1708/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 3504Β, 3503Β, 3502Β, 3501Β, 3506Β, 3505Β, 3508Β, 3507Β, 3510Β και 3509Β/29-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κιλκίς ... και 1177Δ, 1180Δ, 1176Δ, 1182Δ, 1175Δ, 1181Δ, 1178Δ και 1179Δ/5-7-2011 του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, καθώς και ακριβές αντίγραφο πρακτικού αναβολής του Δικαστηρίου τούτου και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο μέχρι ένατο από τους αναιρεσιβλήτους Ι. χήρα Π. Έ. ή Τ., Π. χήρα Π. Α., Κ. συζ. Δ. Ζ., Γ. Έ. του Π., Γ. Α. του Π., Ι. Α. του Π., Γ. Ζ. του Δ., Ε. Ζ. του Δ. και Δ. Ζ. του Γ.. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated1708/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κρεμεζή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Α) 1. Ι. χήρας Π. Έ. ή Τ., το γένος Σ. Γ., 2. Π. χήρας Π. Α., το γένος Π. Έ. 3. Κ. συζ. Δ. Ζ., το γένος Π. Έ., 4. Γ. Έ. του Π., 5. Γ. Α. του Π., 6 Ι. Α. του Π., όλων των ανωτέρω κατοίκων ..., 7. Γ. Ζ. του Δ., 8. Ε. Ζ. του Δ., 9 Δ. Ζ. του Γ., όλων των ανωτέρω κατοίκων Κατερίνης, άπαντες δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και Β) Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα Αυτοκινήτων" (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δομάζο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2006 κύρια αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-7-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 371/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 681/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 3504Β, 3503Β, 3502Β, 3501Β, 3506Β, 3505Β, 3508Β, 3507Β, 3510Β και 3509Β/29-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κιλκίς ... και 1177Δ, 1180Δ, 1176Δ, 1182Δ, 1175Δ, 1181Δ, 1178Δ και 1179Δ/5-7-2011 του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, καθώς και ακριβές αντίγραφο πρακτικού αναβολής του Δικαστηρίου τούτου και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο μέχρι ένατο από τους αναιρεσιβλήτους Ι. χήρα Π. Έ. ή Τ., Π. χήρα Π. Α., Κ. συζ. Δ. Ζ., Γ. Έ. του Π., Γ. Α. του Π., Ι. Α. του Π., Γ. Ζ. του Δ., Ε. Ζ. του Δ. και Δ. Ζ. του Γ.. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
2. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων• και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 371/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 30-5-2004 και περί ώρα 17:20' στην ... του Νομού Κιλκίς, ο πρώτος των εναγομένων και των δύο αγωγών, Σ. Π., οδηγώντας τον με αριθμ. κυκλ. ... γεωργικό ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων και των δύο αγωγών Ι.
Κ., ο οποίος τον προέστησε στην οδήγηση του παραχωρώντας τον οικειοθελώς λόγω της φιλικής σχέσης που τους συνέδεε και προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει για τις αγροτικές εργασίες του, έβαινε με ταχύτητα 40 περίπου χ/ω επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την πλατεία ..., απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του δεύτερου εναγομένου, ότι εν αγνοία του ο Σ.
Π. παρέλαβε τον ως άνω γεωργικό ελκυστήρα, αρνούμενος την σχέση πρόστησης που τους συνέδεε, τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει αυτός και στο παρόν δικαστήριο ως λόγο έφεσης. Η ως άνω οδός ..., που βρίσκεται μέσα στην πόλη της ...ς, (κατοικημένη περιοχή), διασταυρώνεται δεξιά σε σχέση με την πορεία του ελκυστήρα, με ανώνυμη χωμάτινη οδό, διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 4,70 μέτρων συνολικά, στην οποία κατά τον ίδιο χρόνο, έβαινε πεζός ο Π.
Έ. ή Τ., στο μέσον περίπου αυτής και συγκεκριμένα σε απόσταση 2,5 μέτρα από το αριστερό σε σχέση με την πορεία του άκρο της οδού με κατεύθυνση προς την οδό ..., υποβασταζόμενος σε βακτηρία (μπαστούνι), λόγω της μεγάλης ηλικίας του, 78 ετών και του προηγούμενου παλαιού κατάγματος κάτω άκρου, για το οποίο είχε υποβληθεί σε ήλωση.
Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, η κίνηση επί της ανώνυμης αυτής οδού ήταν αραιή, το οδόστρωμα ξηρό και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, (βλ. σχετ. έκθεση αυτοψίας). Όταν ο οδηγός του ελκυστήρα έφθασε στο ύψος της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και εισήλθε στην ανωτέρω ανώνυμη οδό, όπου αφού διάνυσε επ' αυτής έξι μέτρα περίπου, επέπεσε επί του ως άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε και τραυμάτισε, όπως θ' αναφερθεί παρακάτω.
