Legislator Case Law & Legislation
1708/2014 AI generated

1708/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1708/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1708/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Η υπόθεση ακολούθησε την πιο κάτω διαδικαστική διαδρομή Α. Ασκήθηκε η από 5-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, στην οποία αυτός διαλαμβάνει : α) Ότι σύναψε με την εταιρεία Praxis International, της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι οιονεί καθολική διάδοχος, σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών, με την έννοια πως η τελευταία είχε την υποχρέωση, μετά από εντολή του να αγοράζει και να πωλεί μετοχές του μέσω του χρηματιστηρίου Αθηνών.

Keywords

AI generated
suspension of payments trade regulations objection to debt enforcement consumer law consumer credit revocation restrictions based on price
AI generated
1667/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1447/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
627/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
1179/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2074/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7614/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.
989/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1708 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Fortius Finance Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με εξαγορά της εταιρίας "Praxis International Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελπομένη Δασκαλάκη, που δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της σε "BETA Χρηματιστηριάκη Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2001 και 5-9-2001 αντίθετες αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2004 του ίδιου Δικαστηρίου 2289/2005 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1928/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου που με την 28/2007 απόφαση της ανέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Α2 πολ. Τμήμα του δικαστηρίου τούτου.

Εκδόθηκε η 1761/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου (κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια) και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 1133/2011 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στα πλαίσια της αποδοχής των αναιρετικών λόγων που στο σκεπτικό της εισηγήσεως αναφέρθηκαν με αντίστοιχη απόρριψη των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπόθεση ακολούθησε την πιο κάτω διαδικαστική διαδρομή Α. Ασκήθηκε η από 5-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, στην οποία αυτός διαλαμβάνει : α) Ότι σύναψε με την εταιρεία Praxis International, της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι οιονεί καθολική διάδοχος, σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών, με την έννοια πως η τελευταία είχε την υποχρέωση, μετά από εντολή του να αγοράζει και να πωλεί μετοχές του μέσω του χρηματιστηρίου Αθηνών.

β) Ότι η αντίδικος του αναιρεσείοντος προέβη σε σειρά χρηματιστηριακών πράξεων αγοραπωλησίας μετοχών, με την εντολή του ή και χωρίς αυτή, του χορήγησε, παράτυπα, δάνειο με σκοπό να του χρεώνει πρόσθετες, γι'αυτό προμήθειες, από την αγορά μετοχών και πωλούσε μετοχές σε υποδεέστερες τιμές. Δεν ήταν, έτσι, δυνατόν, να αποσβεσθεί, συμψηφιστικά, το δάνειο, και με αυτό τον τρόπο προέκυψε σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 60.023.809 δρχ.

Περαιτέρω παραθέτει, πως η εναγομένη του χρέωσε υπερβολικές προμήθειες και έξοδα αντί των νομίμων, γενικότερα δε διαλαμβάνει σειρά παράτυπων ενεργειών της ήδη αναιρεσίβλητης (μέσω των αρμοδίων οργάνων της), και οριοθετεί την, εντεύθεν, ζημία του, η οποία προσδιορίζεται στη διαφορά της αξίας που θα είχε το πιο πάνω χαρτοφυλάκιό του, χωρίς τις πράξεις της εναγόμενης, με εκείνη που, πράγματι, μετά απ' αυτές, είχε.

Ζήτησε δε ο εδώ αναιρεσείων, να αναγνωριστεί η ακυρότητα (άρθρ. 174 και 180 ΑΚ), των χρεώσεων του δανείου για αγορά μετοχών, να αναγνωριστεί, ότι, λόγω της ανωτέρω αδικοπραξίας, του οφείλονται συγκεκριμένα ποσά για αποζημίωση και ηθική βλάβη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να μεταφέρει τις μετοχές που απέμειναν στο χαρτοφυλάκιό του στην εταιρεία "Χ.

ΑΧΕ" Β. Η εδώ αναιρεσίβλητη άσκησε, ωσαύτως, αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος, στην οποία εξέθεσε ότι : α) κατήρτισε με τον αντίδικό της σύμβαση παροχής χρηματιστηριακών υπηρεσιών, για αγοραπωλησία μετοχών με προμήθεια β) οι εκατέρωθεν απαιτήσεις συμφωνήθηκε, ότι θα καταγράφονταν σε ειδικό λογαριασμό και οι απαιτήσεις θα συμψηφίζονταν ?όταν δε θα έληγε η σύμβαση το υπόλοιπο του λογαριασμού, που θα έκλεινε, θα ήταν αμέσως απαιτητό γ)αυτή εξετέλεσε τις υποχρεώσεις της, και στις 23-2-2000 ο λογαριασμός έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο από 176.152,05ευρώ.

Συνακόλουθα, κατήγγειλε τη σύμβαση και ζήτησε το παραπάνω ποσό. Γ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την αγωγή της αντιδίκου του. Δ. Ασκήθηκε έφεση από τον παραπάνω διάδικο και εκδόθηκε, αρχικά, η 2289/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, εξαφανίστηκε, κατά ένα μέρος, η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η αγωγή της εταιρείας, για 146.805ευρώ Ε.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον και ήδη αναιρεσείοντα αναίρεση και το δικαστήριο τούτο, με την 1928/2006 απόφασή του, παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το θέμα του αν, για τις αξιώσεις, οι οποίες απορρέουν από σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής έχει εφαρμογή η ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ 6 του ν. 3632/1928, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ 1 γ' του Ν. 1806/1988 ή ισχύει η γενική, περί εικοσαετούς παραγραφής, διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ.

ΣΤ. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε τακτική Ολομέλεια, με την 28/2007 απόφασή του, έκρινε, πως έχει εφαρμογή, συναφώς, η ενιαύσια παραγραφή. Μετά ταύτα, αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το σχετικό με την παραγραφή μέρος της και ανέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο πολιτικό τμήμα, προκειμένου να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναίρεσης.

Ζ. Το τμήμα αυτό, με την 1761/2009 απόφασή του έκρινε: α) αόριστο τον από το άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, β) απέρριψε, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο γ) έκανε δεκτό λόγο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ως προς την αοριστία του κονδυλίου της αποζημίωσης του ενάγοντος και της αυτούσιας παράδοσης των σωζόμενων 20.000 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ.

