Supreme Court dismisses appeal on facts as lower court's evidence evaluation is not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Kifissia's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court wrongly accepted unproven facts and ignored evidence, but the court found these claims focused solely on the evaluation of evidence. Since Article 561 of the Code of Civil Procedure prohibits reviewing factual assessments, the appeal was rejected as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292, 561, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not the factual evaluation or evidence assessment of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1708 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1708/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κηφισιάς, που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μουστάκα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Χριστίνα Αθανασά δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 26-8-2007 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Ψ2, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1988 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χαρίλαου Κυριακού- Παπατριανταφύλλου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6030/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 2892/1994 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1377/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1298/2000 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2001 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο. κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος Ψ1 ο οποίος αποβίωσε στις 26-8-2007, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (21-3-2001), με την από 1-6-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 259/18-1-2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του τη σύζυγο του Ψ2 και ότι η τελευταία, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου της και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων""οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες, οδοί, άλση, κήποι κ.λ.π.), που καθορίζονται από τα σχέδια ρυμοτομίας συνοικισμών, τα οποία εγκρίθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του νομοθετικού αυτού διατάγματος με επίσπευση των ιδιοκτητών ή εκείνων οι οποίοι ανέλαβαν την εκμετάλλευση των οικείων εκτάσεων, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην κοινή χρήση από την έγκριση του σχεδίου του συνοικισμού που τους καθόρισε, είτε επιβλήθηκε στους πιο πάνω επισπεύσαντες την έγκριση η υποχρέωση της παραιτήσεως τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των χώρων αυτών, ασχέτως αν εκπληρώθηκε αυτή ή όχι, είτε δεν επιβλήθηκε μεν τέτοια υποχρέωση, η επιδιωχθείσα όμως από αυτούς έγκριση του σχεδίου είχε ως αναγκαίο, κατ' αμάχητο τεκμήριο, επακολούθημα την, κατά την ελεύθερη βούληση τους, παραίτησή τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των γηπέδων που καταλαμβάνονται από τους πιο πάνω χώρους, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η έγκριση του σχεδίου και η διάθεση των ορισθέντων από αυτό οικοδομήσιμων χώρων για οποιονδήποτε σκοπό.
Οι ανωτέρω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται στην κοινή χρήση ελεύθεροι από κάθε βάρος, υποθήκη ή προσημείωση, τα τυχόν δε εγγεγραμμένα σ' αυτούς βάρη κ.λ.π. περιορίζονται στα λοιπά ακίνητα εκείνων που επέσπευσαν την έγκριση του σχεδίου". Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και για τους κοινόχρηστους χώρους που καθορίστηκαν με μεταγενέστερη τροποποίηση σχεδίου και καταλαμβάνουν γήπεδα που ανήκαν κατά το χρόνο της τροποποιήσεως στους επισπεύσαντες την έγκριση του σχεδίου, εφόσον η τροποποίηση έγινε μετά από αίτηση τους ή διαφορετικά έγινε αποδεκτή σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και σιωπηρά, χωρίς να εκδηλωθεί εγγράφως μέχρι την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Νομ.
Διατάγματος οποιαδήποτε αντίθεση ή επιφύλαξη τους. Στην περίπτωση της παραγράφου αυτής οι τυχόν καταργούμενοι από την τροποποίηση κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι, περιέρχονται στην κυριότητα, νομή και κατοχή εκείνων που επέσπευσαν την έγκριση του σχεδίου κατά το ποσό που δεν υπερβαίνει το εμβαδόν των χώρων που έγιναν κοινόχρηστοι σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο".
Και κατά την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου 1 του ως άνω ν.δ. 690/1948 "οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν ισχύουν αν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα που δεν ανήκουν στους επισπεύσαντες την έγκριση των σχεδίων, για την αποζημίωση των οποίων, ως προς το αναλογούν στους δήμους και τις κοινότητες μέρος, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύδοντες την έγκριση του σχεδίου".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των παραγράφων 6 και 8 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω νομ. δ/τος, καθώς και των άρθρων 2 παρ.1 εδ.α', 3 παρ.2 και 7 παρ.1 και 2 του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", συνάγονται τα εξής : α) ότι οι ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται από τα σχέδια ρυμοτομίας συνοικισμών που εγκρίθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 690/1948, ως κοινόχρηστοι (δηλαδή ως πλατείες, δρόμοι, άλση, κήποι κ.λ.π.
