Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding factual findings and inadmissibility of arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property transfer dispute. The Court of Appeal found the disputed house part of the transferred land based on witness testimony and documents, while the appellants argued the house was excluded from the father's 2001 will. The Court ruled that the lower court's findings were supported by evidence and that the appellants' arguments regarding tax declarations were merely evidentiary points supporting the appeal, not independent legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 559(10) C.Pol.D.: An appeal lacks legal basis if the lower court's reasoning omits material facts essential to the judgment, and arguments submitted to support an appeal ground do not constitute independent 'facts' for annulment purposes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. χας Ν.-Α. Π., το γένος Χ. Η., 2. Ε. Π. του Ν.-Α. και 3. Ι. Π. του Ν.-Α., κατοίκων .... Η μεν 1η και 2η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καίτη Μαρκουλάκη η δε 3η εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της.
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Π. του Ν.-Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Κακούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 448/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-2-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το συμβόλαιο γονικής παροχής .../10.8.1988 της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη - Μπέρα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας του ήδη αναιρεσιβλήτου ενάγοντος του μεταβίβασε την κυριότητα ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου), εκτάσεως δεκαεννέα (19) περίπου στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Γαλατά Ν.Κυδωνίας στη θέση "...".
Βόρεια του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου, υπήρχε κτισμένη ισόγεια οικία. Η ανέγερση της οικίας αυτής είχε αρχίσει πριν την κατάρτιση του συμβολαίου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Όμως, στο πιο πάνω συμβόλαιο δεν μνημονεύεται ότι εντός του ακινήτου υπάρχει η παραπάνω οικία, ενώ φέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Χ.
Β., δυτικά με ιδιοκτησία, Γ. Μ., νότια με αγροτικό δρόμο και βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας ιδίου (παρέχοντος). Η οικία, σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ., βρίσκεται στο βορειοανατοικό τμήμα του μείζονος ακινήτου και τμήμα αυτού (έκτασης 761,79 τ.μ. κατά το τοπογραφικό) στο οποίο βρίσκεται το κτίσμα, είναι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, η πρόσβαση δε στην οικία γίνεται μέσω του ακινήτου από τον αγροτικό δρόμο που εφάπτεται της νότιας αυτού πλευράς.
Το έτος 1987 στην οικία αυτή εγκαταστάθηκε ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος με τις ήδη αναιρεσείουσες - εναγόμενες (σύζυγο και κόρες από δεύτερο γάμο). Στη δήλωση ακινήτων του Ε9 του έτους 1997 ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος δήλωσε ότι η οικία αυτή ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά του, ενώ στις φορολογικές δηλώσει του των οικονομικών ετών 1999, 2000 και 2001 δήλωσε ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από την ιδιοκατοίκηση της οικίας αυτής.
Αυτός αποβίωσε την 22.5.2001 και με την από 2.4.2001 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με το 342/4.9.2001 πρακτικό δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και κηρύχτηκε κυρία με τη 395/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατέλιπε την κινητή και ακίνητη περιουσία του στους διαδίκους. Ειδικότερα, στη διαθήκη, όσον αφορά στα ακίνητα, αναφέρει ότι τα τρία ακίνητα που ο διαθέτης είχε στην πόλη των Χανίων επί της οδού ..., ...
και ..., περιέρχονται εξ αδιαιρέτου στους διαδίκους, ήτοι στο γιό του από τον πρώτο γάμο του (ενάγοντα), στη δεύτερη σύζυγό του (πρώτη εναγομένη) και τις κόρες του από το γάμο του με αυτή (δεύτερη και τρίτη των εναγομένων), ενώ το 1/4 εξ αδιαιρέτου της οικίας που βρίσκεται επί της οδού ..., το οποίο είχε κληρονομήσει από την πρώτη σύζυγό του Α.