δ) απέρριψε τον λόγο της μη ύπαρξης αοριστίας στην αγωγή, ως προς το αίτημα για απόδοση στον ενάγοντα και 190 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία Ευρωπαϊκή Πίστις ε) απέρριψε ως αβάσιμο τον από το άρθρο 559 αρ 11 ΚΠολΔ λόγο, ως προς την απόδειξη με μάρτυρες των χρηματιστηριακών παραγγελιών. Δηλαδή, πλέον, όσων έγιναν δεκτά από την παραπάνω ολομέλεια, η απόφαση αναιρέθηκε, ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν την καταβολή των 184.223.945 δραχμών, ως αποζημίωση από αδικοπραξία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και της μεταφοράς στον αναιρεσείοντα 20.000 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΣΩΛ.

Παρέπεμψε δε στο ίδιο

Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση "την υπόθεση κατά τα ως άνω κεφάλαια και κατά το αναιρεθέν με την υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης ..." στ) Ακολούθησε η έκδοση της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή εκείνη της αντιδίκου του για το ποσό των 146.805ευρω, με τον νόμιμο τόκο από 17.4.2001, δηλαδή διέλαβε το αυτό ακριβώς, ως προς τον αναιρεσείοντα, διατακτικό, όπως και η πρώτη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581παρ 2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Δηλαδή, τα δικαστήρια, τα οποία επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεν έχουν δικαίωμα διαφωνίας, γι' αυτό και η απόφασή τους, κατά το μέρος που συμμορφώθηκαν με την αναιρετική, πλήττεται απαραδέκτως με λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1104/2010).

Η δέσμευση περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή την απόρριψη των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1395/2010). Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής, μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά από την απόφαση που αναιρέθηκε, τα πραγματικά περιστατικά, αν αυτά επιδέχονται νομική προσέγγιση, η οποία δεν άπτεται του νομικού ζητήματος, το οποίο έδωσε αφορμή για την αναίρεση (ΑΠ 146/2009, ΑΠ 1450/2006).

Νομικό ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο, το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση. Μπορεί άρα, αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1097/2008, ΑΠ 297/2008).

Άρα, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση, μόνο ως προς το κεφάλαιο, ως προς το οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, για το οποίο έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επαναδικάζεται, κατά το εκκληθέν μέρος, για το οποίο με την απόφασή του, αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1614/2008).

Αν, επομένως, αναιρεθεί η απόφαση κατά ένα μέρος, ήτοι, προς ορισμένα κεφάλαια αυτής και δεν αποφασισθεί η καθολική εξαφάνιση της απόφασης, το δικαστήριο της παραπομπής, δεν μπορεί να επιληφθεί της υπόθεσης για τα λοιπά κεφάλαια, γιατί, έτσι, παραβιάζεται το δεδικασμένο (ΑΠ 1522/2007, ΑΠ 1491/2007). Όμως, η μερική αναίρεση της απόφασης, αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, το οποίο αφορούσε ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός και, άρα, η έφεση θα ξανακριθεί, ως προς το κεφάλαιο αυτό (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 479/2009).

Η κρίση αυτή, προφανώς, θα επεκταθεί και στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκ νέου, από το Εφετείο, υπό το πρίσμα των αναιρετικών παραδοχών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ 1 εδ β'το δεδικασμένο εκτείνεται ευθέως και στο δικονομικό ζήτημα, το οποίο κρίθηκε οριστικά. Το ζήτημα τούτο, αφορά κυρίως το θέμα της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, αν λείπει μία ή περισσότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες αναφέρονται, είτε στους διαδίκους (ικανότητα του να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής) (ΑΠ 487/2010, ΑΠ 168/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ 8 και 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ακόμη, κατ' άρθρο 559 αρ 18ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση. Κατά ταύτα, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι θεμελιώνονται όταν : α) Ελήφθησαν υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας "πράγματα", που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή, κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, σύμφωνα με τον νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008).

Έτσι, δεν αποτελούν πράγματα, η άρνηση αιτιολογημένης ή όχι της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009) β) Επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, δηλαδή το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009).

Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 204/2011). Οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον πιο πάνω λόγο, μόνον όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 708/2008).

Δεν ανακύπτει δε ο σχετικός λόγος, αν το εφετείο επιδίκασε ό,τι και το πρωτόδικο, αλλά άλλαξε την αιτιολογία (ΑΠ 333/2008) γ) Η από το δικαστήριο της παραπομπής συζήτηση της υπόθεσης, πέραν από τα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και μόνον γι' αυτό (ΑΠ 661/2006). Δηλαδή απαιτείται, το δικαστήριο της παραπομπής, να μη συμμορφώθηκε, με την λύση που έδωσε η ολομέλεια ή το τμήμα του Αρείου Πάγου, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε (ΑΠ 480/2004, ΑΠ 1123/2003).

Τέλος, κατά το άρθρο 579 παρ 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Η έκταση της ανατροπής της αναιρεθείσας απόφασης, εξαρτάται από το αν η εξαφάνιση της απόφασης είναι ολική ή μερική, αν, δηλαδή, αναφέρεται σε όλα ή ορισμένα, μόνο, κεφάλαια της απόφασης (Ολ ΑΠ 27/2007, ΑΠ 43/2005).

Ως κεφάλαια, νοούνται οι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αποφαίνονται για τα αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας. Πάντως, αν υπάρχουν και άλλα κεφάλαια, τα οποία αρρήκτως συνδέονται με τα αναιρεθέντα και αυτά συναναιρούνται (ΑΠ 493/2011, ΑΠ 1606/2007). Συνδέονται δε αρρήκτως, όταν μεταξύ των πλειόνων κεφαλαίων της απόφασης, η οποία αναιρέθηκε υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά, κατ' ανάγκην, συνέχονται.

Όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία, ως προς την έκταση της αναίρεσης, οι συνέπειες της αναίρεσης εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια, που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 1683/2008, ΑΠ 2057/2006) Στην κρινόμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση :

α)Με εκτενή νομική θεμελίωση, αναφέρει ότι " ...το δικαστήριο αυτό θα ερευνήσει εκ νέου μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται ..." β)Αφού, ως υποχρεούτο, συμμορφώθηκε με τις αναιρετικές αποφάσεις (ολομελείας και τμήματος) έκανε δεκτούς τους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε, κατ' ακολουθίαν της παραδοχής της έφεσής του, την προσβαλλόμενη απόφαση.