του συνοικισμού), οι οποίοι και επιδίωξαν την έγκριση του σχεδίου ρυμοτομίας και ήταν τότε ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, θεωρούνται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ότι παραιτήθηκαν από την κυριότητα, νομή και κατοχή τους και γενικά από οποιοδήποτε δικαίωμά τους στις εδαφικές αυτές εκτάσεις, με τη θέλησή τους, ώστε να επιτύχουν, με την έγκριση και εφαρμογή του σχεδίου, τη διαίρεση των υπολοίπων εκτάσεών τους σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και τη διάθεση τους, β) ότι οι εδαφικές αυτές εκτάσεις, τις οποίες το σχέδιο ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση, από τότε που αυτό εγκρίθηκε και γ) ότι τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία με ένα σχέδιο ρυμοτομίας κάποιου συνοικισμού, είτε αρχικό είτε τροποποιητικό ενός προηγουμένου, καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι που καταλαμβάνουν γήπεδα, τα οποία ανήκουν σ' εκείνους που επιδίωξαν την έγκριση, εφόσον ζήτησαν με αίτησή τους την τροποποίηση του σχεδίου ή τουλάχιστον την αποδέχτηκαν οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρά, χωρίς να εκδηλώσουν εγγράφως οποιαδήποτε αντίθεσή τους ή επιφύλαξή τους μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 690/1948 (Ολ.
ΑΠ 228/1983). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, προϋπόθεση για να ισχύσει το καθιερούμενο από τις πιο πάνω διατάξεις αμάχητο τεκμήριο παραίτησης των ιδιοκτητών από την κυριότητα εδαφικών τους εκτάσεων, οι οποίες καθορίσθηκαν ως κοινόχρηστες από το σχέδιο ρυμοτομίας συνοικισμού, που εγκρίθηκε ή τροποιήθηκε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 690/1948, είναι, σύμφωνα μεν με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 αυτού του ν.δ/τος, ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου με το οποίο καθορίστηκαν οι εν λόγω εκτάσεις ως κοινόχρηστοι χώροι έγινε με επίσπευση εκείνων που ήταν κατά το χρόνο της έγκρισης ιδιοκτήτες ή είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση των εκτάσεων αυτών, σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ότι οι εκτάσεις που με μεταγενέστερη τροποποίηση του σχεδίου καθορίσθηκαν ως κοινόχρηστοι χώροι, ανήκαν κατά το χρόνο της τροποποίησης σε εκείνους που επέσπευσαν την έγκριση, εφόσον η τροποποίηση του σχεδίου έγινε με αίτησή τους ή έγινε αποδεκτή σε οποιοδήποτε χρόνο από αυτούς, έστω και σιωπηρά, μέχρι την έναρξη της ισχύος του εν λόγω ν.δ. 690/1948 (ΑΠ 1377/1998, 163/1995, 429/1987).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ειδικότερα οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινής βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν.
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. ..... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παυσανία Μπονάτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου, περιήλθε στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 924 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....., εμφαίνεται με τα στοιχεία .....
στο από 10-2-1928 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ..... που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ. ..... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξ. Ζαχαροπούλου και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης, ανατολικά με ιδιωτική οδό (ήδη .....), δυτικά με το οικόπεδο με στοιχεία ..... του ίδιου σχεδιαγράμματος, βόρεια με το οικόπεδο με στοιχεία .....
του ίδιου σχεδιαγράμματος και νότια με ιδιωτική οδό (ήδη .....). Το οικόπεδο αυτό νεμόταν από το έτος 1928 η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και με βάση το πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο, με το οποίο περιήλθε σ' αυτήν η νομή τούτου, ενεργώντας σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις (φύτευση δέντρων, περίφραξη, επιτήρηση αυτού με επισκέψεις κ.λ.π.) συνεχώς μέχρι τις 18-5-1940 που αυτή αποβίωσε.
