωγή και ότι έτσι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ωστόσο, με τις ως άνω αιτιάσεις, εκτιμώμενες ενιαίως, προβάλλεται ουσιαστικά η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων περί Φ.Π.Α., ήτοι για επιδίκαση τόκων επί του ποσού του Φ.Π.Α. για τον προγενέστερο, της έκδοσης του σχετικού παραστατικού για την απαίτηση (αμοιβή) της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, χρόνο.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η τοκοδοσία επί του ποσού του Φ.Π.Α. γεννάται από την ημέρα έκδοσης από τον εργολάβο - ενάγοντα του σχετικού παραστατικού για το εκτελεσθέν έργο και παράδοσης αυτού (παραστατικού) στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω μη πληρωμής της αμοιβής της, εξέδωσε το σχετικό τιμολόγιο το έτος 2010, χωρίς, όμως, να αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία καθώς και την παράδοση αυτού στην αναιρεσείουσα, παρόλα αυτά έκρινε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 28.200 ευρώ (22.200 ευρώ ως κεφάλαιο και 6.000 ευρώ ως Φ.Π.Α.

του τιμολογίου) νομιμότοκα από 30-6-2005, ημερομηνία παράδοσης του έργου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε και το ποσό 6.000 ευρώ (Φ.Π.Α. του τιμολογίου) νομιμότοκα από 30-6-2005, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας", δεδομένου ότι, κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών εκδόθηκε από την αναιρεσίβλητη σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα το έτος 2010.

Επομένως, οι ανωτέρω, ενιαίως εκτιμώμενοι, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την πιο πάνω, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τόκους επί του ποσού των 6.000 ευρώ (Φ.Π.Α.) από 30-6-2005, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 124/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