Όπως προκύπτει, από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, η οποία επανήλθε προς κρίση, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μ' αυτή εζητείτο, πλην άλλων : " ...Να εξαφανιστεί ολοσχερώς ή άλλως να μεταρρυθμιστεί η υπ' αριθμ. 156/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), να απορριφθεί η από 15-5-2001 αγωγή της αντιδίκου εναντίον μου, καθ' όλον αυτής το αιτητικόν.

Να γίνει δεκτή η από 5-9-2001 αγωγή μου κατά της αντιδίκου καθ' όλον αυτής το αιτητικόν..." Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ..., καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που λήφθηκαν όλα υπόψη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την από 22.7.1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, η ενάγουσα ανέλαβε έναντι αμοιβής την υποχρέωση να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές επί κινητών αξιών και ιδίως επί μετοχών, ομολόγων και άλλων τίτλων για λογαριασμό του εναγομένου. Οι διάδικοι, μεταξύ των άλλων, συμφώνησαν τα εξής:

Οι εντολές του εναγομένου θα δίνονταν στην ενάγουσα με φαξ, με την παρουσία του στα γραφεία της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων και των κατά τόπους ειδικών γραφείων λήψης και διαβίβασης εντολών, τηλεφωνικά ή με κάποιο άλλο ηλεκτρονικό μέσο (π.χ. e-mail). Εξάλλου, με την παραπάνω σύμβαση, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα της ηχογράφησης των τηλεφωνικών συνομιλιών με υπαλλήλους της εταιρείας και ο Δ.

Θ. αποδέχθηκε την ηχογράφηση και τη δυνατότητα χρήσης ως αποδεικτικού μέσου(βλ. τους όρους της σύμβασης και δη τον όρο 2.9 αυτής, που έχει υπογραφεί από τον εναγόμενο Δ. Θ.). Οι εντολές έπρεπε να ήταν σαφείς και να περιγράφουν με ακρίβεια το αντικείμενό τους. Οι χρηματικές απαιτήσεις των μερών από τη σύμβαση θα καταγράφονταν σε χρεωπιστωτικό λογαριασμό που θα τηρούσε η ενάγουσα και στον οποίο θα καταχωρούνταν τόσο το χρηματικό σκέλος των συναλλαγών που διενεργούνταν για λογαριασμό του πελάτη - εναγομένου όσο και οι προβλεπόμενες με τη σύμβαση χρεοπιστώσεις.

Αμέσως με την καταχώρησή τους στο λογαριασμό θα συμψηφίζονταν οι αντίθετες απαιτήσεις των μερών. Ο λογαριασμός θα ήταν άτοκος, πλην της περίπτωσης που ο πελάτης δεν θα κατέβαλε το τίμημα, τα έξοδα και την αμοιβή της εταιρίας μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τριών ημερών από τη συναλλαγή, οπότε θα καθίστατο υπερήμερος, και το υπόλοιπο θα ήταν άμεσα απαιτητό κατά το κλείσιμο του λογαριασμού με τη λήξη της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο.

Η σύμβαση συμφωνήθηκε να είναι αορίστου χρόνου και να μπορεί να καταγγελθεί από οποιοδήποτε των μερών με έγγραφη δήλωση, με το συνακόλουθο δικαίωμα του πελάτη να παραλάβει το χαρτοφυλάκιό του, εφόσον έχει εξοφλήσει όλες οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι της εταιρίας. Ακόμα συμφωνήθηκε να αποτελούν πλήρη απόδειξη τόσο το πινακίδιο εκτέλεσης εντολής, για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, όσο και τα αποσπάσματα από τα λογιστικά βιβλία που τηρούσε η ενάγουσα εταιρία, ως προς τα περιεχόμενα σ' αυτά στοιχεία.

Τέλος, συμφωνήθηκε να ενημερώνεται ο πελάτης εκ μέρους της εταιρίας .με την αποστολή των σχετικών εγγράφων ταχυδρομικά στη διεύθυνσή του κάθε μήνα. Η αμοιβή (προμήθεια) της ενάγουσας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 0,5%' επί της αξίας κάθε συναλλαγής, όπως αυτό προκύπτει από το πρώτο φύλλο της σύμβασης, πλην των διημερήσιων συναλλαγών (intraday), για τις οποίες ορίστηκε σε 0,3%.

Το τελευταίο αυτό ποσοστό τη αμοιβής δεν συνάγεται ευθέως από τη σύμβαση, δεδομένου ότι σ' αυτήν δεν γίνεται καθόλου αναφορά για συναλλαγές τέτοιου είδους. Όμως γι' αυτό βεβαιώνει ο μάρτυρας της ενάγουσας, το αποδέχεται δε και η ίδια. Στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης η ενάγουσα άνοιξε στο όνομα του εναγομένου χρηματιστηριακό λογαριασμό με κωδικό 203.

Ο τελευταίος μετέφερε σταδιακά σ' αυτόν, μέσω του Συστήματος Άϋλων Τίτλων, από άλλες χρηματιστηριακές εταιρίες τις μετοχές... Ο εναγόμενος έδιδε καθημερινά, απευθείας τηλεφωνικές εντολές αγοραπωλησίας μετοχών στους υπαλλήλους της εναγομένης και ιδίως στον Ι. Λ., χρηματιστηριακό εκπρόσωπο αυτής, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις.

Οι εντολές του συνίσταντο κυρίως σε διημερήσιες συναλλαγές, δηλαδή αγορά μετοχών και πώλησή τους εντός της ίδιας ημέρας, ώστε στο τέλος της ημέρας να πιστώνεται ή να χρεώνεται με τη διαφορά, ανάλογα αν αυτή θα ήταν θετική ή αρνητική. Αυτού του είδους οι συναλλαγές απαιτούσαν γνώσεις περί τα χρηματιστηριακά θέματα και προσωπική παρακολούθηση των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου, από την έναρξη μέχρι τη λήξη τους, προσόντα και δυνατότητες που διέθετε ο εναγόμενος.

Ειδικότερα, ο τελευταίος, που είναι οικονομολόγος, την εποχή εκείνη εργαζόταν ως διευθυντής στον τομέα χρηματαγοράς του Dealing Room της Εμπορικής Τράπεζας. Ασχολούνταν με το Χρηματιστήριο πάνω από 20 χρόνια, επενδύοντας σ' αυτό "σε εποχές που ελάχιστοι γνώριζαν ακόμα και την ύπαρξη του θεσμού". Διατηρούσε μετοχές και σε άλλες χρηματιστηριακές εταιρίες, για τη διασπορά του κινδύνου και τη συλλογή περισσότερων ειδήσεων περί των χρηματιστηριακών πραγμάτων, και διενεργούσε πράξεις σε όλες αυτές κατά τους ίδιους περίπου χρόνους.