Μετά το θάνατο της Α νέμονταν και κατείχαν το επίδικο με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη τα τέκνα της και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής Α1, Α2 και Α3, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά εκείνης με ενεργό ανάμειξη, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και ενεργούσαν στο επίδικο τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις μέχρι και τις 10-12-1942, που αποβίωσε ο Α2 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, κατά το ιδανικό του μερίδιο επί του επιδίκου, από τους παραπάνω αδελφούς του Α1 και Α3, οι οποίοι υπεισήλθαν με ενεργό ανάμιξη τους στην κληρονομιά εκείνου και συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν το επίδικο με τα ίδια προσόντα χρησικτησίας μέχρι τις 23-2-1946 (χρονολογία ενάρξεως ισχύος του ΑΚ) και έκτοτε ανεξάρτητα από την καλή πίστη, ασκώντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής, συνεχώς μέχρι τις 21-9-1950, που αποβίωσε ο Α1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά το ιδανικό του μερίδιο επί του επιδίκου από την πιο πάνω αδελφή του Α2.
Μετά δε το θάνατο του Α1, η Α2 νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις (φύτευση δέντρων, περίφραξη τούτου, επιτήρηση με συνεχείς επισκέψεις κ.λ.π.), συνεχώς μέχρι τις 17-2-1956, που αποβίωσε και κληρονομήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. .....
δημόσιας διαθήκης της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Παπαρίζου και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 749/29-2-1956 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τον Β, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά εκείνης με την υπ' αριθμ. ..... πράξη αποδοχής του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Έκτοτε ο Β συνέχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και με βάση τον πιο πάνω τίτλο, ενεργώντας και αυτός όλες τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς μέχρι τις 30-5-1961, οπότε περιήλθε η νομή του επιδίκου στον ενάγοντα, δυνάμει της προαναφερθείσης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παυσανία Μπονάτσου.
Τέλος, ο ενάγων από τις 30-5-1961 νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και με βάση τον πιο πάνω τίτλο ιδιοκτησίας, επιτηρώντας αυτό με επισκέψεις τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, καθαρίζοντας, οριοθετώντας, περιφράσσοντας με συρματόπλεγμα και καλλιεργώντας τούτο με διάφορα φυτά, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, συνεχώς μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 1988, οπότε ο εναγόμενος Δήμος, αμφισβητώντας την κυριότητα του επί του επιδίκου, εισήλθε σ' αυτό δια των αρμοδίων οργάνων του και φύτευσε σ' όλη την έκταση του λεύκες.
Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου οικοπέδου με παράγωγο τρόπο, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Ο προβληθείς πρωτοδίκως από τον εναγόμενο ισχυρισμός, που συνιστά και καταλυτική της αγωγής ένσταση, ότι το επίδικο οικόπεδο περιλήφθηκε (εντάχθηκε), ως κοινόχρηστος χώρος, στο σχέδιο περί επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως .....
στη θέση ".....", που εγκρίθηκε με το από 3-10-1938 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 339/17-10-1938), άλλως με το μεταγενέστερο τροποποιητικό του άνω διατάγματος από 26-5-1939 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 410/ 25-9-1939), γιατί οι Α1, Α2 και Β, απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, οι οποίοι ήταν μοναδικοί κύριοι του επιδίκου, υπέβαλαν στις αρμόδιες υπηρεσίες αυτού αίτηση με την οποία ζήτησαν την επέκταση του σχεδίου πόλεως .....
στην περιφέρεια ".....", στην οποία βρίσκεται η επίδικη οικοπεδική έκταση, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος για τους εξής λόγους : Προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948, δηλαδή της απώλειας της κυριότητας του ιδιοκτήτη είναι ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο καθορίζεται ορισμένη έκταση ως κοινόχρηστος χώρος έγινε με επίσπευση εκείνων που ήταν κατά το χρόνο της έγκρισης ιδιοκτήτες ή είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση της εκτάσεως αυτής, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο ακίνητο, με την εκδοχή ότι εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως .....
