Legislator Case Law & Legislation
1708/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision where appeal grounds were inadmissible under civil procedure law.

Case Number 1708/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific legal arguments and evidence, but the court ruled these points were not independent claims or essential facts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited arguments did not meet the statutory requirements for a valid appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 552, 559 nos. 1, 8, 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds cited do not constitute independent substantive claims or fail to address essential facts required by law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure independent claim essential facts lawyer fee dispute appellate review procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 124 para. 1 of the Lawyers Code
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 110 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 84/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1708 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1708/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:............................, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ......................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Καμινάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 667/2005 του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 7-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ΄ ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικώς τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να ισχύει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 667/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 426/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Επομένως η αναίρεση, κατά το μέρος της, με το οποίο προσβάλλεται η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη και πρέπει ν΄ απορριφθεί.- Κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) "δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τα προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί των πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων σε χρήμα ως εξής:

Μέχρι δραχμών 1.000 προς 10%, από 1001 μέχρι δραχμών 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν προς 5%". Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως, το κατ΄ αυτήν δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμφωνα και με το άρθρο 871 του ΑΚ σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα για έννομη σχέση επί της οποίας επιτρέπεται κατά νόμο συμβιβασμός.

Εξάλλου ως ποσό συμβιβασμού βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του συμπράξαντος προς επίτευξή τούτου δικηγόρου νοείται το ποσό στο οποίο με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών καθορίστηκε η απαίτηση του εντολέα. Χρόνος δε προσδιορισμού της αξίας του αντικειμένου του συμβιβασμού που αφορά ακίνητο είναι η πραγματική του αξία κατά το χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του δικηγόρου για την κατάρτιση του συμβιβασμού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Η Γ1 και η Γ2 άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 20.8.1993 αγωγή διανομής ακινήτου, εκτάσεως 1.621.723 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "................." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σητείας.

Στο ακίνητο αυτό η αναιρεσείουσα ήταν συγκυρία κατά το ένα τέταρτο εξ αδιαιρέτου, ενώ κατά τα λοιπά τρία τέταρτα ήταν συγκύριες οι ενάγουσες. Τη νομική υποστήριξη της υπόθεσης η αναιρεσείουσα ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο του Πρωτοδικείου Λασιθίου, ο οποίος παρέστη σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως.

Με τις 111/1995 και 65/1997 προδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η επανάληψή της. Η τελευταία καθυστερούσε, εξαιτίας της απροθυμίας των πραγματογνωμόνων να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, λόγω της οξύτατης αντιδικίας των διαδίκων, της πλήρους διάστασης των απόψεών τους και της μη επικοινωνίας μεταξύ τους, καθόσον είχαν και παλαιότερες δικαστικές διενέξεις.

Το γεγονός αυτό έδωσε αφορμή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο να αναλάβει πρωτοβουλία προς λύση της διαφοράς με συμβιβασμό, πρόταση την οποία η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε. Ακολούθησε η ανταλλαγή απόψεων με όλους τους διαδίκους ως προς την λύση της κοινωνίας και ορίστηκε ο τοπογράφος ................., ο οποίος θα προέβαινε στην ακριβή καταμέτρηση του όλου ακινήτου, ώστε κατά την υλοποίηση των μεριδίων των διαδίκων επί του εδάφους να μην υπάρχουν αποκλίσεις που θα οδηγήσουν σε νέες δικαστικές διενέξεις.

Ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, καθόλο το χρονικό διάστημα της επιμετρήσεως και της υλοποίησης των μεριδίων στο ακίνητο, παρακολουθούσε τις εργασίες αυτές και ενημέρωνε σχετικώς την αναιρεσείουσα. Μετά την περάτωση των εργασιών και τον καθορισμό των μεριδίων που θα ελάμβανε ο καθένας εκ των διαδίκων συνέταξε σχετικό έγγραφο συμβιβασμού, στο οποίο αναφέρονταν με βάση το σχετικό σχεδιάγραμμα οι μερίδες των διαδίκων.

Το έγγραφο αυτό ακολούθως αποτέλεσε το περιεχόμενο του πρακτικού συμβιβασμού και έτσι επιλύθηκε οριστικά η διαφορά και επήλθε κατάργηση της δίκης. Ο συμβιβασμός αυτός επιτεύχθηκε με ενέργειες του αναιρεσιβλήτου και αμοιβαίες υποχωρήσεις τόσο της αναιρεσείουσας, όσο και των αντιδίκων της. Ακολούθως ο αναιρεσίβλητος επιμελήθηκε για τη μεταγραφή του ως άνω πρακτικού, συμπλήρωσε τα φύλλα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των μεριδίων της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχονταν σε 168.743.900 δρχ..

Με τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος δικαιούται να λάβει την από το άρθρο 124 του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 5% επί της αντικειμενικής αξίας των μεριδίων της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού, που ανέρχονταν σε 24.760 ευρώ (168.743.900 Χ 5%), απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 124 του Κώδικα Δικηγόρων, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ΄ αυτή σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο τόσο ως προς την έριδα ή αμφισβήτηση, η οποία διαλύθηκε με τον ανωτέρω συμβιβασμό, στον οποίο συνέπραξε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, όσο και ως προς την αξία του αντικειμένου του συμβιβασμού, δηλαδή την αξία των ακινήτων που έλαβε η αναιρεσείουσα.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το περιεχόμενο της συμβάσεως των διαδίκων, αφού δέχεται ότι δεν είχε συμφωνηθεί ο τρόπος καταβολής της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, παρότι η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικύρωσε το Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος είχε συμφωνήσει με την αναιρεσείουσα να του μεταβιβάσει, έναντι της αμοιβής του, τμήμα του ακινήτου που θα ελάμβανε από το συμβιβασμό, ακολούθως δε το Εφετείο επιδίκασε σ΄ αυτόν τη νόμιμη από το άρθρο 124 Κ.Δ.

αμοιβή του. Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοδικείου ως προς το ανωτέρω ζήτημα και κατέληξε με σαφήνεια στο πόρισμά του για το περιεχόμενο της συμβάσεως (εντολής) που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι, εφόσον προταθούν παραδεκτά, στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση κλπ), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν. Πρέπει όμως για την ίδρυση του κατά τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης, τα αποδεικτικά μέσα να αφορούν σε απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση α) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προέβαλε με την έφεσή της ότι επί αγωγής του Ιωάννη Μαζωνάκη, πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγουσών στη δίκη της διανομής Γ1 και Γ2, το ίδιο δικαστήριο με την 404/2001 προγενέστερη απόφασή του, προσδιόρισε την αμοιβή του ως άνω δικηγόρου με βάση τα άρθρα 100 και 107 του Κώδικα Δικηγόρων και την αξία του εξ αδιαιρέτου μεριδίου τους που αναγράφονται στην αγωγή.

β) Δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω απόφαση, την οποία επικαλέστηκε νομίμως με τις προτάσεις της στο Εφετείο και γ) με την μη παραδοχή του ισχυρισμού αυτού παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως προς την πρώτη αιτίασή του είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, τείνοντα σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου επικαλέστηκε το παραπάνω έγγραφο η αναιρεσείουσα (ότι με την 404/2001 απόφαση του Εφετείου προσδιορίστηκε η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου κατά τα άρθρα 100 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων) δεν ήταν ουσιώδης. Επίσης ο ίδιος λόγος, ως προς την τρίτη αιτίαση, είναι απαράδεκτος διότι η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι προδήλως δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια η παράβασή της δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 84/1989).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.2.2006 αίτηση της ....................... για αναίρεση της 426/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και 667/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