Τέλος, ως εξειδικευμένος γνώστης των χρηματιστηριακών πραγμάτων, εμφανιζόταν τακτικά σε τηλεοπτικό σταθμό, σε. εκπομπή ενημέρωσης δίνοντας πληροφορίες για την πορεία των μετοχών και γενικά για το χρηματιστήριο. Κατά το χρονικό διάστημα από 14.7.1999 μέχρι 23.11.2000, ο εναγόμενος διαβίβασε και η ενάγουσα εκτέλεσε τις εντολές, που αναλύονται παρακάτω.

Σημειώνεται, ότι πολλές φορές οι εντολές εκτελούνταν τμηματικά, ενώ άλλες φορές οι μετοχές που αγοράζονταν μέσα στην ημέρα πωλούνταν αυθημερόν στην ίδια ή και σε μικρότερη τιμή, τούτο όμως γινόταν κατ' εντολή του εναγομένου προς ελαχιστοποίηση της ζημίας, όταν καθίστατο φανερό ότι η πορεία της μετοχής ήταν πτωτική και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο τελευταίος είναι αβάσιμα....Όλα αυτά είναι σύμφωνα με την επενδυτική εμπειρία του εναγομένου και με την άμεση και προσωπική ενασχόλησή του με το υψηλής αξίας χαρτοφυλάκιό του, και δεν μπορεί να ευσταθήσει, σύμφωνα και τα διδάγματα της κοινής λογικής, ο ισχυρισμός του ότι είχε εναποθέσει τις μετοχές του στην ενάγουσα με μόνη εντολή να τις πωλήσει και στη συνέχεια, ούτε παρακολούθησε, ούτε ενδιαφέρθηκε για την πορεία τους επί 15 μήνες και μάλιστα κρίσιμους για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο εναγόμενος ενημερωνόταν καθημερινά προφορικά για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του και την πορεία του υπολοίπου του και είχε πλήρη γνώση αυτών. Κατά την 19.1.2001, του απέστειλε αντίτυπα του συνόλου των πινακιδίων των μέχρι τότε συναλλαγών του, στα οποία αναγράφονταν αναλυτικά:

οι αγορές και πωλήσεις μετοχών, που πραγματοποιήθηκαν, κατά τις εντολές του, οι οποίες εκτελούνταν ως επί το πλείστον τμηματικά, η αμοιβή της ενάγουσας, τα έξοδα ΧΑΑ και ΚΑΑ καθώς και οι φόροι στις πωλήσεις. Στη συνέχεια, με την από 6.4.2001 εξώδικη δήλωση - επιστολή της που επιδόθηκε στον εναγόμενο κατά την 11.4.2001, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και κάλεσε αυτόν να πληρώσει εντός πέντε ημερών το υπόλοιπο των 60.023.809 δραχμών, που παρουσίαζε το λογαριασμός του κατά την 23.11.2000.

Ο εναγόμενος Δ. Θ. προέβαλε, όπως εκτέθηκε παραπάνω, την ένσταση του ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για καταβολή από τον ίδιο του χρέους του ποσού 16.951.362 δραχμών, που αφορά δαπάνες και αμοιβές της για αγορά μετοχών, στην οποία είχε προβεί αυτή για λογαριασμό του από τον Ιούλιο 1999 μέχρι 30.12.1999, υπέκυψε στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 λόγω παρέλευσης έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έγιναν οι συναλλαγές μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της εναγόμενης εταιρείας το έτος 2001.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε όμως ότι υπήρξε διακοπή της παραγραφής, δεδομένου ότι ο εναγόμενος ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως της ενάγουσας, αναγνώρισε με τη συμπεριφορά του την αξίωσή της αυτή. Και τούτο γιατί: α) συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο συμψηφισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων (χρεωπιστώσεων), συμφωνία την οποία δεν αμφισβήτησε ο εναγόμενος β) ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του και την αιτία της ρητά κατά τις ημεροχρονολογίες 26.7.2000, 23.8.2000 και 25.9.2000, σύμφωνα με την σαφή κατάθεση του εξατασθέντος ...

μάρτυρα και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες, όπου μάλιστα, ο εναγόμενος παραδέχεται την ενημέρωσή του και ομολογεί την απουσία οποιουδήποτε παραπόνου... και γ) στις γενόμενες οχλήσεις για την καταβολή του χρέους ο εναγόμενος αναγνώριζε την οφειλή του και ανελάμβανε την υποχρέωση πληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου.

Σημειώνεται επίσης το Δικαστήριο αυτό νόμιμα λαμβάνει υπόψη τις μαγνητοφωνήσεις ιδιωτικής συνομιλίας (μεταξύ του εναγομένου και του υπαλλήλου της ενάγουσας...), αφού έγιναν με τη συναίνεση αμφοτέρων των διαδίκων μερών και κατ' ακολουθίαν η μαγνητοφώνηση δεν αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας.

Επομένως, οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα μαγνητοταινίες, στις οποίες αποτυπώνεται η αναγνώριση του χρέους του εναγομένου, είναι συνταγματικά επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στην παρούσα πολιτική δίκη. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η αντένσταση διακοπής της παραγραφής είναι βάσιμη και συνεπώς είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν η ένσταση παραγραφής του εναγομένου Δ.

Θ. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, ο εναγόμενος πολλές αγορές κατέβαλε εκπροθέσμως στην ενάγουσα, μέσω της πώλησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, το τίμημα αγοράς των μετοχών που κατ' εντολή του είχε αγοράσει, αν και η ίδια εκπλήρωνε εμπροθέσμως την υποχρέωση της από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή προς καταβολή του τιμήματος των μετοχών στο χρηματιστήριο.

Η ενάγουσα δεν χρέωνε τόκους υπερημερίας ούτε συμβατικούς, παρότι κάτι τέτοιο προβλεπόταν στη σύμβαση τους. Αλλά ούτε και σε δανεισμό του εναγομένου και μάλιστα κατ' επάγγελμα και εξακολούθηση προέβαινε, αφού η ανοχή στην επιδίωξη και είσπραξη των απαιτήσεών της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούσε με δανεισμό, πολύ.