με το ανωτέρω αρχικό Β.Δ. του έτους 1938, ανήκε κατά κυριότητα κατά τον ως άνω χρόνο (1938) στην Α, η οποία ουδέποτε επέσπευσε την έγκριση του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου, και όχι στους Α1, Α2 και Α3, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος Δήμος. Εξάλλου ο εναγόμενος δεν ισχυρίσθηκε ότι οι ανωτέρω, Α1, Α2 και Α3, που υπέβαλαν κατά το έτος 1936 την αίτηση εντάξεως στο σχέδιο πόλεως ....., είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου ή ότι ενεργούσαν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι της πραγματικής ιδιοκτήτριας τούτου Α, πράγμα το οποίο και δεν αποδεικνύεται.
Επίσης, προϋπόθεση εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω ν.δ. 690/1948 είναι ότι η έκταση που με μεταγενέστερη τροποποίηση του σχεδίου καθορίσθηκε ως κοινόχρηστος χώρος, ανήκε, κατά το χρόνο της τροποποίησης σε εκείνους που επέσπευσαν την έγκριση του σχεδίου, εφόσον η τροποποίηση του σχεδίου έγινε με αίτησή τους ή έγινε αποδεκτή σε οποιονδήποτε χρόνο από αυτούς, έστω και σιωπηρώς, μέχρι την έναρξη της ισχύος του άνω ν.δ/τος.
Έτσι, και για την περίπτωση που γινόταν δεκτός ο επικουρικός ισχυρισμός του εναγομένου Δήμου, ότι το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της ..... με το μεταγενέστερο τροποποιητικό διάταγμα του έτους 1939, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (Α1, Α2 και Β) δεν ήταν ιδιοκτήτες του επιδίκου κατά το χρόνο της τροποποίησης, ούτε υπέβαλαν αίτηση εντάξεως στο τροποποιητικό σχέδιο ως εκπρόσωποι της ιδιοκτήτριας Α, πράγμα το οποίο ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε αβάσιμη την παραπάνω ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη κοινόχρηστος χώρος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948, γιατί περιλήφθηκε, μετά από επίσπευση των ιδιοκτητών του και απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Α1, Α2 και Β, στο ρυμοτομικό σχέδιο περί επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως ....., που εγκρίθηκε με το από 3-10-1938 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 339/17-10-1938), άλλως με το μεταγενέστερο τροποποιητικό του άνω διατάγματος από 26-5-1939 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 410/ 25-9-1939).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948 για την περιέλευση του επιδίκου ακινήτου στην κοινή χρήση.
Ειδικότερα οι σαφείς παραδοχές του Εφετείου, ότι τόσο κατά το χρόνο έγκρισης, με το από 3-10-1938 Β.Δ., όσο και κατά το χρόνο τροποποίησης, με το από 26-5-1939 Β.Δ, του ρυμοτομικού σχεδίου επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως ..... στη θέση ".....", όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αυτό ανήκε κατά κυριότητα και νομή στην Α, η οποία ουδέποτε μέχρι το θάνατο της (18-5-1940) επέσπευσε την έγκριση του ρυμοτομικού τούτου σχεδίου, και όχι στους Α1, Α2 και Β, που υπέγραψαν κατά το έτος 1936 την αίτηση για ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλεως ....., ότι οι τελευταίοι δεν είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο έγκρισης του ίδιου σχεδίου και ούτε υπέβαλαν αίτηση εντάξεως του επιδίκου στο τροποποιητικό σχέδιο ως εκπρόσωποι της ιδιοκτήτριας Α, απέκλειαν την περιέλευση του επιδίκου ακινήτου στην κοινή χρήση, κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948, σύμφωνα με τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύσει το καθιερούμενο απ' αυτές αμάχητο τεκμήριο παραίτησης των ιδιοκτητών από την κυριότητα εδαφικών τους εκτάσεων, οι οποίες καθορίσθηκαν ως κοινόχρηστες από το σχέδιο ρυμοτομίας συνοικισμού, που εγκρίθηκε ή τροποιήθηκε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 690/1948, είναι, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 1 αυτού, η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου με το οποίο καθορίστηκαν οι εν λόγω εκτάσεις ως κοινόχρηστοι χώροι να έγινε με επίσπευση εκείνων που ήταν κατά το χρόνο της έγκρισης ιδιοκτήτες ή είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση των εκτάσεων αυτών, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, οι εκτάσεις που με μεταγενέστερη τροποποίηση του σχεδίου καθορίσθηκαν ως κοινόχρηστοι χώροι, να ανήκαν, κατά το χρόνο της τροποποίησης, σε εκείνους που επέσπευσαν την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε, μετά από