Supreme Court allows appeal against dismissal of appeal due to lack of specific and detailed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of the appeal as time-barred. The appellant argued the dismissal lacked specific and detailed reasoning required by law, despite the lower court citing a service notice. The Court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to mention other evidence or the witness testimony considered, thus violating procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArt. 473(1) & 476(1), (2) & 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; An appeal against a dismissal of an appeal as time-barred is admissible only for limited grounds, including lack of specific and detailed reasoning, which the Supreme Court must examine to ensure the lower court's decision is justified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου - Εισηγητή και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Παπαδοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.1621/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (Β'Βαθμού). Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (Β'Βαθμού) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 13/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1118/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-7-2019 με αριθμ 13/2019 αίτηση του Δ. Π. του Κ., για αναίρεση της με αριθ. 1621/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεσή του κατά της με αριθμ. 39/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοιν.Δ., αν ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, μεταξύ άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, κατά της σχετικής δε απόφασης (που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται μόνο αναίρεση για όλους τους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του αυτού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση.
Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοιν.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ.Α.Π. 4/1995 και 6/1994).
Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσεως της επίδοσης και προβάλλεται, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοιν.Δ., λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της έφεσης απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή".
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του προϊσχυσαντος Κ.ΠοινΔ., όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης των κρίσιμων πράξεων της ποινικής διαδικασίας και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρ.590 παρ.1 εδ.β'του νέου Κ.Π.Δ. (Ν.4620/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ.585 αυτού), προκύπτει, ότι άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος, ο οποίος απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ.
α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ., κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση.
Κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών του Κ.Ποιν.Δ., στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 Κ.Ποιν.Δ., δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την εις βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., περιεχόμενο της οποίας είναι η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην εισαγγελική αρχή, που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός, ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε.
Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε και, ως εκ τούτου, η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ' ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.), από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνσή του και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των εις βάρος τους κατηγοριών δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους.
Διαφορετικά, όπως προεκτέθηκε, ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Ολ.Α.Π. 2/2014). Η απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκτός του ότι επιβάλλεται να διακρίνεται από πληρότητα και σαφήνεια και να μην περιέχει αντιφάσεις ή λογικά κενά, πρέπει να περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της απορριπτικής κρίσεώς του, που αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να χρειάζεται να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα ούτε να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αλλά είναι αναγκαίο να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., και όχι μόνο ορισμένα από αυτά επιλεκτικά (Ολ.Α.Π. 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, με αριθ. 1621/2019, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η έφεση με αριθμό έκθεσης 146/19-12-2018 του ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από τη συνήγορό του, κατά της 39/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, είχε καταδικαστεί αυτός, ερήμην, για την αξιόποινη πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 18 παρ. 1β Ν. 2523/1997), σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Από την ανωτέρω έκθεση έφεσης, η οποία βρίσκεται στη δικογραφία και παραδεκτά επισκοπείται επίσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, είχε προβάλει με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά "....ΔΙΟΤΙ η προσβαλλομένη με αριθμό 39/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, (και το κλητήριο θέσπισμα μου επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής) ενώ έπρεπε να μου επιδοθεί στην επί σειρά ετών κατοικία μου στην πόλη των ...
έναντι ..., άλλως στην επαγγελματική μου διεύθυνση και δη στην έδρα της εταιρίας της οποίας τυγχάνω Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος από συστάσεώς της "... Α.Ε", ήτοι επί της οδού ... ή στο υποκατάστημα αυτής στα ... (άνευ δ/νσεως) διευθύνσεις που η αιτούσα την ποινική δίωξη μου Αρχή έχει πολλάκις επιδώσει έγγραφα, κλήσεις, εκθέσεις ελέγχου, πρόστιμα".
Κατά τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών αυτής, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, είχε προτείνει, δια της εκπροσωπήσασας αυτόν συνηγόρου του, ως μάρτυρα απόδειξης το Γ.
Σ. του Χ., ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Τελικώς, το πιο πάνω Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων) έκρινε την προ μνημονευόμενη έφεση του ήδη αναιρεσείοντα εκπρόθεσμη και την απέρριψε για το λόγο αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην κρινόμενη υπόθεση με την ως άνω εκκληθείσα υπ' αριθμ. 39/17-1-2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, ο προαναφερθείς εκκαλών- κατηγορούμενος καταδικάστηκε ωσεί παρών για μη απόδοση ΦΠΑ (παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1β του Ν. 2523/97) και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, η οποία ακολούθως ανεστάλη επί τριετίαν.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατοικούσε επί της οδού ..., της πόλεως της …. και όταν στις 1-7-2013, ο Αρχιφύλακας Ε. Π. που υπηρετεί στο AT ... προσήλθε στην ως άνω διεύθυνση προκειμένου να επιδώσει σ' αυτόν (τον εκκαλούντα) την προαναφερθείσα εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 39/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής δεν τον βρήκε εκεί παρότι τον αναζήτησε και επειδή λοιπόν ο εν λόγω αστυνομικός διεπίστωσε ότι ο εκκαλών είχε αποχωρήσει από την παραπάνω δηλωθείσα εκ μέρους του διεύθυνση και δεν ήταν δυνατόν να τον εντοπίσει παρά την σχετική προς τούτο έρευνα που διενήργησε, θεώρησε αυτόν ως αγνώστου διαμονής και προέβη στις 1-7-2013, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, στην νόμιμη προς αυτόν επίδοση της παραπάνω αποφάσεως που σημειωτέον εξεδόθη στις 17-1-2013, εν συνεχεία δε, ο εκκαλών άσκησε την κρινομένη έφεσή του στις 19-12-2018, μετά δηλαδή την πάροδο της νομίμου προθεσμίας από την νόμιμη προς αυτόν επίδοση της ως άνω αποφάσεως και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως απαράδεκτη, ενώ πρέπει ακόμη να διαταχθεί η εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως κατ' άρθρον 476 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ".
Η παραπάνω, όμως, αιτιολογία δεν είναι η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, εκτός του αναφερόμενου αποδεικτικού επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν μνημονεύονται ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, που το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση, ούτε γίνεται μνεία, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα λοιπά αναγνωσθέντα επ'ακροατηρίου έγγραφα και την δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα, Γ.
Σ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε μπορεί να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε υπόψη, δεδομένου ότι ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται στο σκεπτικό. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση πλήττεται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, όπως και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, ως αλυσιτελών.
Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της έφεσης του αναιρεσείοντα-κατηγορούμενου (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής) και, ανάλογα προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, εφόσον η αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη
είναι πλημμέλημα και φέρεται τελεσθείσα το έτος 2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 1621/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει τη υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