μάλλον περισσότερο που τέτοια συμφωνία δεν υπήρχε. Η κύρια ενοχή από την οποία απορρέουν οι απαιτήσεις της αφορά την υποχρέωση του εναγομένου Δ. Θ., ως παραγγελέα των συναλλαγών αγοράς μετοχών τοις μετρητοίς που εκτελέστηκαν, έναντι της ενάγουσας ως παραγγελιοδόχου του, προς καταβολή του τιμήματος των μετοχών που αγόρασε στο όνομά του για την κανονική εκτέλεση της εντολής και το οποίο η ενάγουσα έχει καταβάλει ως υπόχρεη προς τούτο.

Περαιτέρω, στον όρο 11 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ορίστηκε ότι αν ο εντολέας δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την εταιρία από χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του, η τελευταία μπορεί οποτεδήποτε κατά την κρίση της εντός μηνός από τη σύναψη της συναλλαγής να εκποιεί τις μετοχές που αγοράστηκαν, πιστώνοντας το λογαριασμό του πελάτη της.

Σε τέτοια πράξη δεν προέβη η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης, όχι για να διογκώσει την οφειλή του εναγομένου, αλλά αφενός μεν λόγω των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε ο τελευταίος με τα ανώτερα στελέχη της, αφετέρου δε διότι αυτός κάλυπτε το υπόλοιπό του κατά τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθως συντομότερα του μηνός.

Συνεπώς, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο Δ. Θ. ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας. Περαιτέρω, κατά την 23.11.2000 είχαν παραμείνει στο χαρτοφυλάκιο του εναγομένου, που ήταν εμπιστευμένο στην ενάγουσα, 20.000 μετοχές ..., 1500 μετοχές ..., 900 μετοχές ... και 190 μετοχές... Τις μετοχές αυτές πώλησε η ενάγουσα, σύμφωνα με δικαίωμα που είχε κατά τη σύμβαση, κατά τις ημερομηνίες 30 και 31 Ιουλίου 2001, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής της, όπως και οι δύο πλευρές συνομολογούν, και εισέπραξε το τίμημα αυτών, δηλαδή ποσό 10.000.000 δρχ. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεση του και του οποίου τα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ένσταση εξόφλησης, να γίνει ανάλογη μείωση του ποσού της οφειλής του.

Τέλος, σε σχέση με την αγωγή του Δ. Θ. θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα δεν υπεξαίρεσε, αλλά και ούτε χρησιμοποίησε αντισυμβατικά το αντίτιμο της πώλησης των μετοχών του Δ. Θ., αλλά αντίθετα το απέδωσε υπέρ αυτού, αφού πίστωσε το προϊόν κάθε συναλλαγής πώλησης μετοχών του στον χρηματιστηριακό χρηματικό λογαριασμό του, όπως απεικονίζεται στην αναλυτική καρτέλα του εν λόγω λογαριασμού.

Παράλληλα, με βάση την ρητή και έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, εφόσον υπήρχαν αντίθετες απαιτήσεις της ενάγουσας από αγορά μετοχών για λογαριασμό του, οι οποίες και αυτές απεικονίζονταν στον ίδιο λογαριασμό με την μορφή χρεώσεων, τα πιστωθέντα ποσά συμψηφίζονταν με ισόποσες χρεώσεις και εξοφλούσαν έτσι αντίστοιχες απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου από αγορές μετοχών.

Σημειώνεται εδώ ότι η πρακτική των intraday συναλλαγών συνίσταται σε αγορά μετοχών και πώληση τους εντός της ίδιας ημέρας. Με τον τρόπο αυτό, το οφειλόμενο τίμημα για την αγορά των μετοχών συμψηφιζόταν με το δικαιούμενο τίμημα της πώλησής τους και έτσι στο τέλος της ημέρας οφείλονταν από τον επενδυτή μόνον η διαφορά εάν είχε πωλήσει τις μετοχές επί ζημία ή αντίθετα οφείλονταν στον επενδυτή η θετική διαφορά εάν είχε πωλήσει με κέρδος.

Με τα χρήματα που προέκυψαν από την εκτέλεση των εντολών πώλησης μετοχών στον λογαριασμό του εναγομένου Δ. Θ. εξοφλήθηκαν αντίστοιχες εντολές αγοράς άλλων μετοχών, κατά τα οριζόμενα στον όρο 2.5 της σύμβασης. Αντίστοιχα, η ενάγουσα κάθε φορά που ο εναγόμενος Δ. Θ. έδιδε εντολή πώλησης μετοχών, την εκτελούσε αμέσως κατά τις οδηγίες του και το προϊόν φέρονταν σε πίστωση του ως άνω χρηματιστηριακού λογαριασμού, αφού πρώτα αφαιρούνταν από αυτό τα έξοδα της συναλλαγής και η αμοιβή της ενάγουσας και στο τέλος γινόταν ο συμψηφισμός κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.

Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε, ότι κατόπιν εντολής του Δ. Θ., η εταιρεία "Praxis International Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", πώλησε, ως εντολοδόχος, κατά διαστήματα, μετοχές του τελευταίου (εντολέως), εισπράξασα συνολικώς το ποσό των 186.272.948 δρχ., και ότι αρνήθηκε να το αποδώσει στον Δ.

Θ., όπως υποχρεούνταν κατά την ΑΚ 719, και τελικά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, διαθέτοντας τούτο χωρίς εντολή του και ότι έτσι διέπραξε σε βάρος του το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Περαιτέρω, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα για την απόδοση στον Δ. Θ. από μέρους της εναγομένης εταιρείας των φερομένων ως σωζόμενων 20.000 μετοχών της ΒΙΟΣΩΛ που της δόθηκαν στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εντολής αποδείχθηκε, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι αυτές έχουν εκποιηθεί και το αντίτιμο της πώλησής τους προτάθηκε από τον Δ.

Θ. σε συμψηφισμό, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, με αποτέλεσμα να μειωθεί τo ύψος της οφειλής του. Επομένως, η αγωγή του Δ. Θ. είναι αβάσιμη.

Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή του Δ. Θ. από ουσιαστική άποψη και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της εταιρείας "Praxis International Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", την οποία έχει διαδεχθεί ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με εξαγορά η εταιρεία "Fortius Finance Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δ.

