1708/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1708/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατ' άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, όπως και κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία και η χωριστή αναφορά κάθε μιας τούτων, πλην του ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Full text
Απόφαση 1708 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1708/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α) Β. συζ. Ι. Γ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ...) και β) Α. Ε. Κ., κατοίκου ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. Ε. Κ., κατοίκου ... (...) και β) Α. Ε. Κ., κατοίκου ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Γιώτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3101/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου και 6423/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2017 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 6423/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 3101/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, για αναγνώριση της ακυρότητας εν στενή εννοία αποκλήρωσής τους και έγινε δεκτή η αγωγή αυτή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατ' άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, όπως και κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία και η χωριστή αναφορά κάθε μιας τούτων, πλην του ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Ως προς τις ένορκες, όμως, βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, αλλά πρόκειται για απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην περίπτωση αυτή, αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1633/09). Εξάλλου, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 117, 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το παραπάνω αποδεικτικό μέσο και ο οποίος θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 53/13).
Ενόψει τούτων, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, με ειδική μνεία και αναφορά στην εν λόγω απόφασή του, την 1551/23-5-2007 ένορκη βεβαίωση της Ό. - Χ.
Κ. στη συμβολαιογράφο Αθηνών Μ. Φ., που νόμιμα οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του και η οποία είχε δοθεί και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων διατροφής μεταξύ της διαθέτιδος - μητέρας των αντιδίκων Κ. χας Ε. Κ. αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου, είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε η παραπάνω ένορκη βεβαίωση, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι, αφού, και κατά τις παραδοχές των αναιρεσειόντων, πρόκειται για ένορκη βεβαίωση, που είχε ληφθεί με αφορμή την παραπάνω δίκη ασφαλιστικών μέτρων, που είναι διάφορη αυτής που αφορά την ένδικη διαφορά, δεν πρόκειται για το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο των άρθρων 339, 421 επ.
ΚΠολΔ, αλλά για απλό έγγραφο, που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και, ως εκ τούτου, δεν απαιτούταν ειδική μνεία της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης στην προσβαλλόμενη απόφαση.
II. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το ένα σκέλος τους, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των βάσιμων αμφιβολιών για το αν το Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, έλαβε υπόψη του την παραπάνω ένορκη βεβαίωση (με τον πρώτο λόγο) και (με το δεύτερο λόγο) τα παρακάτω από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι: 1) την 84/06 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς, όπως διορθώθηκε με την 126/06 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 2) την 4/08 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, 3) το 10/4-4-05 πρακτικό της Επιτροπής Αναδασμού Προφήτη Ηλία, 4) την από 29-3-07 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της μητέρας των αντιδίκων, της πρώτης αναιρεσείουσας και του Κ.
Α., 5) την από 22-2-2007 πρόσκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα "αίτηση" των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, 6) την 870/09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών "που τελεσίδικα υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μηνιαίως από 302 ευρώ έκαστος", 7) τις δημόσιες διαθήκες "της μητέρας με τις οποίες στην κληρονομία της ορίσθηκε ως και ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής του χωριού μας.
Παρά ταύτα και χωρίς η αγωγή να στρέφεται και κατ' αυτού του ν.π.δ.δ. δέχτηκε ακύρωση της διαθήκης και ως προς αυτό....
Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως παθητικώς ανομιμοποίητη κατά το σκέλος αυτό" και 8) υπόμνημα, χωρίς κάποιον άλλο προσδιορισμό του, "που υπέβαλε η μητέρα μας (διαθέτης) και η πληρεξούσια αδελφή μας (δεύτερη αναιρεσείουσα) στον αρμόδιο Εισαγγελέα με το οποίο αντικρούονται οι απαράδεκτοι και αναληθείς ισχυρισμοί του εγκαλέσαντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την από 1-7-08 έγκλησή του)". Πρέπει δε να απορριφθούν οι παραπάνω λόγοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που, νόμιμα με επίκληση, προσκομίζουν οι διάδικοι,..., χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
III. Περαιτέρω, ο παραπάνω δεύτερος λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16β ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 870/09 τελεσίδικη απόφαση διατροφής, που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ της μητέρας των διαδίκων και των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι η παραπάνω απόφαση και κατά τις παραδοχές των αναιρεσειόντων, δεν αφορά τους διαδίκους της δίκης αυτής, όπως, κατ' άρθρο 324 ΚΠολΔ, θα έπρεπε, για να ισχύει έναντι αυτών το δεδικασμένο της, ούτε συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος για να ισχύσει το δεδικασμένο της και μεταξύ τούτων.
IV. Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο ακύρωσε με την απόφασή του αυτή τις δημόσιες διαθήκες της διαθέτιδος - μητέρας των διαδίκων και ως προς τον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής, που, μαζί με τους αναιρεσείοντες, "είχε ορισθεί στην κληρονομία της", ενώ θα έπρεπε να είχε απορρίψει την αγωγή αυτή ως προς τον παραπάνω Ιερό Ναό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής του, καθόσον η οικεία αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν είχε ασκηθεί και κατ' αυτού, παρά μόνο κατά των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος.
