Legislator Case Law & Legislation
1707/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public land ownership burden of proof.

Case Number 1707/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Aegean Court of First Instance's final decision regarding public land ownership. The State argued that the burden of proof for asserting public ownership should rest with them, citing historical succession laws, but the lower court correctly placed the burden on the State as the party making the claim. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding the existence of public ownership lies with the party asserting the claim, not the defendant, and failure to prove such ownership results in the rejection of the claim rather than dismissal.

Keywords

AI generated
burden of proof public ownership civil procedure state claim historical succession court of first instance appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 6(3)(a) of Law 2664/1998
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 395(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 148/2016
Supreme Court Case 1076/2022
Supreme Court Case 893/2020
Supreme Court Case 182/2018
Supreme Court Case 1527/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1707 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1707/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σμαράγδα Λεκκού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "IMERYS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκε με την από 27-2-2017 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 2-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 12/3-5-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ, άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α του ν. 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου"), με αριθ. 21/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ από την επίδοση της προσβαλλομένης, εφόσον η επίδοση αυτής έλαβε χώρα την 1-4-2022, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 3-5-2022 (άρθρ. 395 παρ. 1,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), επισημαινομένου για το εμπρόθεσμο κατάθεσης της αναίρεσης, ότι η υποχρεωτική αργία της 1ης Μαΐου 2022 μεταφέρθηκε δυνάμει Υπουργικών Αποφάσεων (ΥΑ ΔΙΔΑΔ/Φ.70/75/οικ. 5899 ΦΕΚ Β 1785 2022) στις 2-5-2022. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ) .

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΜΕRYS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη, από 2 Ιουνίου 2016 (αριθμ. έκθ.

κατάθ. 62/8-6-2016), αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, εξέθεσε ότι είναι κυρία κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, αγροκτήματος και δη λατομείου περλίτη, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου της νήσου Μήλου, εμβαδού 1.338.173,68 τ.μ., το οποίο απέκτησε με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο και ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της παραπάνω περιοχής, αυτό καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, ήτοι όχι ως αυτοτελές ακίνητο, με ιδιαίτερο ΚΑΕΚ, αλλά ως γεωτεμάχια ή τμήματα γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ, άλλα με φερόμενο ιδιοκτήτη "άγνωστο" και άλλα με ιδιοκτήτες τρίτους.

Με βάση το ιστορικό ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων στην αίτηση τμημάτων του ενιαίου ακινήτου της, που έχουν καταχωρηθεί εσφαλμένα στα ΚΑΕΚ και να διορθωθούν οι αντίστοιχες ανακριβείς εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, ώστε, αφού αποκοπούν τα τμήματα αυτά από τα παραπάνω γεωτεμάχια, να αποτυπωθεί έκαστο ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, στο οποίο να δοθεί νέο ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στο οποίο να αναγραφεί η ίδια δικαιούχος αποκλειστικής κυριότητας κατά ποσοστό 51%.

Επίσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε στη διανοιγείσα δίκη την από 27-2-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθ.37/2017) κύρια παρέμβασή του, με την οποία, ισχυριζόμενο ότι το ίδιο είναι κύριο των αναφερομένων σ' αυτήν τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης ως προς τα τμήματα αυτά και τη διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, προκειμένου να καταχωρηθεί το δικαίωμα κυριότητάς του κατά ποσοστό 100% επί των τμημάτων αυτών.

Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και με την υπ' αριθμ. 173/2017 απόφασή του το ως άνω Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση, λόγω του ότι απαραδέκτως εισήχθη προς συζήτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, το ήδη αναιρεσείον, κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο έφεση και η αιτούσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε, αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και την αντέφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, εν συνεχεία, αφού κράτησε και δίκασε την αίτηση, δέχθηκε ότι ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της που στηρίζεται στο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, πλην του αιτήματος να αναγνωρισθεί η αιτούσα κυρία του επιδίκου ακινήτου και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτήν και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την κυρία παρέμβαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2, εδάφ. α', παρ. 3, περ. α' του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 2 παρ. 2, 6 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 2 του Ν. 3481/2006, ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 5 του Ν. 3552/2007, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.

Έτσι, αντικείμενο της διανοιγείσας δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος, που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς, όμως, να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ, επίσης, στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται, ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 702/2023, ΑΠ 647/2020, ΑΠ 1498/2014, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 309/2012).

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ).