συνεκτίμηση των αποδείξεων, ότι οι Α1, Α2 και Β, οι οποίοι κατά το έτος 1936 είχαν υπογράψει την αίτηση εντάξεως του επιδίκου στο σχέδιο πόλεως ....., δεν ενεργούσαν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι της πραγματικής ιδιοκτήτριας τούτου Α, χωρίς να δεχθεί, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς την ιδιότητα με την οποία αυτοί υπέβαλαν την εν λόγω αίτηση και συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, οι δεύτερος, μέρος πρώτο και δεύτερο, και τρίτος, μέρος δεύτερο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α' και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένστασή του ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη κοινόχρηστος χώρος, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948 που αναφέρθηκαν και των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την απόρριψη της ενστάσεώς του αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτούς η από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτούς ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και με ποιον τρόπο αυτά παραβιάσθηκαν. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, μέρος τρίτο, και τρίτο, μέρος πρώτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.
β' του ΚΠολΔ, (και όχι και από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον, για τη θεμελίωση της ανωτέρω από το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948 ενστάσεώς του, προταθέντα από αυτόν ισχυρισμό, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος Α1 και Α2, ενώ έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, με κληρονομική διαδοχή, κατά το έτος 1940, δηλαδή μετά την έγκριση και τροποποίηση, με τα από 3-10-1938 και από 26-5-1939 Β.Δ, αντίστοιχα, του ρυμοτομικού σχεδίου επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως .....
στη θέση ".....", όπου βρίσκεται το επίδικο, δεν εναντιώθηκαν ποτέ στην ένταξη του επιδίκου στο ρυμοτομικό αυτό σχέδιο και στον καθορισμό του ως κοινόχρηστου χώρου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στον οποίο στηρίζεται, προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με τις προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο ως εφεσίβλητος, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος Ψ1, με την ένδικη, από 29-7-1988 αγωγή του, που άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Δήμου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ισχυρίσθηκε ότι έγινε κύριος με παράγωγο τρόπο (περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που μεταγράφηκε νόμιμα), αλλά και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 924 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." του Δήμου ....., ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ακινήτου αυτού, λόγω αμφισβήτησης του δικαιώματός τούτου από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 3706/1988 πράξη περί αποδείξεων του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 6030/1992 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης που είχε προβάλλει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τις προτάσεις του κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη κοινόχρηστος χώρος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948.
Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω απόφασης της από 22-11-1992 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2892/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα η από 27-7-1996 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1377/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, ότι το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με την κρίση του, ότι, σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο περί επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως ..... στη θέση ".....", που εγκρίθηκε με το Β.Δ.της 3/17-12-1938 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το Β.Δ.
της 26-8/28-9-1939, μετά την από 8-8-1936 αίτηση που υπέβαλαν στον εναγόμενο Δήμο εικοσιένα ιδιοκτήτες γηπέδων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος Α1 και Α2, το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο σχέδιο πόλεως ..... και έγινε έκτοτε κοινόχρηστο πράγμα, διότι δεν διευκρινίζεται στην εφετειακή απόφαση, αν το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως .....