Και τούτο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο στο αιτιολογικό της, όσο, πρωτίστως και στο διατακτικό της, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν αναφέρεται αναγνώριση της ακυρότητας της αποκλήρωσης των αναιρεσιβλήτων και έναντι του παραπάνω Ιερού Ναού. Αντίθετα, η ισχύς της απόφασης αυτής περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε.
Τούτο δε συνάγεται από το διατακτικό της εν λόγω απόφασης, στο οποίο διαλαμβάνεται, ότι "αναγνωρίζει ότι είναι άκυρες οι διαλαμβανόμενες στις 1297/21.7.2006 και 1552/23.5.2077 (προφανώς, 2007) δημόσιες διαθήκες της Κ. χήρας Ε. Κ., το γένος Γ. (προφανώς, Γ.) και Α. Λ., που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Μ. Φ., αποκληρωτικές διατάξεις των εναγόντων μεριδούχων Γ.
και Α. Κ. από τη νόμιμη μοίρα τους", σε συνδυασμό και με όλο το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως και με το ότι έχει εκδοθεί μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των, αμφισβητούντων το κληρονομικό τους δικαίωμα, αναιρεσειόντων, μεταξύ των οποίων, επομένως, αναπτύσσει τις έννομες συνέπειές της (άρθρο 324 ΚΠολΔ), χωρίς παράλληλα να συντρέχει νόμιμος λόγος επέκτασης της ισχύος της και έναντι του παραπάνω Ιερού Ναού.
V. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται, ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/08).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος του, προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του, ήτοι: α) των αποφάσεων 84/06 και 4/08 που προαναφέρθηκαν, γιατί δέχθηκε ότι η διαθέτης εγκαταστάθηκε οικειοθελώς στην Αθήνα και ότι διατρεφόταν από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ, σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις, ο πρώτος αναιρεσίβλητος την εξεδίωξε από το χωριό ...
και αυτή συνεισέφερε στις δαπάνες της οικογένειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) του 10/4-4-05 πρακτικού της Επιτροπής Αναδασμού Προφήτη Ηλία, του οποίου πρακτικού προσδιορίζουν το περιεχόμενο, όχι, όμως και τις οικείες αντίθετες παραδοχές του Εφετείου, γ) της από 29-3-07 αγωγής που προαναφέρθηκε, διότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι η διαθέτης μπορούσε να αυτοδιατραφεί με την εκποίηση των ακινήτων της, ενώ η άσκηση της παραπάνω αγωγής είχε ως αποτέλεσμα "τον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της μητέρας, αφού ουδείς ενδιαφέρθηκε για την αγορά επιδίκων, και ως εκ τούτου ελέγχεται ως αβάσιμος η κρίση του Εφετείου, ότι η διαθέτης μπορούσε να αυτοδιατραφεί διά της εκποιήσεως των ακινήτων της", δ) του υπομνήματος που προαναφέρθηκε, του οποίου προσδιορίζουν το περιεχόμενο, όχι, όμως και τις οικείες αντίθετες παραδοχές του Εφετείου, ε) της από 22-2-07 πρόσκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσας αίτησης, που προαναφέρθηκε, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι σκόπευαν να απαλλαγούν από την υποχρέωσή τους να συμβάλλουν στη διατροφή της μητέρας τους, ενώ αυτό επεδίωκαν με το παραπάνω δικόγραφό τους και στ) της 870/09 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προαναφέρθηκε, διότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι πάμπτωχοι, ενώ δεν είναι, αφού με την παραπάνω απόφαση υποχρεώθηκαν να καταβάλουν για διατροφή της μητέρας τους 302 ευρώ ο καθένας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αφού δεν δέχτηκε, ότι έχουν αντίθετο με το πραγματικό περιεχόμενό τους, αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, αφού ανέγνωσε σωστά το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
VI. Εξάλλου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έκρινε, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αθέτησαν κακόβουλα την υποχρέωσή τους για διατροφή της διαθέτιδος - μητέρας τους, διότι, σύμφωνα με τις οικονομικές δυνάμεις και τις ανάγκες τους, που, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραθέτει, ούτε οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν, να παρέξουν τη διατροφή αυτή χωρίς να διακινδυνεύει η δική τους, αλλά ούτε και η μητέρα τους την είχε ανάγκη.
Αναγνώρισε δε, κατόπιν αυτών, το Εφετείο την αιτηθείσα με την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ακυρότητα του σχετικού, από το άρθρο 1840 αρ. 4 ΑΚ, λόγου αποκλήρωσής τους από τη νόμιμη μοίρα τους στην κληρονομία της μητέρας τους. Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης αφενός μεν του άρθρου 281 ΑΚ, για καταχρηστική άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί αθέτησαν κακόβουλα την υποχρέωσή τους για διατροφή της μητέρας τους, για το λόγο ότι οι οικονομικές δυνάμεις και οι ανάγκες των ιδίων και της μητέρας τους επέτρεπαν και επέβαλαν την παροχή της και αφετέρου του άρθρου 1840 αρ. 3 ΑΚ για εγκυρότητα της αποκλήρωσης των αναιρεσιβλήτων, λόγω του σοβαρού πλημμελήματος της παραβίασης της υποχρέωσής τους για διατροφή της μητέρας τους, που διέπραξαν σε βάρος της, μη καταβάλλοντας διατροφή σ' αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβάσεων, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των γεγονότων σχετικά με τις οικονομικές δυνάμεις και τις ανάγκες των αναιρεσιβλήτων και της μητέρας τους.