Το ένδικο αυτό τροχαίο ατύχημα, οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του οδηγού του ελκυστήρα, όσο και του πεζού, αφού όπως αποδείχτηκε, ο οδηγός του Σ. Π., οδηγούσε εντός κατοικημένης περιοχής αμελώς, αφού προκειμένου να πραγματοποιήσει δεξιά στροφή και να εισέλθει στην χωμάτινη οδό, δεν μείωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητα του οχήματός του και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του ή να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, περαιτέρω δε διότι δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, παρόλο που κατά τη στιγμή εκείνη επί της οδού δεν κινούνταν άλλοι πεζοί ή οχήματα, ενώ ο πεζός, δεν κινούνταν όπως όφειλε στο αριστερό άκρο της χωμάτινης οδού, ενόψει μάλιστα του ότι ήταν λόγω της μεγάλης ηλικίας του και της βάδισης του με τη βοήθεια βακτηρίας, ιδιαίτερα δυσχερής η γρήγορη κίνηση του, προκειμένου να απομακρυνθεί έγκαιρα από το μέσον της οδού.
μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο του γεωργικού ελκυστήρα στην εν λόγω χωμάτινη οδό. Η συνυπαιτιότητα δε καθενός, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα. προσδιορίζεται: σε ποσοστό 70% για τον εναγόμενο οδηγό και σε ποσοστό 30% για τον πεζό, όπως κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των κυρίως εναγομένων, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού στην πρόκληση του τραυματισμού του, άλλως συνυπαιτιότητάς του σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό, τους οποίους προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο ως λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και του θανόντος πεζού, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του πεζού, διότι προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στην ανωτέρω νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Άρα, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το εάν ο τραυματισμός του πεζού κατά το ατύχημα της 30-5-2004 τελεί ή μη σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του που συνέβη την 11-7-2004.
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχεται ανελέγκτως τα εξής: "Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πεζός Π. Έ. ή Τ., υπέστη κάταγμα έκτης πλευράς θώρακος και κάταγμα δεξιού μηριαίου επί παλαιάς ήλωσης και νοσηλεύτηκε στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Κιλκίς από τις 30-5-2004 μέχρι τις 3-6-2004, ενώ ακολούθως νοσηλεύτηκε για αποθεραπεία στην Ορθοπεδική Κλινική του ιδίου Νοσοκομείου.
Υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση λοξού κατάγματος του δεξιού μηριαίου με δύο βίδες, η μετεγχειρητική πορεία του ήταν καλή , χωρίς επιπλοκές, πλην μιας αιμολυτικής μετεγχειρητικής αναιμίας, η οποία αντιμετωπίστηκε επιτυχώς. Κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο, η κατάσταση του κρίθηκε σταθερή και εξήλθε με οδηγίες κατ' οίκον νοσηλεία (βλ.
το σχετικό φύλλο νοσηλείας του Νοσοκομείο Κιλκίς). Κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον νοσηλείας του παρέμεινε κλινήρης, σε κλινοστατισμό, όπως του συστήθηκε, προκειμένου να μένει ακίνητο το τραυματισμένο του μέλος, αλλά και γιατί εξακολουθούσε να υποφέρει από πόνους, συνεπεία των ανωτέρω τραυμάτων του. Στις 10-7-2004 διακομίσθηκε στο πλησιέστερο Νοσοκομείο, στη Γουμένισσα Κιλκίς, σε εμπύρετο κωματώδη κατάσταση, όπου την επομένη 11-7-2004 επήλθε θάνατος του, λόγω καρδιακής ανακοπής και σηπτικού σοκ.
Ο θάνατος του, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο τραυματισμό του. Ειδικότερα, αυτός κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην Ορθοπεδική Κλινική του Νοσοκομείου Κιλκίς, εμφάνισε αιμολυτική αυτοάνοση αναιμία, ως επακόλουθο των τραυμάτων του και της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, η οποία είχε ως συνέπεια τις διαταραχές των βασικών λειτουργιών του οργανισμού του και επιβάρυνε την μετεγχειρητική του εικόνα.
Επίσης λόγω του ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αλλά και μετά την έξοδο του και την κατ' οίκον νοσηλεία του, υποχρεώθηκε σε κλινοστατισμό και ακινησία, επιβαρύνθηκε η γενική κατάσταση της υγείας του, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει λοίμωξη του γαστρεντερικού του συστήματος και να εμφανίσει δέκα ημέρες περίπου μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, αιμορραγία από το ορθό, άρνηση λήψης τροφής, εμετούς και πυρετό, που στη συνέχεια πολύ γρήγορα του προκάλεσε σηπτικό σοκ και τέλος καρδιακή ανακοπή, από τα οποία ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε τελικώς ο θάνατος του.