Στο Οθωμανικό Κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".

Όμως οι διατάξεις των ως άνω Πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 27/2019).

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).

Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1937, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".

Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1,23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 974/2008).

Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ' αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.

ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 1168/2023, ΑΠ 702/2023, ΑΠ 1566/2022.).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο, του οποίου η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) επικαλείται αποκλειστική κυριότητα κατά ποσοστό 51/100 εξ αδιαιρέτου βρίσκεται στη θέση "ΤΣΙΓΚΡΑΔΟ-ΦΥΡΙΠΛΑΚΑ-ΒΟΥΝΑΛΙΑ-ΜΑΧΑΙΡΙΔΕΣ-ΠΡΕΓΟΥΛΕΝΑ - ΔΥΟ ΡΑΧΕΣ-ΓΟΥΤΗΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ-ΚΑΝΕΡΙΑ-ΠΛΑΚΕΣ-ΤΣΑΚΩΝΙΑΤΗΣ-ΣΤΟΛΟΙ-ΒΟΥΝΑΛΙ-ΤΑΜΠΑΚΙ" της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Μήλου της νήσου Μήλου Κυκλάδων εκτός σχεδίου, εμβαδού κατά τους απώτερους τίτλους κτήσεως 1.300.000 τμ και κατά τον τίτλο κτήσεως, ήτοι το υπ' αριθμ. ...-2001 συμβόλαιο συγχωνεύσεως Ανωνύμων Εταιριών με απορρόφηση, της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Κ. - Κ., 1.348.744.000 τ.μ. επί του οποίου υπάρχει βιομηχανοστάσιο επιφάνειας μέτρων 470 τμ. Πρόκειται περί αγροκτήματος (λατομείου περλίτη ) και εμφαίνεται με ακρίβεια στο 18/2/2015 ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με το τίτλο Τ1, συνολικής εκτάσεως 1.338.173,68 τ.μ. και διασπάται λόγω της παρεμβολής δρόμων στα τμήματα Α εκτάσεως 518.852,47 τ.μ, Β εκτάσεως 96.931,94 τ.μ, Γ εκτάσεως 12.066,94 τ.μ., Δ εκτάσεως 24.490,91 τ.μ., Ε εκτάσεως 237.897,94 τ.μ., Ζ εκτάσεως 307.685,07 τ.μ., Η εκτάσεως 52.996,78 τ.μ., και Θ εκτάσεως 87.251,63 τ.μ.

Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην αιτούσα εταιρία κατά ποσοστό 153/300 ή 51/100 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2001 συμβολαίου συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιριών με απορρόφηση της συμβ/φου Αθηνών Ε. Κ.-Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 221 και αριθμό 77 &78 και δια του οποίου η αιτούσα, νυν κυρία του ενιαίου αυτού ακινήτου κατά το άνω ποσοστό, απορρόφησε την πρώην κυρία αυτού κατά το ίδιο ποσοστό ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVI ΕΛΛΑΣ ΑΕ".

Στην τελευταία αυτή απορροφόμενη εταιρία "ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVI ΕΛΛΑΣ ΑΕ". (πρώην επωνυμία ΓΕΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Σ. ΑΕ) περιήλθαν τα 153/300 του προπεριγραφέντος ακινήτου ως εξής: α. τα 11/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Χ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 125 και αριθμό 26, β.

τα 4,8/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 139 και αριθμό 40, γ. τα 8/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 139 και αριθμό 41, δ.

τα 3,2/300 δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 144 και αριθμό 39, ε. τα 12/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 144 και αριθμό 40, στ.

τα 8/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 144 και αριθμό 92, ζ. τα 25/300 δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 158 και αριθμό 22, η.

τα 81/300 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1992 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 158 και αριθμό 24. Στους ως άνω δικαιοπαρόχους-πωλητές της απορροφόμενης από την αιτούσα εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVI ΕΛΛΑΣ ΑΕ" περιήλθαν τα 153/300 του άνω ακινήτου ως εξής: 1.

Στους πωλητές των 11/300 του υπ' αριθμ. .../1985 συμβολαίου, Ε. Κ. του Μ., Α. συζ. Γ. Σ. το γένος Μ. Κ., Α. συζ. Ζ. Μ. το γένος Σ. και Ε. Κ., Α. συζ. Ι. Ο. το γένος Μ. και Σ. Μ., Α. χήρα Ε. Φ. το γένος Μ. και Σ. Μ., Δ. Κ. του Σ. και της Ε., Χ. συζ. Π. Ξ. το γένος Σ. και Ε. Κ., Ι. Μ. του Μ. και της Σ. ως εξής: α. Στους Δ. Σ. Κ., Χ. συζ. Π. Ξ. το γένος Σ. Κ., Ε.

