Legislator Case Law & Legislation
1708/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment in land ownership dispute over agricultural fields.

Case Number 1708/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second instance court's decision regarding land ownership. The lower court found that the appellants' actions did not create an unchangeable situation causing disproportionate hardship to the respondents, and the respondents had not been effectively excluded from the property. Consequently, the court ruled that the second instance judgment correctly applied the law and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered all evidence presented by the parties and the appellant's complaint regarding the evaluation of specific evidence is unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation land ownership dispute disproportionate hardship second instance judgment agricultural land civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 42/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1708 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συλλόγου Ακτημόνων και ανεπαρκώς Αποκατεστημένων Αγροτών της Κοινότητας Ασπροκκλησιάς Καλ/κας "ΤΑ ΧΑΣΙΑ" που εδρεύει στην Ασπροκκλησιά Δήμου Χασίων του Νομού Τρικάλων, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τριμίντζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.... και 2. ...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ποντίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 20-8-2002 αγωγή διεκδικητική κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων και β) με την από 16-9-2003 κύρια παρέμβαση των παρεμβάντων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-12-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων σύλλογος με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι είχε καταλάβει το επίδικο ακίνητο από τις 12-6-1982 και έτσι είχε καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν την άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ήτοι α') το χωρίς ημεροχρονολογία συμφωνητικό-υπεύθυνη δήλωση που υπογράφτηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ..., β')την από ...

έκθεση επαλήθευσης διαχειριστικής έκθεσης του Δασαρχείου Καλαμπάκας, γ') την ... ένορκη βεβαίωση τριών μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου-Πύργου και δ') την 563/1986 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και "την ...

από 25-4-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου-Πύργου, που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών", καθώς "και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, εκτιμώμενα και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, την οποία ρητώς μνημόνευσε, καθώς και τα προαναφερθέντα έγγραφα.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει δημιουργηθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του, τότε, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική (Ολ.

ΑΠ 8/2001 ). Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο οφειλέτης προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, αν δηλαδή για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, διότι το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος που πρόβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της εναντίον του διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:....Από τον χρόνο κατάληψης των επίδικων ακινήτων στις 22-9-1982 εκ μέρους του εναγόμενου σωματείου, το τελευταίο νέμεται διά των εκάστοτε μελών του διοικητικού του συμβουλίου τα επίδικα ακίνητα και ειδικότερα καλλιεργεί τους αγρούς με δημητριακά και συλλέγει τους καρπούς, εκχερσώνει τμήματα δασικής έκτασης προκειμένου να τα μετατρέψει σε αγρούς, έχει εισάγει στο δάσος ζώα προς βοσκή, ξυλεύει τα κατακείμενα ξερά ξύλα και εκμισθώνει σε κτηνοτρόφους βοσκήσιμες δασικές εκτάσεις.

Από το χρόνο όμως αυτό (22-9-1982) μέχρι στις 13-9-2002, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους νόμιμους εκπροσώπους του εναγόμενου, δεν παρήλθε εικοσαετία. Περαιτέρω αποδείχτηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος σύλλογος μετά την αυθαίρετη κατάληψη των επίδικων καλλιέργησε τους επίδικους αγρούς και κατασκεύασε μία βρύση στη θέση "...".

Δεν αποδείχτηκε όμως ότι κατασκεύασε στάνες, γρέκια, στρούγγες, ούτε ότι διάνοιξε και χαλικόστρωσε δρόμους, αφού και ο μάρτυράς του καταθέτει αορίστως περί τούτων χωρίς να αναφέρει ειδικά πότε υλοποιήθηκαν τα ανωτέρω έργα, σε ποιες θέσεις του δασοκτήματος, πόσο κόστισε η κάθε διάνοιξη και χαλικόστρωση οδού, ενώ αναφορικά με τη διάνοιξη οδού προς τη Θεσσαλία, για την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ότι με δαπάνες του εναγόμενου έγινε μελέτη, χάραξη και κατασκευή αυτής, δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι εκπονήθηκε η προαναφερόμενη μελέτη ή υλοποιήθηκε το ως άνω έργο με δαπάνες του, ενόψει και του ότι οι διανοίξεις οδών κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πραγματώνονται με έξοδα των αρμόδιων δημοτικών αρχών, των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων ή των δασικών αρχών, γεγονός που καθιστά μη πειστική την κατάθεσή του ως προς το θέμα αυτό.

Ούτε, εξάλλου, αποδείχτηκε ότι κατασκεύασε με δαπάνες του ποτίστρες ζώων. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι μόνο η εκμετάλλευση των επίδικων αγρών διά της καλλιέργειάς τους με χαμηλές δαπάνες που κατά την κοινή πείρα και λογική είναι μικρότερος και των κατ' έτος μισθωμάτων που καταβάλλονται για την καλλιέργεια παρόμοιων αγρών και η κατασκευή μίας βρύσης, ενόψει και της εκτάσεως των επίδικων ακινήτων δεν είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μεταβολή των καταληφθέντων και συνακόλουθα δεν οδήγησαν στη διαμόρφωση τέτοιας κατάστασης, που η ανατροπή της, με την άσκηση των δικαιωμάτων των εναγουσών, να επιφέρει δυσβάστακτα αποτελέσματα για τον εναγόμενο σύλλογο.

Εξάλλου, πέραν της μακροχρόνιας αδράνειας των εναγουσών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των ένδικων δικαιωμάτων τους, δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεξαν οποιεσδήποτε περιστάσεις ή ειδικές συνθήκες, από τις οποίες να δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στον εναγόμενο περί της μη ενασκήσεως αυτών, αφού μάλιστα οι ενάγουσες ουδέποτε αποξενώθηκαν από τα επίδικα, αλλά, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς τους, αυτές ήθελαν να εισέλθουν σ' αυτά, δεν τα επισκέπτονταν όμως υπό το κράτος απειλών των εκπροσώπων του εναγόμενου.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι τα "μερίδια" των εναγουσών τα εκπροσωπούσε ο ..., ο οποίος οχλούσε επανειλημμένα τον εναγόμενο σύλλογο. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση του εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών και δέχτηκε ως βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγουσών και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση.

Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι ναι μεν δέχτηκε ότι οι αναφερόμενες ενέργειες του αναιρεσείοντος επί των επιδίκων "δεν οδήγησαν στη διαμόρφωση τέτοιας κατάστασης που η ανατροπή της, με την άσκηση των δικαιωμάτων των εναγουσών, να επιφέρει δυσβάστακτα αποτελέσματα για τον εναγόμενο σύλλογο", ενώ αρκούσε η άνω αναφερόμενη κατάσταση να επιφέρει δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του συνέπειες, πλην όμως το Εφετείο δέχτηκε περαιτέρω ότι οι ενάγουσες ουδέποτε αποξενώθηκαν από τα επίδικα, αλλά δεν τα επισκέπτονταν "υπό το κράτος απειλών των εκπροσώπων" του αναιρεσείοντος, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι οι ενάγουσες δεν αδράνησαν συνειδητά και ουσιαστικά για την άσκηση των δικαιωμάτων τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σύλλογος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση του Συλλόγου Ακτημόνων και ανεπαρκώς Αποκατεστημένων Αγροτών της Κοινότητας Ασπροκκλησιάς Καλαμπάκας "ΤΑ ΧΑΣΙΑ" για αναίρεση της 177/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Σύλλογο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