Το γεγονός ότι επί διήμερο πριν τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο Γουμένισσας παρέμεινε στην οικία του χωρίς ιατρική βοήθεια, αν και εμφάνιζε τα παραπάνω συμπτώματα, δεν θεμελιώνει συνυπαιτιότητα του ιδίου και της συζύγου του στον επελθόντα θάνατό του, διότι λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν μπορούσε να καταλάβει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και να λάβει σχετικές αποφάσεις άμεσα, ενώ όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, η οποία είχε αναλάβει την κατ' οίκον φροντίδα και νοσηλεία του και διήνυσε το 78° έτος της ηλικίας της, αφού περίμενε δύο περίπου ημέρες πιστεύοντας, λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεων, ότι θα υποχωρούσαν τα συμπτώματα, στη συνέχεια και μόλις διαπίστωσε ότι αυτά δεν υποχωρούν και ότι ήταν απαραίτητη η διακομιδή του στο Νοσοκομείο, προέβη σε αυτή και φρόντισε τη διακομιδή του στο πλησιέστερο προς τον τόπο κατοικίας τους νοσοκομείο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ότι ο επελθών θάνατος του Π. Έ. ή Τ., δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του και ότι σε κάθε περίπτωση συνυπαίτιος για την πρόκληση του θανάτου του ήταν τόσο ο ίδιος, όσο και η πρώτη ενάγουσα-σύζυγος του (τους οποίους επαναφέρουν και στο παρόν Δικαστήριο ως λόγους έφεσης), σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης είναι ουσία αβάσιμοι".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του πεζού και του εν συνεχεία θανάτου του. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Άρα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, απαραδέκτως στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκλησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην απόφαση ελλείψεις και αντιφάσεις αναγόμενες όχι στις παραδοχές αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι σχετικά με την ύπαρξη στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσιβλήτου συντρέχοντος πταίσματος για το θάνατο του συζύγου της.
Όμως το Εφετείο, με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του για το ζήτημα αυτό διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, καταλήγοντας στο ορθό πόρισμα ότι δεν θεμελιώνεται συνυπαιτιότητα (ΑΚ 300) της ιδίας στον επελθόντα θάνατο του συζύγου της.
4. Η διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ. θεσπίσθηκε για να θεμελιώσει ευθύνη σε βάρος του προστήσαντος, Η ευθύνη είναι αδικοπρακτική, όπως και εκείνη της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ. Σε αντίθεση με τη δεύτερη η πρώτη είναι ευθύνη γνήσια αντικειμενική. Για τη θεμελίωση της ευθύνης απαιτούνται νόμιμος λόγος ευθύνης, ζημία και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης.
Εκτός όμως από αυτές πρέπει να υπάρχει σχέση προστήσεως ανάμεσα στον κύριο της υποθέσεως (προστήσαντα) και στον προστηθέντα. Η δραστηριότητα του προστηθέντος τοποθετείται κατά κανόνα σε επιχειρηματικό ή επαγγελματικό πεδίο του κυρίου της υποθέσεως. Εξ άλλου η σχέση της προστήσεως δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου.
Μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική ή σε σχέση φιλική ή συγγενική και τέτοια υπάρχει, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγηση του σε φίλο του ή ο πατέρας στο γιο του (ΑΠ 306/ 2005). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος και του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και ότι τα περιστατικά που δέχτηκε δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν την εν λόγω σχέση.
Το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 30-5-2004 και περί ώρα 17:20' στην ... του Νομού Κιλκίς, ο πρώτος των εναγομένων και των δύο αγωγών, Σ. Π., οδηγώντας τον με αριθμ. κυκλ. ... γεωργικό ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων και των δύο αγωγών Ι. Κ., ο οποίος τον προέστησε στην οδήγηση του παραχωρώντας τον οικειοθελώς λόγω της φιλικής σχέσης που τους συνέδεε και προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει για τις αγροτικές εργασίες του, έβαινε με ταχύτητα 40 περίπου χ/ων επί της οδού ...
με κατεύθυνση προς την πλατεία ...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το σκέλος αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5. Από τη διάταξη του άρθρου 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, αν ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν προτάθηκε παραδεκτώς, στο δικαστήριο της ουσίας, έστω κι αν το δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό αυτεπαγγέλτως. Εξαίρεση θεσπίζεται μόνον αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ή β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση, ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Συνεπώς, αν δεν συντρέχει κάποια από τις τρεις αυτές εξαιρέσεις, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Αλλιώς ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 554/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν περιείχε όλα τα στοιχεία ως προς τη σχέση της προστήσεως και συνεπώς εσφαλμένα δεν την απέρριψε ως αόριστη. Δεν ισχυρίζεται όμως ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό προέβαλε στο Εφετείο.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος αφού ο ισχυρισμός αυτός μπορούσε να προβληθεί στο Εφετείο, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και το σφάλμα δεν προκύπτει από την απόφαση.
6. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ιδίου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων κλπ ανακριτικών υπαλλήλων (ΑΠ 310/1999, 556/2003).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την από 4-7-2004 προανακριτική κατάθεση του Σ. Π. και την κατάθεση της Ό. Κ., που περιέχεται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 371/ 2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η ως άνω έκθεση εξέτασης και τα ανωτέρω πρακτικά δεν αποτελούν "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω ήττας του στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 681/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