Μ. Κ. και Α. συζ. Ζ. Μ. το γένος Σ. Κ., εκ κληρονομίας εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την .../1958 θείου τους Ν. Κ. του Χ., τη κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1968 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ι. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στο τόμο 76 και αριθμό 41 σε συνδυασμό και προς την υπ' αριθμ. .../1974 συμπληρωματική Πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β.

Γ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στο τόμο 90 και αριθμό 85, και την υπ' αριθμ. .../1974 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ιδίου συμ/φου μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στο τόμο 90 και αριθμό 86. β. στους Ι. Μ. του Μ., Α. συζ. Ι. Ο. το γένος Μ. Μ. και Α. χήρα Ε. Φ. το γένος Μ.

Μ. , εκ κληρονομίας της αποβιώσασας το έτος 1973 μητέρας τους Σ. συζ. Μ. Μ. το γένος Χ. Κ., δυνάμει της υπ'αριθμ. .../1972 Δημόσιας Διαθήκης της που συντάχθηκε στο συμ/φο Θεσσαλονίκης Θ. Ι. και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. ...-1974 Πρακτικό δημοσιεύσεως και τη κληρονομία της οποίας αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../1974 Πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου Πειραιώς Β.

Γ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στον τόμο 90 και αριθμό 87. Στη Σ. συζ. Μ. Μ. το γένος Χ. Κ. το ανήκον σε αυτήν εξ αδιαιρέτου μερίδιο περιήλθε εκ κληρονομίας εξ αδιαθέτου του αυτού ως άνω Ν. Χ. Κ. την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. .../1968 Πράξη Αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου Πειραιώς Ι.

Κ. Στον Ν. Χ. Κ. το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των προπεριγραφέντων ακινήτων περιήλθε εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 1929 πατέρα του Χ. Κ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1929 Δημόσιας Διαθήκης του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Μήλου Χ. Π. και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Σύρου με το υπ' αριθμ. .../1929 Πρακτικό Δημοσιεύσεως σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 164/1976 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την υπ' αριθμ. 42/1978 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και την υπ' αριθμ. 871/1981 αμετάκλητο απόφαση του Αρείου Πάγου.

Τέλος στον απώτατο κοινό δικαιοπάροχο όλων των πωλητών, Χ. Μ. Κ. τα άνω περιγραφέντα ακίνητα περιήλθαν δια των κάτωθι αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ως εξής: αα. Δια του υπ' αριθμ. .../1900 συμβολαίου του συμ/φου Μήλου Ι. Ν. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο 39 και αριθμό 183 εξ αγοράς παρά του Ν.

Λ., αβ. Δια του υπ' αριθμ. .../1899 συμβολαίου του ίδιου άνω συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο 39 και αριθμό 1 εξ αγοράς παρά του Ε. Γ. Κ. ή Κ., στον οποίο το πωληθέν δια του άνω συμβολαίου ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμό .../1898 διανεμητηρίου συμβολαίου του ίδιου άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο 38 και αριθμό 41.

Στους εκ των διανεμητών αδελφούς του άνω συμβολαίου Ε. Γ. Κ. και Ε. Γ. Κ. είχε δωρηθεί μεγαλύτερη έκταση από τον πατέρα τους Γ. Ν. Κ. με το υπ' αριθμ. .../1895 συμβόλαιο του ίδιου άνω συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 36 και αριθμό 63. Ο απώτατος δικαιοπάροχός τους Γ.

Κ. ή Κ. είχε γίνει κύριος της μεγαλύτερης αυτής έκτασης μεταξύ άλλων και δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1883 συμβολαίου του τότε συμβ/φούντος Ειρηνοδίκου Μήλου Λ. Χ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο 23 και αριθμό 6390 και δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1886 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Μήλου Ε.

Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 27 και αριθμό 6992, αγ. Δια του υπ' αριθμ. .../1886 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Μήλου Ε. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 26 και αριθμό 6969 εξ αγοράς παρά των Κ. θυγ. Π. Ξ., Μ. συζ. Ι. Γ., Μ. Θυγ. Π. Ξ. και Ι. Π. Ξ., αδ. Δια του υπ' αριθμ. .../1919 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μήλου Ι.

