Supreme Court dismisses appeal for procedural non-appearance and vague evidence omission arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision. The appellant failed to appear at the hearing despite being properly summoned, while the respondent argued for dismissal based on procedural rules and vague evidence claims. The court ruled that the hearing proceeded in the appellant's absence and rejected the appeal because the grounds for challenging the evidence were too indefinite to be substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court proceeds with hearings despite a party's absence if legally summoned, and grounds for appeal regarding evidence omission are inadmissible if the specific evidence and its impact are not clearly identified in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Σ. Μ., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Παναγιώτα Τσακούλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4769/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1357/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8781 ΣΤ/ 5.10.2011 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίου Ρουμελιώτη, ακριβές αντίγραφο της από 21.10.2010 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 17.9.2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στην αναιρεσείουσα, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
II). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικά πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω κατά το 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Ο λόγος αυτός δημιουργείται όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Τα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, που κατέστησαν αφόρητη στη συγκεκριμένη περίπτωση την εξακολούθηση της για τον ενάγοντα θα πρέπει συνεπώς να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων. Αν τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται και με τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο συζύγους βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό του γάμου, εκτός αν εκείνο που αφορά τον εναγόμενο είναι μηδαμινό σε σχέση με εκείνο που αφορά τον ενάγοντα.
- Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 1980, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα.
Ο γάμος τους, του οποίου είχε προηγηθεί μακροχρόνιος μεταξύ τους δεσμός, μέχρι και το έτος 1984 εξελίχθηκε ομαλά. Από το μήνα Μάρτιο του ίδιου έτους, η εναγόμενη, εξ αιτίας του θανάτου του αδελφού της, σε νεαρή ηλικία, με τον οποίο διατηρούσε στενό συγγενικό και ψυχικό δεσμό, άρχισε να λαμβάνει ηρεμιστικά φάρμακα, ενώ παράλληλα κατανάλωνε αλκοόλ, προς το οποίο απέκτησε σταδιακά ροπή.
Παρά τις προσπάθειες του ενάγοντος, για τη διακοπή της κατανάλωσης αλκοόλ από την εναγόμενη, αυτή συνέχισε την ίδια τακτική, αρνούμενη να ακολουθήσει κάποια θεραπευτική αγωγή προκειμένου να απαλλαγή από το χρόνιο πρόβλημα εθισμού της. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε επί πολλά έτη, μέχρι και το έτος 1999, ότε και σταμάτησε η εναγομένη να καταναλώνει αλκοόλ.
Οι διάδικοι αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Κέρκυρα το 1986, όπου και παρέμειναν μέχρι και το έτος 1999 ... . Η μακροχρόνια αυτή συμπεριφορά της είχε αρνητική επίδραση στην κατάσταση της υγείας της, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσης. Ειδικότερα οι διάδικοι σταδιακά απομακρύνθηκαν μεταξύ τους σωματικά και ψυχικά απομονώθηκαν από το κοινωνικό τους περιβάλλον και δεν διατηρούσαν κοινωνικές σχέσεις ...
από τον Ιούνιο του έτους 1999 ο ενάγων μετατέθηκε στην Αθήνα όπου και εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα ... ανταποδεικτικά όμως αποδείχθηκε ότι και η συμπεριφορά του ενάγοντος προς αυτήν δεν ήταν η πρέπουσα, ειδικότερα δε κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και ενώ οι σχέσεις τους παρουσίασαν βελτίωση και είχαν αποφασίσει να εγκατασταθούν μαζί σε διαμέρισμα που αγόρασε ο ενάγων, και είχαν ολοκληρωθεί οι επισκευαστικές εργασίες, ο ενάγων αποχώρησε τον Ιούλιο του έτους 2005 από τη συζυγική τους κατοικία και πώλησε το άνω διαμέρισμα, στο οποίο επρόκειτο να εγκατασταθούν, έκτοτε δε διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση τους ... .
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έχει κλονισθεί σοβαρά από λόγους που αφορούν και στο πρόσωπο της εναγόμενης ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεις να αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα και επομένως είχε αυτός λόγο διαζυγίου από το άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ.
Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του κήρυξε λυμένο τον γάμο των διαδίκων δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ. Με τις ως άνω δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω, σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα τόσο του ισχυρού κλονισμού της εγγάμου σχέσεως των διαδίκων, όσο και του γεγονότος ότι δεν επήλθε άρση του στοιχείου του κλονισμού της εγγάμου συμβιώσεως, λόγω της βελτιώσεως που παρουσίασαν οι σχέσεις των διαδίκων μεταγενεστέρως κατά την διάρκεια της πρόσφατης παραμονής τους στην Αθήνα.
Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
III). Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτος βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις της αναιρεσείουσας. Όμως στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται, για την πληρότητα του ως άνω λόγου, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, κατά τον αριθμό και το έτος συντάξεως τους ή κατά το περιεχόμενο τους, (επί πλέον δε η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει εάν οι ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν μετά την προηγουμένη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της ή εάν ελήφθησαν εξ' αφορμής άλλης δίκης, για να είναι δυνατόν να κριθεί εάν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση). Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2010 αίτηση της Ε. συζ. Σ. Μ., για την αναίρεση της 1357/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