Π. (μητέρα του ενάγοντος) το αφήνει σ' αυτόν (ενάγοντα). Ο διαθέτης δεν περιέλαβε στη διαθήκη το ακίνητο που είχε μεταβιβασθεί με γονική παροχή στον ενάγοντα το έτος 1988, σε τμήμα του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται η επίδικη οικία μετά του οικοπέδου της. Τούτο διότι είχε την πεποίθηση ότι τα ακίνητα που είχε στην κυριότητά του κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, τα οποία και εξειδικεύει σ'αυτή, ήταν μόνο αυτά που βρίσκονται εντός της πόλης των Χανίων, ενώ την πιο πάνω οικία δεν την περιέλαβε στη διαθήκη γιατί δεν του ανήκε, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν αυθαίρετη κατασκευή, όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή όχι.
Το ότι αυτός μεταβίβασε την πιο πάνω οικία στον ενάγοντα βεβαιώνουν ενόρκως οι Γ. Ο. και Α. Γ., τους οποίους ο διαθέτης ήθελε ως μάρτυρες, γιατί κατ' αρχάς ήθελε να αφήσει δημόσια διαθήκη και, όπως αυτοί καταθέτουν, ο πατέρας του ενάγοντος, όταν τον συνάντησαν αργότερα, τους είπε ότι το ακίνητο με την οικία την άφησε στο γιό του με συμβόλαιο για να είναι πιο κατοχυρωμένος.
Το ότι η ως άνω οικία ανήκει αποκλειστικά στην κυριότητα του ενάγοντος γιατί βρίσκεται εντός του ακινήτου που του μεταβιβάσθηκε (όπως δέχεται το Εφετείο ότι) προκύπτει από τα ακόλουθα: 1)Ο ενάγων δήλωσε αυτήν στο Κτηματολόγιο, χωρίς να προβληθεί ένσταση εκ μέρους των εναγομένων, 2) Αυτός συμπεριέλαβε την οικία του σε όλες τις φορολογικές του δηλώσεις, μετά το θάνατο του πατέρα του, 3) Η πρώτη εναγομένη στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2002, στην οικεία στήλη "ενοίκιο για κύρια κατοικία" δηλώνει ότι φιλοξενείται από το παιδί της (ενάγοντα), ήτοι εμμέσως δέχεται ότι δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία.
Στη συμπληρωματική δήλωσή της του πιο πάνω οικονομικού έτους, την οποία κατέθεσε την 9.7.2003, δηλώνει ότι είναι κυρία αυτής (οικίας) κατά ποσοστό 25%, το ίδιο δε δήλωσαν και η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων με όμοια συμπληρωματική δήλωση, ενώ στην αρχική δήλωσή τους ανέφεραν ότι φιλοξενούνται σε οικία της μητέρας τους. 4) Στην αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα ενώπιον του συμβολαιογράφου Σφακίων Νεκταρίου Ι.Ζουμπά (αριθ. 161/16.1.2002) οι εναγόμενες μαζί με τον ενάγοντα αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος ως εκ διαθήκης κληρονόμοι, χωρίς να αναφέρουν ότι υπάρχει και κληρονομία αδιάθετη (οικία) κατά τους μετέπειτα ισχυρισμούς τους την οποία αποδέχονται.
Αντίθετα, αυτές ισχυρίσθηκαν ότι η πιο πάνω οικία ανήκε στο σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, με τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Χρυσής Γεωργιλά (αριθ. .../13.4.2004), την οποία κληρονομιαία κατ' αυτές,oικία αποδέχθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ή κάθε μία,ισχυριζόμενοι ότι κατά το υπόλοιπο ποσοστό, ήτοι 1/4 εξαδιαιρέτου, κληρονομεί ο ενάγων. 5) Στο από 8.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπέγραψαν οι διάδικοι, πριν από το δημοσίευσή της διαθήκης, συμφωνούν ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία κληρονομική διένεξη και αποδέχονται το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης που συνέταξε ο δικαιοπάροχός τους.
Χαρακτηριστικά μάλιστα δηλώνουν ότι ακολουθούν κατά γράμμα τις οδηγίες της από 2ας Απριλίου έτους 2001 ιδιόχειρης διαθήκης του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, και ότι το συμφωνητικό, που είναι ισχυρό, αδιάρρηκτο και απρόσβλητο, οποιοσδήποτε επιχειρήσει να το προσβάλει "κινείται κακοπροαίρετα και κακόβουλα".