Ν. νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 49 και αριθμό 222 εξ αγοράς παρά της Μ. Γ. Κ., στην οποία το δια του συμβολαίου αυτού πωληθέν ακίνητο είχε περιέλθει όπως λεπτομερώς αναγράφεται σε αυτό εκ κληρονομιάς του προ εικοσαετίας αποβιώσαντος πατρός της, αε. Δια του υπ' αριθμ. ...-1919, συμβολαίου του ιδίου άνω συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 49 και αριθμό 262 εξ αγοράς παρά του Α.

Ν. στον οποίο το δια του συμβολαίου αυτού μεταβιβασθέν ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθ. .../1919 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 49 και αριθμό 224 εξ αγοράς παρά των Σ. Ε. Κ., Σ. Ε. Κ., Σ. Ε. Κ. και Α. Ε. Κ. στους οποίους είχε περιέλθει εκ κληρονομίας της προ δεκαπενταετίας αποβιώσασης μητέρας τους. 2.

Στην πωλήτρια των 4,8/300 του υπ' αριθμ. .../1988 συμβολαίου Α. χήρα Ε. Φ. του γένος Μ. και Σ. Μ. είχαν περιέλθει συνολικά τα 6/300 εξ αδιαιρέτου των προπεριγραφέντων ακινήτων από κληρονομία της αποβιωσάσης το έτος 1973 μητέρας της Σ. συζ. Μ. Μ. το γένος Χ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ..../1972 δημόσιας διαθήκης της, όπως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρθηκε. 3.

Στην πωλήτρια των 8/300 του υπ' αριθμ. .../1988 συμβολαίου Α. χήρα Γ. Σ. είχαν περιέλθει (συνολικά τα 10/300) από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντα το έτος 1958 θείου της Ν. Χ. Κ. την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε όπως λεπτομερώς ανωτέρω προαναφέρθηκε. 4. Στον πωλητή των 3,2/300 του υπ' αριθμ. .../1989 προαναφερθέντος συμβολαίου, Ι.

Μ. του Μ. και της Σ. είχαν περιέλθει (συνολικά τα 4/300) από κληρονομία της μητέρας του Σ. συζ. Μ. Μ. το γένος Χ. Κ., όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε πιο πάνω. 5. Στους πωλητές των 12/300 του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου , Α. συζ. Ζ. Μ. το γένος Σ. και Ε. Κ., Δ. Κ. του Σ. και της Ε. και Χ. συζ. Π. Ξ. το γένος Σ. και Ε. Κ. είχαν περιέλθει (συνολικά τα 15/300 δηλαδή ανά 5/300 στον καθένα) από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντα το έτος 1958 θείου του Ν.

Χ. Κ. την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε πιο πάνω. 6. Στην πωλήτρια των 8/300 του υπ' αριθμ. .../1990 προαναφερθέντος συμβολαίου, Α. συζ. Ι. Ο. το γένος Μ. και Σ. Μ. είχαν περιέλθει (συνολικά τα 10/300) εκ κληρονομίας της αποβιώσασας το έτος 1973 μητέρας της Σ. συζ. Μ. Μ. το γένος Χ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμό .../1972 δημοσίας διαθήκης της όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε πιο πάνω, 7.

Στην πωλήτρια των 25/300 του υπ' αριθμ. .../1991 προαναφερθέντος συμβολαίου, Μ. χήρα Ι. Κ. είχαν περιέλθει από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1954 συζύγου της Ι. Χ. Κ. την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1974 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ι. Μ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στον τόμο 90 με αριθμό 42 σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες 164/1976 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, 42/1978 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και 871/1981 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου.

Στον δε δικαιοπάροχό της Ι. Χ. Κ. τα 100/300 των προπεριγραφέντων ακινήτων είχαν περιέλθει από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1929 πατέρα του Χ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1929 δημοσίας διαθήκης του όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε πιο πάνω. 8. Τέλος στην πωλήτρια των 81/300 του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου Κ.

συζ. Ε. Μ. το γένος Ι. και Μ. Κ. είχαν περιέλθει (συνολικά τα 97,5/300 των προπεριγραφέντων ακινήτων) ως εξής: α. τα 75/300 από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντα το έτος 1954 πατέρα της Ι. Χ. Κ. την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. .../1974 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου Πειραιώς Ι.

