Supreme Court dismisses appeal on permanent employment status, ruling fixed-term contracts cannot be converted without statutory criteria.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of his claim for permanent employment status. The appellant argued that his successive fixed-term contracts with the Lesvos Municipality should be treated as a single indefinite-term contract under specific laws and EU directives. The court rejected this, noting the appellant was hired after the 2001 Constitution prohibited automatic conversion of fixed-term contracts without competitive selection or objective criteria.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(1) and 3 of Law 2112/1920; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: Successive fixed-term employment contracts cannot be legally characterized as a single indefinite-term contract if the employee was hired after the constitutional prohibition on automatic conversion, unless specific statutory conditions for direct conversion are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1708/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α/θμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λέσβου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μυτιλήνη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ταμτάμη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν η 160/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 65/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 15.7.2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 65/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 160/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσίαν. Με την από 3.3.2017 αγωγή του ο αναιρεσείων [με επτά ακόμη ενάγοντες] επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και την ρήτρα 5 της υπ' αριθ.1999/70/Ε.Κ. Οδηγίας του Συμβουλίου της 28.6.1999 ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέονταν με τον εναγόμενο Δήμο Λέσβου, στον οποίο απασχολείτο ως εργάτης καθαριότητας με διαδοχικές συμβάσεις από 11.12.2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασία αορίστου χρόνου. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατόπιν εφέσεως [τεσσάρων εκ των εναγόντων μεταξύ των οποίων και] του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν για τον ίδιο λόγο. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553,556, 558, 564 παρ.3, 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη των άρθρων 577 παρ.3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1,2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (OTA) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Mε την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 [ΦΕΚ Α'85/18.4.2001] και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο Ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης, στο ίδιο άρθρο προστέθηκε και παρ.8, με την οποία, στα εδάφια α' και γ', ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίας, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 55 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές ήταν πάγιες και διαρκείς και, τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ανωτέρω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τή μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού προσωπικού, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (βλ.
Πρακτικά Συνεδριάσεων της Βουλής ΡΜΔ/21- 3-2001, σελ. 731.744,745,755 και ΡΜΕ/21-3-2001, σελ. 763, 771, 772, 782). Έτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Για να αποτρέψει, τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμη μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ανωτέρω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Στις συμβάσεις δε αυτές, υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 2025/2017, 6/2014). Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].
Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί [ΑΠ 963/2018]. (ii) Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189§3 και ήδη 249§§1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν την δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από την συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19- 7-2004 αντίστοιχα [ΑΠ 1438/2018, 1359/2017].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση. Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 1251/2021).
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι με βάση την Κοινοτική Οδηγία 1999/70 ΕΚ της 28.6.2001, η οποία έχει ισχύ υπέρτερη του Συντάγματος και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, αφού η Χώρα μας δεν συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα προς το περιεχόμενο αυτής λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της αλλά και με βάση το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, η ισχύος του οποίου διατηρείται, αφενός γιατί πρόκειται για κανόνα δικαίου με ανώτερη τυπική ισχύ από το ως άνω Π.Δ. 164/2004 αφετέρου γιατί το εν λόγω Π.Δ.
στο άρθρο 10 παρ.1 ορίζει ότι δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοΪκότερες για τους εργαζομένους, όπως είναι η ως άνω διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Ν. 2112./1920, η οποία ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Π.Δ, έπρεπε να αναγνωρισθεί ότι η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με τον εναγόμενο Δήμο ήταν αορίστου χρόνου και ότι αυτός είναι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της, που αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Η προσβαλλομένη δε απόφαση που απέρριψε την έφεσή του εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, για αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατά την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε για πρώτη φορά ως εργάτης καθαριότητας της κατηγορίας ΥΕ την 11.12.2001 με διάρκεια έως την 10.2.2002 και ακολούθησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου από 9.4.2003 δηλαδή προσλήφθηκε για πρώτη φορά μετά την ισχύ του Συντάγματος του 2001 [18.4.2001], που πλέον απαγορεύεται η μονιμοποίηση προσωπικού και μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου έστω και αν ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε υπηρεσίες του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού οι προσλήψεις γίνονται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής και δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920.
Όσον αφορά την Οδηγία 1999/70/ΕΚ οι κανόνες της δεν μπορούν να εφαρμοσθούν απευθείας στην εσωτερική έννομη τάξη, αφού καλείται ο νομοθέτης να εξειδικεύσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και αυτό έχει γίνει με το Π.Δ. 164/2004 για εργαζομένους της κατηγορίας του αναιρεσείοντος, την εφαρμογή του οποίου δεν επικαλείται.
Ούτε η μη εμπρόθεσμη εφαρμογή της Οδηγίας συνεπάγεται την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, γιατί η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους και όχι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και συνεπώς δεν θεσπίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών.
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης θα πρέπει ν' απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων επικαλούμενος τον λόγο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και παραβιάζει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και αφού ελλείπουν οι αιτιολογίες δεν μπορεί να κριθεί η νομιμότητα αυτών [ΑΠ 19/2021]. Απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος περί μη λήψης υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων [άρθρ. 559 αριθ. 11], ως απαράδεκτος, γιατί και αυτός προϋποθέτει έρευνα επί της ουσίας της διαφοράς.
Μετά από αυτά η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν, γιατί δεν αιτείται ο αναιρεσίβλητος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.7.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 65/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