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι: Από το πιο πάνω συμφωνητικό συνάγεται δήλωση των εναγομένων ότι αυτές εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζουν, ότι η επίδικη οικία βρίσκεται μέσα στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα και ως εκ τούτου ανήκει σ' αυτόν και ότι δεν πρόκειται να την διεκδικήσουν. Στο σημείο αυτό αναφέρεται και ότι η οικία αυτή αποπερατώθηκε με χρήματα που διέθεσε ο ενάγων και όχι ο πατέρας του, γεγονός που συμπορεύεται με τα προεκτιθέμενα.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο ενάγων δεν είχε χρήματα γιατί υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία είναι αβάσιμος, γιατί, από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης προκύπτει, ότι ο ενάγων είχε δικά του εισοδήματα, αφού, όπως αναφέρει ο διαθέτης, ο ενάγων είχε δώσει σ'αυτόν σε ανύποπτο χρόνο χρηματικό ποσό, προκειμένου να επενδύσει στο χρηματιστήριο και για το λόγο αυτό με τη διαθήκη κατέλιπε στον ενάγοντα μετοχές του χαρτοφυλακίου του και συγκεκριμένα 30.000 μετοχές των Μινωϊκών Γραμμών και 20.000 μετοχές της ΑΝΕΚ.
Εξάλλου, στο πιο πάνω συμβόλαιο γονικής παροχής δεν γίνεται αναφορά ότι στο μεταβιβαζόμενο στον ενάγοντα ακίνητο υπάρχει οικία, ενώ φέρεται ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει στη βόρεια πλευρά του με ιδιοκτησία του ιδίου (παρέχοντος).Όπως όμως έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ο πατέρας του ενάγοντος δεν είχε βόρεια του μείζονος ακινήτου άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του και ότι η αναφορά στο συμβόλαιο ότι "βόρεια συνορεύει με ακίνητο του ιδίου" μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 761,79 τ.μ., στο οποίο είναι κτισμένη η επίμαχη οικία και το οποίο (εν λόγω ακίνητο 761,79 τ.μ.) αποτελεί μέρος της βόρειας πλευράς του μείζονος ακινήτου [των δεκαεννέα (19) περίπου στρεμμάτων], ενώ από τη δυτική πλευρά αυτού εκτείνεται το υπόλοιπο μείζον ακίνητο στο οποίο υπάρχει η φυτεία του αβοκάντο.
Αν είχε εξαιρεθεί από τη μεταβίβαση η επίμαχη οικία μετά του οικοπέδου της, θα προβλέπονταν στο συμβόλαιο γονικής παροχής η δουλεία διάβασης, με την οποία θα ήταν βεβαρημένο το μείζον μεταβιβαζόμενο ακίνητο. Τούτο διότι, αφού προεκτέθηκε, η πρόσβαση στην οικία γίνεται από τον αγροτικό δρόμο που υπάρχει νότια του μείζονος ακινήτου, σε απόσταση τουλάχιστον ογδόντα μέτρων μέσω του καλλιεργημένου ακινήτου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καταλήγει στην κρίση ότι αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου, ήτοι του τμήματος 500 τ.μ. του μείζονος ακινήτου και της επ' αυτού επίμαχης οικίας είναι ο ενάγων, ο οποίος, μετά την αποπεράτωσή της, παραχώρησε τη χρήση της στον πατέρα του και στην εκ δευτέρου γάμου οικογένεια αυτού, όπως ο ίδιος (ενάγων) βάσιμα ισχυρίζεται, και ότι, ενόψει όλων αυτών, αφού οι εναγόμενες αμφισβητούν το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επ' αυτών, η αγωγή είναι βάσιμη από ουσιαστική άποψη και πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος του επίδικου ως άνω ακινήτου 500 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ά.
Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Β. και νότια και δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγοντος, εντός του οποίου βρίσκεται η επίμαχη οικία. Έκρινε, δηλαδή το Εφετείο, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ήτοι με γονική παροχή του πατέρα του προς αυτόν δυνάμει του προεκτιθέμενου (.../10.8.1988) συμβολαίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (άρθρα 1033, 1192 αρ.1, 1198 και 1598 του ΑΚ), ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Διικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του παράγωγου τρόπου, με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου και αποτελούσε και την (κύρια) βάση της αγωγής του, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου βρίσκεται η επίμαχη οικία, εμπίπτει στα όρια του ακινήτου που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό ως άνω (.../10.8.1988) συμβόλαιο, και ότι με το μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου αυτού ακινήτου με την επίμαχη ως άνω οικία που βρίσκεται εντός αυτού με γονική παροχή, ήτοι για νόμιμη αιτία από τον αληθή κύριο δικαιοπάροχο πατέρα του, ο οποίος, για το λόγο αυτό, ήτοι γιατί το είχε μεταβιβάσει στον ενάγοντα γιό του και επομένως δεν ήταν έκτοτε κύριος αυτού, δεν το περιέλαβε στην ιδιόγραφη διαθήκη του που συνέταξε στη συνέχεια στις 2.4.2001.
Δεν κλονίζεται το πόρισμα του Εφετείου από τη σκέψη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "....η αναφορά στο συμβόλαιο ότι "βόρεια συνορεύει με ακίνητο ιδίου" μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι το ακίνητο αυτό είναι τμήμα του μείζονος ακινήτου εκτάσεως 761,79 τ.μ., στο οποίο είναι κτισμένη η επίδικη οικία", αφού, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι το Εφετείο, ανεξάρτητα από την ως άνω διατύπωση του ανωτέρω συμβολαίου, δέχεται με σαφήνεια και χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι το ακίνητο αυτό, εντός του οποίου είναι κτισμένη η επίμαχη ως άνω οικία, αποτελεί μέρος της βόρειας πλευράς του μείζονος ακινήτου, ήτοι (ότι εμπίπτει στα όρια του ακινήτου) αυτού που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα από τον πατέρα του με το συμβόλαιο αυτό.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία κατά τα προεκτιθέμενα και ρητά αναφέρεται, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις φορολογικές δηλώσεις των συζύγου και πατέρα των διαδίκων των ετών 1999, 2000, 2001, καθώς και του Ε9 του έτους 1997, και συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της περ. γ' του άρθρου αυτού και συγκεκριμένα ότι τάχα δεν έλαβε τα έγγραφα αυτά υπόψη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί του ότι "η επίδικη οικία περιλαμβάνεται στην μεταβιβασθείσα από τον πατέρα των διαδίκων στον ενάγοντα, με το νομίμως μεταγραφέν .../10.8.1988 συμβόλαιο γονικής παροχής της σ/φου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη - Μπέζα, έκταση, η οποία συνορεύει βόρεια με ακίνητο του ιδίου...και επομένως είναι τμήμα του μείζονος ακινήτου εκτάσεως 761,79 τ.μ", χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων, αν έχουν προταθεί, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι απλά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που προτείνονται ως άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 469/1984), εκτός αν έχουν προταθεί με λόγο εφέσεως, αλλ' όχι ως επιχειρήματα, που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη (συζύγου και πατέρα των διαδίκων) ως προς εάν περιέλαβε στην από 2.4.2001 ιδιόγραφη διαθήκη του την επίδικη οικία, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και με τον πρώτο των προσθέτων λόγων της εφέσεως τους, ότι δηλαδή ο διαθέτης μέχρι του έτους 2001 δήλωνε την επίδικη οικία στις φορολογικές του δηλώσεις ως ανήκουσα στην αποκλειστική του κυριότητα και ότι η δήλωση του οικονομικού έτους 2001 υποβλήθηκε από τον ίδιο-σύζυγο και πατέρα αυτών - την 2.5.2001, ήτοι μετά την σύνταξη της από 2.4.2001 ιδιόγραφης διαθήκης.
Όμως τα περιστατικά αυτά αποτελούν απλά επιχειρήματα για την απόκρουση της αγωγής και τη στήριξη του λόγου εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη. Κατά συνέπεια δεν συνιστούν "πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, και επομένως ο ερευνώμενος λόγος, που αναφέρεται στην πιο πάνω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.2.2008 αίτηση για αναίρεση της 448/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