Μ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στον τόμο 90 και αριθμό 42. β. τα υπόλοιπα 22,5/300 περιήλθαν στην πωλήτρια αυτή από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντα το έτος 1958 θείου της Ν. Χ. Κ. την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την υπ' αριθμό 3237/1992 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμ/φου Αθηνών Α.

Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στον τόμο 158 και με αριθμό 23 σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες υπ' αριθμ. 164/1976 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου , 42/1978 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και 871/1981 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου. Στους δικαιοπαρόχους της, Ι.

Χ. Κ. και Ν. Χ. Κ. τα εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους 2/3 ή 200/300 επί των άνω ακινήτων, είχαν περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντα το έτος 1929 πατέρα τους Χ. Κ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1929 δημόσιας διαθήκης του, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, η αιτούσα, υπό τη προηγούμενη επωνυμία της, αρχικά ως "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΡΓΥΡΟΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΒΑΡΥΤΙΝΗΣ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ" και κατόπιν "S&Β ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και "ΙΜΕRΥS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη "ΙΜΕRΥS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", μετά την αδιάκοπη αυτή σειρά μεταβιβάσεων του εν λόγω ακινήτου δυνάμει συμβολαιογραφικών εγγράφων, και τη συγχώνευση δια απορροφήσεως της τελευταίας κυρίας αυτού εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVΙ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου, κατέστη κυρία αυτού (ακινήτου) με παράγωγο τρόπο κτήσης, ήτοι στους τίτλους αυτούς, που έχουν αδιάσπαστη χρονική αλληλουχία, υπάρχει ταυτότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως προς τη θέση, τη μορφή (βοσκότοπος- αγροτεμάχιο), αλλά και τις όμορες ιδιοκτησίες, οι οποίες, παρά τη διαδρομή του χρόνου, ως επί το πλείστον ταυτίζονται, σημειουμένου περαιτέρω ότι στους παλαιότερους τίτλους γίνεται επίσης η μνεία ως προς την έκταση του μεταβιβαζόμενου ότι αυτό μεταβιβάζεται όσης έκτασης και αν είναι, μετρούμενης κατά προσέγγιση σε ζευγαριές, ενδεικτική της ασάφειας των τότε συμβαλλομένων ως προς την δήλωση της πραγματικής έκτασής του.

Ως προς την υφιστάμενη αυτή απόκλιση μεταξύ τίτλων ιδιοκτησίας και πραγματικής έκτασης του όλου ακινήτου λεκτέα τα ακόλουθα: Είναι δίδαγμα κοινής πείρας ότι στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων εν πολλοίς το πρώτο μισό του 20ου και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η περιγραφή τους ως προς το εμβαδόν, αλλά και τον προσανατολισμό τους δεν ήταν ακριβής, για διάφορους λόγους, κυρίως διότι, λόγω έλλειψης οργάνων μέτρησης ακρίβειας, η μέτρηση γινόταν κατά προσέγγιση με τη ζευγαριά, που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοδιών σε μια ημέρα και ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας (του βαθμού γονιμότητας) του εδάφους, ενώ συχνά τα ακαλλιέργητα και άγονα εδάφη του ακινήτου δεν υπολογίζονταν στον τρόπο αυτό μέτρησης ή προσδιορίζονταν τυχαία ή κατά προσέγγιση, επειδή δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την έκτασή τους ή επειδή δεν ήταν προσοδοφόρα και δεν είχαν οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά και εσκεμμένα, για λόγους φορολογικούς, όπως επίσης, στη συνέχεια, από εσφαλμένη μετατροπή της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης σε στρέμματα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του ακινήτου μπορεί να γίνει (όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία) με βάση τα αναφερόμενα στους τίτλους ιδιοκτησίας όριά του. Σήμερα το ακίνητο αυτό, εμφαινόμενο στο από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με τον τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ1, συνολικής έκτασης 1.338.173,68 τ.μ.