Θ. να καταβάλει στην ενάγουσα 50.023.809 δραχμές, που αντιστοιχούν σε 146.805 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της πενθήμερης προθεσμίας που είχε τάξει η τελευταία σε εκείνον με την ως άνω από 6.4.2001 εξώδικη δήλωση της για την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου, δηλαδή από 17.4.2001...". Ήδη ο αναιρεσείων, κατ' αρχήν, όπως το δικόγραφο της αναίρεσής του εκτιμάται, προβάλλει:

α) Ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 8, 9 και 18 ΚΠολΔ, δεν περιόρισε την κρίση του, εντός των ορίων που όρισε η Ολομέλεια και το τμήμα του Αρείου Πάγου, αλλά έκρινε, στο σύνολό της, την υπόθεση. β) Ότι κακώς ελήφθησαν υπόψιν οι μαγνητοφωνημένες συνομιλίες, που απαραδέκτως προσκομίστηκαν, γιατί τούτο είχε κριθεί τελεσίδικα.

γ) παράτυπα η πιο πάνω απόφαση υπεισήλθε και εξέτασε κεφάλαια της υπόθεσης μη αναιρεθέντα. Επ' αυτών, σημειώνονται τα ακόλουθα: 1)Το Εφετείο, κατά τα προαναφερθέντα, ποιείται ρητή μνεία της περιορισμένης μεταβίβασης της υπόθεσης ενώπιον αυτού. 2) Η εξαφάνιση της απόφασης, έλαβε χώραν στα πλαίσια της αποδοχής της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος με το συγκεκριμένο αίτημα 3) σε κάθε περίπτωση, με ταυτόσημες, σχεδόν, αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάζει σε βάρος του αναιρεσείοντος, το αυτό, ακριβώς, ποσό, το οποίο έχει επιδικασθεί, υπέρ της αντιδίκου του και με την 2289/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Δηλαδή, αμφότερες οι αποφάσεις καταψηφίζουν σε βάρος του αναιρεσείοντος το χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από 17-4-2001 και την αυτή δικαστική δαπάνη από 7000 ευρώ. Κατά ταύτα, έστω και αν θεωρείται, ότι υπάρχει βάση στα παράπονα του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος αλυσιτελώς τα εκθέτει, αφού, ουδόλως κατέστη η θέση του χειρότερη.

Άλλωστε, ούτε ο ίδιος αναφέρει, ποιο είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον του αόριστα μνημονευόμενο (αρ. 12 της αναίρεσης). Εφόσον αυτό αναφέρεται στο ότι έχει ηττηθεί καθ' ολοκληρίαν και απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής, δεν είναι βάσιμο, εφ' όσον δεν εκτίθεται ταυτόχρονα, όπως έπρεπε, πως αν δεν υπήρχε, η κατά του αναιρεσείοντα, επέκταση της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας στο σύνολο της υπόθεσης, αυτή θα ήταν διαφορετική.

Διότι, πρόδηλα, είναι εντελώς διαφορετικό το θέμα της κρίσης, κατά τον παραπάνω διάδικο, της υπόθεσης στο σύνολό της, αντί των μερικότερων αναιρεθέντων κεφαλαίων και άλλο το επί της ουσίας της υπόθεσης επιχείρημα, το οποίο δεν ερευνάται, εν προκειμένω (αρθρ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ). Κατά ταύτα, ο με στοιχείο Ι αρ 8, 9, 10, 11 και 12, (κατά ένα μέρος), πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην εφετειακή απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ 16 αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, κατ' άρθρο 322 παρ 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, που διατυπώνεται στην απόφαση ως ενιαίο όλον, δηλαδή τη νομική αιτία και την ιστορική αιτία και το δικαίωμα (ΑΠ 1061/2006, ΑΠ61/2006).

Περαιτέρω, το δεδικασμένο αφορά την "έννομη σχέση", και όχι, αυτοτελώς, τα κατ' ιδίαν στοιχεία της μείζονος ή ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, πλην άλλων, δεν αφορά αυτοτελώς και, τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 362/2006). Και τούτο, διότι ως έννομη σχέση, νοείται το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά περιστατικά, που γέννησαν ή κατέλυσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1803/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ 15 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν, παρά το νόμο, ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Πρόκειται, άρα, για ανάκληση απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 309 ΚΠολΔ (βλ και ΑΠ 140/2006). Η ανάκληση μπορεί να γίνει και σιωπηρώς (ΑΠ 1927/2006, ΑΠ 687/1985). Δεν αποτελούν, όμως, απόφαση, οι επιμέρους διατάξεις και νομικές παραδοχές της απόφασης, εκτός αν απ' αυτές παράγεται δεδικασμένο, οπότε αντιμετωπίζονται με τον από το άρθρο 559 αρ 16 ΚΠολΔ λόγο.

Τέλος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται από τις διατυπώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα και έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, απ' ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο, ούτε, ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (ΑΠ 1256/2009, ΑΠ 1613/2007).

Στην υπό κρίση περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεθείσας απόφασης και εκείνης του δικαστηρίου της παραπομπής και ήδη προσβαλλόμενης, προκύπτουν, ως προς την, από μέρους της, εκτίμηση των αποδείξεων που προήχθησαν τα ακόλουθα: α) Η αναιρεθείσα απόφαση, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψιν, αναφέρει, πως δεν έλαβε υπ' όψιν "...τις ηχογραφημένες τηλεφωνικές συνομιλίες του εναγόμενου ...

αφού αμφισβητείται η γνησιότητά τους ...". Ουδόλως δε λαμβάνει θέσιν, αν αυτές είναι όντως γνήσιες ή όχι, αν ο ισχυρισμός της μη γνησιότητάς τους είναι βάσιμος ή, αν, σε κάθε περίπτωση, είναι μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο. β)Η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με εκτενή αιτιολογία, τις έλαβε υπ' όψιν, όπως προηγούμενα αναφέρθηκε.

Ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλει τις από τις πιο πάνω διατάξεις πλημμέλειες, διότι εκτιμά, ότι :1) η κρίση της πρώτης απόφασης, εφ' όσον δεν προσεβλήθη από οιονδήποτε διάδικο στο παρόν δικαστήριο, κατέστη πλέον τελεσίδικη και δημιούργησε δεδικασμένο, συνακόλουθα δε, το δικαστήριο της παραπομπής, δεν εδικαιούτο να επανέλθει επί του θέματος, και να συνεκτιμήσει και τις παραπάνω τηλεφωνικές συνομιλίες 2)πρόκειται, πράγματι, για σιωπηρή ανάκληση της πρώτης απόφασης, η οποία δεν είναι επιτρεπτή.

