Supreme Court partially allows appeal against second-instance civil judgment regarding inadmissible sworn evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the final second-instance judgment in a tenancy dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered sworn affidavits without legally serving the summons to the appellee. The court found that since the summons was not validly served, the subsequent sworn evidence was inadmissible and should not have been considered. Consequently, the judgment was annulled in part, the case remitted for retrial on the disputed facts, and the appellee was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 421, 422, 423, 424 of the Code of Civil Procedure; The lower court must not consider sworn evidence if the summons to the witness was not validly served, as valid service is a prerequisite for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1707 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1707/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 762/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2393/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9055/1011/17.11.2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 2393/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και συγκεκριμένα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6.5.2022, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση αυτής και η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε την 17.11.2022.
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Α. Κ. με την από 27.03.2019 αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ι. Κ. και του Π. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ότι στις 31.08.2018 μίσθωσε από τους εναγόμενους το οροφοδιαμέρισμα του 8ου ορόφου της ευρισκόμενης στην Αθήνα και επί της οδού ...
πολυκατοικίας, με την θέση στάθμευσης και την αποθήκη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία του ίδιου και του Δ. Λ., ότι η διάρκεια της μίσθωσης καθορίστηκε για τρία (3) έτη, από τις 15-9-2018 έως τις 15-9-2021, και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 800 ευρώ. Ότι έναντι των συμφωνηθέντων μισθωμάτων προκατέβαλε αυτός στον πρώτο από τους εναγόμενους το ποσό των 6.000 ευρώ και στο δεύτερο από αυτούς το ποσό των 15.800 ευρώ και ως εγγύηση το ποσό των 1.000 ευρώ.
Ότι λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων, που εμφανίστηκαν στο μίσθιο, τα οποία οι εναγόμενοι εκμισθωτές γνώριζαν και παρά τις συνεχείς προς αυτούς οχλήσεις του, δεν φρόντισαν να άρουν, παρεμποδίστηκε ολικά στη χρήση του. Ότι, για τους ως άνω λόγους, με την από 6-2-2019 εξώδικη διαμαρτυρία-καταγγελία, την οποία επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο στις 07.02.2019 και στον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στις 08-02-2019, κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση καλώντας τους εναγόμενους εκμισθωτές, αφενός να παραλάβουν το μίσθιο στις 9.2.2019 και αφετέρου να του επιστρέψουν τα προκαταβληθέντα μισθώματα και την εγγύηση.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί, ότι μετά την παραπάνω καταγγελία, επήλθε η λύση της μισθωτικής σχέσης και να υποχρεωθούν, ο μεν 1ος εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως, το ποσό των 6.000 ευρώ, που αφορά στα προκαταβληθέντα μηνιαία μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 29.09.2018 έως 29.09.2019, καθώς και το ποσό της εγγύησης από 1.000 ευρώ, ο δε 2ος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων το ποσό των 15.800 ευρώ που αφορά τα προκαταβληθέντα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο 2019 έως και Ιούλιο 2020, και τις προκαταβληθείσες διαφορές μισθωμάτων για όλο το συμβατικό χρόνο της μίσθωσης και επικουρικά, για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί, ότι o δεύτερος εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του εκμισθωτή, να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.800 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1267/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του ο 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ο τελευταίος άσκησε την από 20.12.2019 ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 762/2020 απόφαση, η οποία απέρριψε αυτήν.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε την από 5.10.2020 έφεσή του, με τον οποία προσέβαλε τις ανωτέρω υπ' αριθμούς 762/2020 και 1267/2019 αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2393/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση, εξαφάνισε: α) την υπ' αριθμόν 762/2020 πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την από 20.12.2019 ανακοπή ερημοδικίας δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, και β) την υπ' αριθμόν 1267/2020 πρωτόδικη απόφαση ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 27.03.2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τον 2ο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 15.800 ευρώ.
Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, δεχόμενο ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν συνδέεται μεν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με μισθωτική σχέση ούτε βαρύνεται με αδικοπρακτική ευθύνη, όμως αυτός κατέστη αδικαιλογήτως πλουσιότερος κατά το άνω ποσό, το οποίο, χωρίς νόμιμη αιτία κατεβλήθη σε αυτόν από τον ενάγοντα, καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου εκμισθωτή (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Π.
Κ.
Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από ή χωρίς παροχή, θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (Ολ.ΑΠ 2/87).
Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (Ολ.ΑΠ 22/2003).
Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε, χωρίς αιτία, άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, και εφόσον αυτή είναι ισχυρή κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματά του από αυτήν.
Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι ή έχει καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 388 ΑΚ (ΑΠ 836/2017, ΑΠ 1457/2001).
Εξάλλου, η μίσθωση λύνεται και κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή για έναν από τους λόγους, που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση. Με την καταγγελία αίρονται για το μέλλον οι συνέπειες της μισθωτικής σχέσης και επιστρέφεται το μίσθωμα, που τυχόν προκαταβλήθηκε για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα (ΑΠ 836/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 417 ΑΚ συνάγεται, ότι για την απόσβεση της ενοχής με καταβολή πρέπει η τελευταία να γίνει στο δανειστή ή τον αντιπρόσωπό του, που είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα (άρθρα 211 του ΑΚ) ή και σε τρίτο, ο οποίος όμως έχει εξουσιοδότηση του δανειστή για λήψη της παροχής, η οποία παρέχεται είτε με σχετική δήλωση του δανειστή προς τον τρίτο, είτε με δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη είτε και με σχετική σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.
Καταβολή που έγινε προς τρίτο, ο οποίος δεν έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες, δεν ισχύει για τον δανειστή, εκτός αν αυτός την εγκρίνει ή ωφελείται απ' αυτήν (ΑΠ 470/1999).Το πρόσωπο, που έχει οριστεί προς είσπραξη, καθ' υπόδειξη του δανειστή, εφόσον δεν ενεργεί στο δικό του όνομα, αποτελεί "όργανο" καταβολής και δεν οπλίζεται με κανένα δικαίωμα σχετικά με την απαίτηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2013, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 49/2022, Α.Π. 633/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1013/2020, Α.Π. 30/2020).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ, η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 903/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 του ΑΚ), για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί από το δικαστήριο, ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν συνδέεται με έννομη σχέση μίσθωσης με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το 1ο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προσετέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 Κ.Πολ.Δ., ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία πρέπει να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από την 01.01.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από τρεις (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων"(άρθρο 424).
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογήν της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδάφ. β' και 24§1 εδάφ. α' του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.
Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 και 424 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με τον ν. 4335/2015 (από την 01.01.2016), και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος, που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (Α.Π. 1980/2022, Α.Π. 977/2020, Α.Π. 1208/2019).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή δεν είχε επιδοθεί νόμιμα ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ι. Κ., καθόσον επιδόθηκε σ' αυτόν στις ...-2019 στην οδό ... και ... στην Αθήνα με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Α.
Κ., ενώ η κατοικία του ήταν στην Αθήνα και στην οδό ..., με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση της συζήτησης της αγωγής και να δικαστεί ερήμην. Ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την 762/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε και δίκασε την αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την 1267/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν.
Μεταξύ, όμως, των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, ήταν και οι υπ' αριθμ. ....2019 και ....2019 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. - Ε. Γ., η κλήση για τις οποίες, ομοίως επιδόθηκε μη νομίμως, με την αιτιολογία ότι "ο Ι. Κ. δεν επικαλέστηκε δικονομική βλάβη για τη μη νόμιμη επίδοση και σε αυτόν".
Εντούτοις, κατά τις διατάξεις των άρθρων 421, 422, 423 και 424 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της επίδοσης της κλήσης (4.4.2019), βασική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη της ένορκης κατάθεσης είναι η εμπρόθεσμη κλήτευση, η οποία δεν νοείται, εφόσον δεν έγινε νόμιμη επίδοση στον καλούμενο. Εφόσον λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι η κλήση επιδόθηκε μη νομίμως στον ήδη αναιρεσείοντα, η μετά ταύτα ληφθείσα ένορκη βεβαίωση αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, που δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, χωρίς να ερευνάται η τυχόν δικονομική βλάβη του διαδίκου.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος επιτρεπτώς προτάσσεται κατά την έρευνα, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι υπ' αριθμ. ....2019 και ....2019 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. - Ε. Γ., παρότι το δικαστήριο δέχθηκε, ότι δεν είχε κληθεί νομίμως από τον αντίδικό του για τη λήψη τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη, ενώ παρέλκει η έρευνα των πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερου λόγων της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προσβάλλουν τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, θα επιβληθούν εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2393/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρούμενο μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Και, Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