διασπάται, ως προαναφέρθηκε, λόγω παρεμβολής δρόμων στα τμήματα Α εκτάσεως 518.852,47 τ.μ, Β εκτάσεως 96.931,94 τ.μ., Γ εκτάσεως 12.066,94 τ.μ., Δ εκτάσεως 24.490,91 τ.μ., Ε εκτάσεως 237.897,94 τ.μ., ζ εκτάσεως 307.685,07 τ.μ., Η εκτάσεως 52996,78 τ.μ, και Θ εκτάσεως 87.251,63 τ.μ., τα οποία εμφαίνονται με ακρίβεια στο συνημμένο άνω από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές): Το τμήμα Α με τους περιμετρικούς αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,1 και περιλαμβάνει ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822901027 φερόμενο ως αγνώστου ιδιοκτήτη και ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822901026 φερόμενου ως ιδιοκτησίας Κ. Π., το τμήμα Β με τους περιμετρικούς αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15,16,1 και αποτελείται από ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 2908230004001 και ΚΑΕΚ 290823004015, φερόμενα ως αγνώστου ιδιοκτήτη, το τμήμα Γ με τους περιμετρικούς αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9, 10,11,12, 13,14,15,1 και αποτελείται από ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822914023, φερόμενο άγνωστου ιδιοκτήτη, το τμήμα Δ με τους περιμετρικούς αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,1 και αποτελείται ολόκληρο από το ΚΑΕΚ 290822915049 φερόμενο ως άγνωστου ιδιοκτήτη και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822915001, φερόμενο ως ιδιοκτησία κατά ποσοστό 85,71429/100 άγνωστου και κατά ποσοστό 14,28571/100 Ρ.

Ε. και Α. Κ., το τμήμα Ε με τους περιμετρικούς αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 29, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54,1 και αποτελείται από ολόκληρα τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290822915048 φερόμενου ιδιοκτήτη άγνωστου και ΚΑΕΚ 290822915054 φερόμενου επίσης ιδιοκτήτη άγνωστου και τμήματα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 290822914021 και ΚΑΕΚ 290822914007 φερόμενα ως άγνωστου ιδιοκτήτη και από τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822914019 φερόμενο κατά ποσοστό 72,42/100 ως άγνωστου ιδιοκτήτη και κατά ποσοστό 2,18/100 σε έκαστο εκ των τρίτων Ρ.

Β., Ι. Τ., Β. Μ., Ζ. Μ., Ρ. Ε. και Ρ. Ε. και κατά ποσοστό 14,5/100 Ρ. Μ., το τμήμα Ζ με τους περιμετρικούς αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38,1 και αποτελείται από ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822910019 φερόμενο ως άγνωστου ιδιοκτήτη και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822910001 φερόμενο ως άγνωστου ιδιοκτήτη και του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822910002 φερόμενου ιδιοκτήτη Μ.

Σ., το τμήμα Η με περιμετρικούς αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18,1 και αποτελείται από τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822901028 φερόμενου ως άγνωστου ιδιοκτήτη, και το τμήμα Θ με τους περιμετρικούς αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15,16, 17,18,19,20,1 φερόμενου ως άγνωστου ιδιοκτήτη και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290823004039 φερόμενου ιδιοκτησίας Μ.

Ε. Η ταυτότητα του ακινήτου προκύπτει σαφώς από τους παραπάνω προσκομιζόμενους τίτλους κτήσης, καθώς επίσης και από τα τοπογραφικά που συνοδεύουν αυτούς, συνδυαζόμενα με το από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα 1:2.000 του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με το τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ4 καθώς και στα τοπογραφικά διαγράμματα γεωμετρικών μεταβολών που επέρχονται στο γεωτεμάχιο Τ1 τμήμα Α, Β & Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ.

Εξάλλου, η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με την ταυτότητα του επιδίκου επιρρωνύεται και από τη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, ιδιοκτήτη όμορης ιδιοκτησίας καθώς και του μάρτυρα της αιτούσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Τέλος η ταυτότητα του ακινήτου προκύπτει και από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ...-2015 συμβολαιογραφικό έγγραφο παράτασης μίσθωσης λατομείου βιομηχανικών ορυκτών της συμ/φου Αθηνών Ε.

Κ.-Κ. και το εκεί μνημονευόμενο ιστορικό διαδοχικών μισθώσεων δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-1972 μισθωτηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ι. Μ., .../1987 πράξεως σύμβασης παράτασης του συμ/φου Αθηνών Δ. Ζ., .../1989 μονομερούς πράξης παράτασης μίσθωσης λατομείου του ιδίου συμβολαιογράφου, .../93 πράξης της συμ/φου Αθηνών Α.