Σύμφωνα, όμως, με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν : α)Δεν πρόκειται για, σιωπηρή έστω, ανάκληση οριστικής απόφασης, αλλά για διαφορετική εκτίμηση, ως προς τη λήψη υπ' όψιν συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου β) Η αναιρεθείσα απόφαση δεν αποφάνθηκε για το σύννομο της λήψης ή μη των πιο πάνω μαγνητοταινιών, ούτε, για την ουσία του ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά ταύτα, δεν πρόκειται για παράβαση που αποτελεί το πραγματικό του άρθρου 559 αρ 15 ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης (δεύτερος (

ΙΙ) με αρ. 16) είναι αβάσιμος, γ) η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, είναι επιτρεπτή από το δικαστήριο της παραπομπής, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, δεν υπήρχε δέσμευση από το δεδικασμένο, ώστε να αποκλείεται η επανάκριση συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου, το οποίο, ήδη, κρίθηκε νόμιμο. Κατά ταύτα, ο με στοιχείο

ΙΙ (αρ 13, 14, 15, 17) και ο με στοιχείο Ι λόγος (κατά ένα μέρος του αρ 12) είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ 11. ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του ιδιωτικό έγγραφο, του οποίου, ο αντίδικος του προσκομίσαντος είχε αμφισβητήσει τη γνησιότητα (ΑΠ 646/2009).

Η μαγνητοταινία αποτελεί την κύρια μορφή της φωνοληψίας (ΑΠ 1351/2007). Η αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, περιλαμβάνει και την ελευθερία της επικοινωνίας. Άρα, δεν επιτρέπεται η χρήση μαγνητοταινίας, ως αποδεικτικού μέσου, στο δικαστήριο, αν η μαγνητοφώνηση δεν έγινε με τη συγκατάθεση του προσώπου, του οποίου η φωνή καταγράφηκε (Ολ ΑΠ 1/2001, Ολ ΑΠ 18/1995, ΑΠ 1092/2009).

Η προσκομιδή στο δικαστήριο του εγγράφου της μαγνητοταινίας δεν αναπληρώνει την αρχική έλλειψη συναίνεσης για μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και δεν καθιστά νόμιμο αυτό το αποδεικτικό μέσο, εφόσον η συναίνεση πρέπει να υπάρχει πριν από τη μαγνητοφώνηση της συνομιλίας (ΑΠ 1351/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 457 παρ 4 ΚΠολΔ, στις φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωτοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, τη γνησιότητά τους, εφόσον αμφισβητείται, οφείλει να την αποδείξει εκείνος που τις επικαλείται και τις προσάγει (βλ και ΑΠ 1286/2003).

Αν δε, από τον αντίδικο εκείνου που προσκόμισε ιδιωτικό έγγραφο, αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εκτιμήσει μόνο ή με άλλες αποδείξεις προς μόρφωση της πεποίθησής του για το, κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής ή των ενστάσεων, εάν, προηγουμένως, δεν κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί μη γνησιότητας του εγγράφου ισχυρισμό ο οποίος αποτελεί νόμιμη δικονομική ένσταση, δηλαδή "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 72/2008, ΑΠ 1584/2007, ΑΠ 380/2002).

Στην υπό κρίση περίπτωση: Α) η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε νόμιμη τη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών, που αναφέρονται στο σκεπτικό της, αφού δέχτηκε ανελέγκτως, πως υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Όπως προκύπτει δε από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, γίνεται σ' αυτές λόγος για μη γνησιότητα των πιο πάνω μαγνητοταινιών.

Όμως, έστω και αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε συναφώς, με ειδική σκέψη της, από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει ότι: α) έκρινε σύννομη την προσαγωγή των μαγνητοταινιών β) αξιολογεί αυτές, ως νομίμως ληφθέν αποδεικτικό μέσο, δέχεται δε, πως η μαγνητοφώνηση έγινε " με συναίνεση των διαδίκων μερών".

Άρα είναι προφανές, πως κρίνει και επί του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και θεωρεί γνήσιες τις μαγνητοταινίες αυτές. Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων διασαφηνίζει τι νοεί, ως μη γνησιότητα τούτων, αρκούμενος να αναφέρει πως " αμφισβήτησα ρητώς και ειδικώς τη γνησιότητα ..." (σελ. 11 της αναίρεσης). Άρα, ο με στοιχείο

ΙΙΒ (αρ 18, 19) λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο με στοιχείο

ΙΙΓ (αρ 20, 21 κατά το οικείο μέρος τους), αναιρετικοί λόγοι, αλλά και οι από το άρθρο 559 αρ 8, όπως εκτιμάται, ίδιοι λόγοι, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ 11 αναιρετικός λόγος ιδρύεται, πλην άλλων, και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση, από τους διαδίκους.

Για να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις, πρέπει αυτές να προσκομίστηκαν στο δικαστήριο , με τρόπο παραδεκτό και νόμιμο. Δηλαδή πρέπει (άρθρ. 106, 237 εδ 1 β, 346 και 453 παρ 1 ΚΠολΔ), να γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 353/2011, ΑΠ 39/2008). Έγγραφα, που, απλά, τίθενται στο φάκελλο της δικογραφίας, χωρίς να γίνεται νόμιμη επίκλησή τους, με τις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, δεν προσκομίζονται νόμιμα (ΑΠ 239/2004).

Η επίκληση, είναι ανάγκη να γίνει, είτε με τις πιο πάνω προτάσεις, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 14/2005, ΑΠ 401/2011, ΑΠ 324/2009).

Έτσι, δεν είναι νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, όταν στις προτάσεις του εφετείου υπάρχει, γενική μόνο, αναφορά σε όλα τα έγγραφα, τα οποία, ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτόδικα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 14/2005, ΑΠ 1721/2010).

Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει την πιο πάνω πλημμέλεια, εφ' όσον, όπως εκθέτει: α) το Εφετείο, έλαβε υπ' όψιν τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και τους σ' αυτή περιεχόμενους όρους, μεταξύ των οποίων και η συναίνεσή του για μαγνητοφώνηση των συγκεκριμένων συνομιλιών, χωρίς, όμως η αντίδικός του, να έχει νόμιμα επικαλεσθεί, ούτε τη συγκεκριμένη σύμβαση, ούτε να έχει, ωσαύτως, προσκομίσει με επίκληση, τις πιο πάνω μαγνητοταινίες.