VII. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, καθόσον τείνει (η άσκηση) στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που αυτός δημιούργησε, με ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες, δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται από την παραπάνω διάταξη.
Στην περίπτωση δε αυτή, η ανατροπή της παραπάνω κατάστασης, που επιχειρείται από το δικαιούχο, δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/01).
Επίσης, οι παραπάνω διατάξεις έχουν έντονο χαρακτήρα κανόνων δημόσιας τάξης και γι' αυτό εφαρμόζονται και σε δικαιώματα που απορρέουν, επίσης, από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 91/11), όπως εκείνες του ΑΚ για τη νόμιμη μοίρα, όταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παράβαση των αρχών του εν λόγω άρθρου είναι τέτοια, που να επιβάλλει να ισχύσει ο περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος που το άρθρο αυτό επιτάσσει.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού μόνο δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/06).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε, ότι οι αναιρεσείοντες στήριξαν την ένστασή τους από το άρθρο 281 ΑΚ, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ακυρότητας της εν στενή εννοία αποκλήρωσής τους από τη μητέρα τους, στο ότι "1) ο πρώτος από αυτούς κατά τη διαδικασία του αναδασμού δήλωσε στην αρμόδια επιτροπή ότι αυτός και τα τέκνα του είναι συγκύριοι των κληρονομικών αγρών του θανόντος πατέρα του Ε.
Κ. αλλά και της προικώας περιουσίας της διαθέτιδας μητέρας του Κ. Κ., η δε σχετική εγγραφή διαγράφηκε μετά από ένσταση της διαθέτιδας, 2) εξεδίωξε την ηλικίας 90 ετών μητέρα του από την οικία του, διαπράττοντας το αδίκημα της έκθεσης, 3) διατεινόταν, μετά την εκδίωξη της μητέρας του ότι πάσχει από γεροντική άνοια, διαπράττοντας το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, 4) παρά την έκδοση της 4/2006 (προφανώς, της 84/06) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (προφανώς, Λειβαδιάς) που τον υποχρέωνε να αποδώσει τα επίδικα ακίνητα εξακολούθησε να τα κατέχει, διαπράττοντας το αδίκημα της αυτοδικίας και της κλοπής, 5) υπέβαλε εναντίον της διαθέτιδας μητέρας του έγκληση για συκοφαντική σε βάρος του δυσφήμηση, 6) με το 9911/17.6.2008 συμβόλαιο γονικής παροχής μεταβίβασε το ήμισυ ενός βοσκοτόπου, που ανήκε στη διαθέτιδα, στα τέκνα του, 7) αμφότεροι οι ενάγοντες στα δικόγραφα που, ενώπιον των δικαστηρίων, κατέθεταν εκφράζονταν καταφρονητικά εναντίον της μητέρας τους και των ιδίων (εναγομένων), 8) δεν παραστάθηκαν στην κηδεία της, στη δαπάνη της οποίας υποβλήθηκαν αυτοί (εναγόμενοι), 9) ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας έχει εκμηδενιστεί με τους συνεχείς δικαστικούς αγώνες και 10) οι επισκέψεις των εναγόντων και των τέκνων τους στην οικία της διαθέτιδας γίνονταν όχι για συμπαράσταση αλλά για περιουσιακούς λόγους".
Έκρινε δε το Εφετείο, ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε, κατόπιν αυτών, ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ. Και τούτο, διότι τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία ανάγονται όλα σε χρόνο μέχρι του θανάτου της διαθέτιδος Κ.
Κ. (ΑΠ 426/70), κατά το μέρος δε που αξιοποιήθηκαν απ' αυτή (διαθέτιδα) ως λόγος αποκλήρωσης των αναιρεσιβλήτων, κρίθηκαν ψευδή με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει και, συνεπώς, κατά το μέρος τούτο, απαράδεκτα, με το ανωτέρω πρόσχημα, η εν λόγω απόφαση πλήττεται, όπως και η καθόλου συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, δεν καθιστούν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.
Άλλως, θα πρόκειται για αναλογική επέκταση των λόγων αποκλήρωσης και στα παραπάνω περιστατικά, κατά το μέρος που δεν συνιστούν τέτοιο λόγο, η οποία, όμως, δεν είναι δεκτή, λόγω της περιοριστικής απαρίθμησης των λόγων αποκλήρωσης και του εξαιρετικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων του ΑΚ (ΑΠ 256/85).
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2017 αίτηση των Β. Ε. Κ. και Α. Ε. Κ., για αναίρεση της 6423/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018
.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