με το αρχικό Διάταγμα του 1938 ή το μεταγενέστερο του 1939, ούτε προκύπτει από αυτήν, αν οι Α1 και Α2, που υπέγραψαν την ως άνω αίτηση εντάξεως στο σχέδιο πόλεως ..... και δεν ήταν κύριοι του επιδίκου, είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση αυτού ή συνδέονταν με τη μητέρα τους και ιδιοκτήτρια τότε του επιδίκου Α με σχέση που τους επέτρεπε να υπογράψουν την αίτηση εντάξεως.
Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 1298/2000 απόφασή του, με την οποία αυτό, μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την περιέλευση του επιδίκου ακινήτου στην κοινή χρήση, δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948, και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με το να προβεί, όπως είχε δυνατότητα σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και να δεχθεί άλλη νομική άποψη, ότι δηλαδή το επίδικο δεν περιήλθε στην κοινή χρήση κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με την 1377/1998 αναιρετική απόφαση, αναιρέθηκε η προηγούμενη 2892/1994 απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν επιλύθηκε με αυτή νομικό ζήτημα προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλε ο αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της εναντίον του αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος από τις 23-2-1946 μέχρι την άσκηση της αγωγής (Οκτώβριος του 1988) νεμόταν με τα αρμόδια όργανα του και κατείχε το επίδικο οικόπεδο με διάνοια κυρίου, αφού πράξεις νομής από μέρους του ασκήθηκαν μόνο από τον Ιανουάριο του έτους 1988 που εισήλθε σ' αυτό με τα αρμόδια όργανά του και φύτευσε σε όλη την έκτασή του λεύκες και όχι προηγουμένως.
Συνεπώς δεν κατέστη αυτός κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, διότι αφενός μεν η χρήση του επιδίκου οικοπέδου από τον εναγόμενο Δήμο δεν ήταν μακροχρόνια, αφετέρου δε ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του δεν τελούσαν σε γνώση ότι το επίδικο εμφαινόταν από το έτος 1938 ή 1939 στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως .....
ως κοινόχρηστος χώρος. Αντίθετα ο ενάγων μόλις πληροφορήθηκε κατά το έτος 1988 ότι ο εναγόμενος Δήμος διεκδικεί το επίδικο ως κοινόχρηστο χώρο άσκησε την ένδικη αγωγή. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, έκρινε αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος εναγομένου για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του, σχετικά με την ένσταση αυτή, πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως, ο έκτος λόγος, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι, σε σχέση με την απόρριψή της από το άρθρο αυτό ένστασης του, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη αυτού, ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά, με το χρόνο κατά τον οποίο ο αναιρεσείων άσκησε νομή στο επίδικο ακίνητο και με την άγνοια του αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του για το ότι το επίδικο εμφαινόταν από το έτος 1938 ή 1939 στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως .....
ως κοινόχρηστος χώρος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πιο πάνω πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 περ. β' και γ' του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε, καθόσον 1) "δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, εκτός από τον παράγωγο τρόπο, και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ τούτο δεν αποδείχθηκε από τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στη σχετική εισηγητική έκθεση", 2) "απέρριψε ως αναπόδεικτο τον επικουρικό ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) ότι έγινε κύριος του επιδίκου και με τακτική χρησικτησία, παρότι αυτός είχε αποδειχθεί πλήρως" και 3) "απέρριψε ως αβάσιμη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι η χρήση του επιδίκου από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) δεν ήταν μακροχρόνια και ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του τελούσαν σε άγνοια του χαρακτηρισμού του επιδίκου, από το έτος 1938 ή 1939, στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως ....., ως κοινόχρηστου χώρου, ενώ από τις αποδείξεις προέκυψε, ότι αυτός νεμόταν το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1938 και ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του τελούσαν σε πλήρη γνώση του πιο πάνω ρυμοτομικού σχεδίου και επομένως και του χαρακτηρισμού του επιδίκου ως κοινόχρηστου χώρου".
Όλες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση
αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2001 αίτηση του Δήμου Κηφισιάς για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1298/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