Σημειώνεται, εδώ, ότι, ύστερα από την αναίρεση της απόφασης, καταργείται και η συζήτηση, κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση, και άρα, οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ' αυτή, αν αναφέρονται σε διατάξεις, για τις οποίες εχώρησε αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπ' όψιν (ΑΠ 1606/2007, ΑΠ 1220/2007).

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της στο δικαστήριο της παραπομπής, ανέφερε ότι "για το σκοπό αυτό επαναφέρουμε ενώπιόν Σας τις προτάσεις μας στο Εφετείο (σχ. Εφετείου 36) τις οποίες θεωρούμε ένα σώμα με τις παρούσες μας, καθώς και τα σχετικά έγγραφά μας, όπως αυτά κατατέθηκαν για την έκδοση της υπ' αριθμ. 2289/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ΣΧΕΤ. 1-36, ΣΧΕΤ. ΕΦΕΤΕΙΟΥ 1-27) ... συγκεκριμένα στις προτάσεις μας αναφέραμε επί λέξει τα ακόλουθα: ... β) γιατί ο αντίδικος αναγνώρισε την οφειλή του ... σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως συνομιλίες του όπου μάλιστα και την ενημέρωσή του ομολογεί, και την απουσία οποιουδήποτε παραπόνου ...". Είναι, άρα, προφανές, πως έγινε σύννομη επίκληση των ως άνω μαγνητοταινιών και ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις έλαβε υπ' όψιν. Και τούτο, πέραν του ότι το δικαστήριο στήριξε, πλην αυτών, την κρίση του και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά και του ότι, το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο αναφέρεται σε μη αναιρεθέν κεφάλαιο της απόφασης, ώστε να αποκλείεται η αναφορά τούτου και στις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο, η απόφαση του οποίου ανηρέθη (ΑΠ 1606/2007, ΑΠ 1220/2007). Άρα, ο σχετικός, από την ανωτέρω διάταξη, λόγος της αναίρεσης (με στοιχείο

ΙΙΙ και αρ. 27, 28, 29) είναι αβάσιμος. IV. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει: 1) ισχυρισμούς για το αν αναγνώρισε ή όχι το επίδικο χρέος, μνημονεύοντας και σχολιάζοντας το αποδεικτικό υλικό, για το ότι "το ποσό που αναφέρεται ως χρέος είναι τελείως λάθος", δεν προκύπτει αναγνώριση χρέους από τις συνομιλίες, αλλά ήταν αυτές απλά φιλικές, (αναιρετικός λόγος

ΙΙΓ αρ 24, 25, 26, 27, 28), 2) ότι κακώς η απόφαση δέχτηκε συμψηφισμό, εφ' όσον κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή είναι αυτοτελής, ότι ο ίδιος δεν είναι έμπορος, ότι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές προβλέπουν ειδική διαδικασία εκκαθάρισης (λόγος με στοιχείο

ΙΙΙ αρ 30, 31) 3) ότι δεν είναι δυνατόν να αποδειχθούν με μάρτυρες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ότι "δεν αποδείχτηκε ότι δεν γίνονταν ανά μήνα η έγγραφη ενημέρωση...", ότι ήταν αναγκαστική η ερμηνεία του άρθρου 12 παρ 5 Ν. 3632/1928 ως προς το ότι, είναι υποχρεωτική η έγγραφη απόδειξη των εντολών στο χρηματιστήριο (λόγος

ΙΙΙ αρ 32) 4) η διάταξη αυτή καταργήθηκε ρητά και σιωπηρά με τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αναίρεση. Ο αναιρεσείων, περαιτέρω, προς υποστήριξη της άποψής του, αναλύει τις νομικές διατάξεις που επικαλείται, εξάγει το, κατ' αυτόν, νομικό ή νομικά συμπεράσματα, και, αν και αναγνωρίζει, πως με τις 5/2009 και 87/2010 αποφάσεις της Ολομέλειας του δικαστηρίου τούτου, έχουν κριθεί τα αντίθετα "συμπεράσματα από τα ως άνω προβαλλόμενα από εμάς", εκθέτει, αναλυτικά, τις, κατ' αυτόν παραδοχές, οι οποίες, αν και έρχονται σε, αντίθεση με τις πιο πάνω αποφάσεις, πρέπει να γίνουν δεκτές, διότι, άλλως, το δικαστήριο υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 και 11 ΚΠολΔ. (αναιρετικοί λόγοι υπό στοιχείο

ΙΙΙ 30 Α, Β, Α', ως προς την επίκληση των μη καταγεγραμμένων συναλλαγών, Γ', ως προς την εμμάρτυρη απόδειξη). Επ' αυτών, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: α) πέραν των ανωτέρω αποφάσεων της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το συναφές θέμα έκρινε και η 1761/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής κρίνασα, πως η απόδειξη επί των πιο πάνω θεμάτων "μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο".

Η απόφαση δε αυτή, με τα σ' αυτή διαλαμβανόμενα, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο της παραπομπής. Άρα, ο τα αντίθετα προβάλλων, όπως παραπάνω, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. β) οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, για το είδος των συνομιλιών που καταγράφονταν, αν υπήρχε ή μη πρόθεση αναγνώρισης, αν το χρέος ανερχόταν ή όχι στο συγκεκριμένο ποσό, αν ο ίδιος είναι ή μη έμπορος είναι απαράδεκτες, εφ' όσον αφορούν θέματα ουσίας μη ερευνώμενα από το παρόν δικαστήριο (αρθρ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ) γ) το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για τον συμψηφισμό, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε στην ουσία.

Το ίδιο, ωσαύτως και για τους αυτούς λόγους, πρέπει να γίνει δεκτό και για τις προβαλλόμενες αιτιάσεις από την απόρριψη του από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού, αλλά, και, το θέμα (αρ. 25, 26 αναιρετηρίου) και παραγραφής ή μη μέρους του επίδικου ποσού. Η πλημμέλεια που προβάλλει ήδη το πρώτον, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., θέτει θέμα εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών και ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Άρα, όλοι, οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 196, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2011 αίτηση του Δ. Θ. του Χ., προς αναίρεση της 1133/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