Κ., .../1995, .../1997 και .../2000 πράξεων της ιδίας συμβολαιογράφου, ...-2003 συμβολαίου παράτασης μίσθωσης της συμ/φου Αθηνών Ε. Κ. -Κ., υπ' αριθμ. .../2006 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, .../2009 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου και τέλος του υπ' αριθμ. ...-2012 συμβολαίου της ιδίας επίσης συμ/φου. Επομένως, από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του επίδικου ακινήτου, ήτοι στη Μήλο- Κυκλάδων την 20η/5/2008, αποκλειστική κυρία αυτού κατά πλήρη κυριότητα τύγχανε η αιτούσα δυνάμει παράγωγου τρόπου κτήσης και συγκεκριμένα λόγω αγοράς με βάση το προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρισθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη κατά τα εξής τμήματά του: Α) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822901027 εμβαδού 517.489,97 τ.μ, ανήκον στο τμήμα Α, Β) ολόκληρα τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290823004001 εμβαδού 94.215,30 τμ και ΚΑΕΚ 290823004015 εμβαδού 2.726,64 τμ, ανήκοντα στο τμήμα Β, συνολικής έκτασης 96.931,94 τμ, Γ) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822914023 εκτάσεως 12.066,94 τ.μ, ανήκον στο τμήμα Γ, Δ) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822915049, εκτάσεως 11.862,83 τ.μ.

ανήκον στο τμήμα Δ Ε) ολόκληρα τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290822915048 εμβαδού 19.501,69 τμ και 290822915054 εμβαδού 12.357,03 τ.μ., και τμήματα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 290822914021 εμβαδού 6.454,65 τμ και ΚΑΕΚ 290822914007 εμβαδού 180.906,65 τμ, ανήκοντα στο τμήμα Ε, ΣΤ) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290822910019 εμβαδού 290.043,34 τμ και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822910001 εμβαδού 3.932,33 τ.μ ανήκοντα στο τμήμα Ζ, Ζ) τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290822901028 εμβαδού 52.996,78 τμ ανήκον στο τμήμα Η, Η) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290823004053 εμβαδού 79.301,66 τμ ανήκον στο τμήμα Θ.

Τα τμήματα δε των γεωτεμαχίων που έχουν εγγράφει ως αγνώστου ιδιοκτήτη εμφαίνονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με συντεταγμένες κορυφών ως εξής: α) με ΚΑΕΚ 290822914007 εμβαδού 180.906,65 τ,.μ. που εμφαίνεται στο ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με το κεφαλαίο εντός κύκλου γράμμα Ε και την ονομασία ΤΜΗΜΑ Ε με τους περιμετρικούς αριθμούς 6-7-8-9-337-336-335-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-333-42-43-44-45-46-47-48-49-50-51-52-323-6 και στο οποίο αποτυπώνεται λεπτομερέστερα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) στο άνω από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με τον τίτλο Γεωτεμάχιο Τ1 ΤΜΗΜΑ Ε και τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) 136-137-138-139-140-141-142-143-144-145-146-147-148-149-150-151-152-153-154-155-156-157-158-159-160-161-162-163-164-165-166-167-168-169-170-171-172-334-333-332-207-208-209-210-211-212-213-214-215-216-217-218-219-220-221-222-223-224-225-226-227-228-229-230-231-232-233-234-235-236-237-238-239-240-241-242-243-244-245-246-247-248- 249-250-251-252-253-254-255-256-257-331-330-329-328-327-326-325-324-323-322-321-320-319-318-288-289-290-291-292-293-294-295-296-297-298-299-300-1-337-336-335-25-26-27-28-29-30-310 32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-48-49-50-51-52 -53-54-55-56-57-58-59-60-61-62-63-64-65-66-67-68-69-70-71-72-73-74-75-76-77-78-79-80-81-82-83-84-85-86-87-88-89-90-91-92-93-94-95-96-97-98-99-100-101-102-103-104-105-106-107-108-109-110-111-112-113-114-115-116-117-118-119-120-121-122-123-124-125-126-127-128-129-130-131-132-133-134-135-136., β) με ΚΑΕΚ 290822914021 εμβαδού 6.454,65 τ.μ.

που εμφαίνεται στο ίδιο άνω συνημμένο ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με το κεφαλαίο εντός του κύκλου Ε και την ονομασία ΤΜΗΜΑ Ε με τους περιμετρικούς αριθμούς 9-10-11-12-335-336-337-9 και στο οποίο αποτυπώνεται λεπτομερέστερα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) στο άνω από 18-2-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με το τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ1 ΤΜΗΜΑ Ε και τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-335-336-337-1, γ) με ΚΑΕΚ 290822910001 εμβαδού 3.932,33 τ.μ. που εμφαίνεται στο ίδιο άνω συνημμένο ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με το κεφαλαίο εντός κύκλου γράμμα Ζ και την ονομασία ΤΜΗΜΑ Ζ , με τους περιμετρικούς αριθμούς 6-7-8-9-10-343-6 και το οποίο αποτυπώνεται λεπτομερέστερα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) στο προαναφερθέν από 18-2-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με τον τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ1 ΤΜΗΜΑ Ζ και τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) 213-214-215-216-217-218-218-219-220-221-223-224- 225-226-227-228-229-230-231-232-233-234-243-244-245-213., δ) με ΚΑΕΚ 290822901028 εμβαδού 52.996,78 τ.μ που εμφαίνεται με το κεφαλαίο εντός του κύκλου γράμμα Η και την ονομασία ΤΜΗΜΑ Η στο συνημμένο άνω ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με τους περιμετρικούς αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-16-18-1 και το οποίο αποτυπώνεται λεπτομερέστερα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) στο προαναφερθέν από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με τον τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ1 ΤΜΗΜΑ Η και τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21 -22-23-2-4-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-48-49-50-51-52-53-54-55-56-57-58-59-60-61-62-63-64-65-66-67-68-69-70-71-72-73-74-75-76-77-78-1.Όμως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οι παραπάνω αρχικές εγγραφές ως προς τα καταχωρηθέντα ως αγνώστου ιδιοκτήτη τμήματα είναι ανακριβείς, καθώς κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη Μήλο-Κυκλάδων, ήτοι την 20η/5/2008 αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων (τμημάτων μείζονος έκτασης) τύγχανε η αιτούσα, με αιτία κτήσης τη συγχώνευση με απορρόφηση της ιδιοκτήτριας αυτών εταιρίας "ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVI ΕΛΛΑΣ ΑΕ" δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2001 συμβολαίου συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών με απορρόφηση της συμ/φου Αθηνών Ε.

Κ.-Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο 221 και με αριθμό 77 και 78.

Συνεπώς η αμφισβήτηση αυτού, ομοίως, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος -κυρίως παρεμβαίνοντος (ήδη αναιρεσείοντος) περί δικής του κυριότητας στο επίδικο ακίνητο πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι, δεδομένου και ότι για να αποδειχθεί η κυριότητα του Δημοσίου ο τρόπος της απόκτησης αυτής από το τελευταίο θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που την θεμελιώνουν, χωρίς να αρκεί η απλή αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται άνευ ετέρου η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (...).

Αντίθετα, το εκκαλούν δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830).

Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες μεταξύ αυτών και η Μήλος αποτελούνταν στο σύνολό τους σχεδόν από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", ενόψει του ότι δεν εξουσιάζονταν από το Σουλτάνο πριν από την επανάσταση, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες και έτσι δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών (χριστιανούς ιδιώτες) και δη κατά πλήρη κυριότητα. (...).

Από την πλευρά του, το εκκαλούν δεν προσκόμισε στοιχεία αποδεικτικά της κυριότητος του Οθωμανικού κράτους επί των επιδίκων ακινήτων και κατ' επέκταση και δική του. Επίσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο (...), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος (...) και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζονταν από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απωτάτους) του ενάγοντος.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, στη νήσο Μήλο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλούμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15- 12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου και ορίζει ότι όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο, αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, ακόμη και επί των γαιών, που βρίσκονται στην περιοχή των Κυκλάδων, δεν ανήκαν σε ιδιώτες, αλλά στο οθωμανικό κράτος και είχαν καταληφθεί μετά την απελευθέρωση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, βέβαια, να τις καθιστά ανεπίδεκτες νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον (...), ωστόσο αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του επίδικου ακινήτου.

Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως λιβαδιού κατά την έννοια ως άνω Β.Δ., κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του, δηλαδή κατά το έτος 1833, και ότι είχε καταληφθεί, ως ανήκον αρχικά στο οθωμανικό κράτος, από το εναγόμενο κατά τον ανωτέρω χρόνο (ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 §6 β Ν. 998/1979, ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945, ενώ, περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άρθρου 3§6 β Ν.998/1979 δεν είναι απόλυτο ότι ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του Β.Δ.

της 15.12.1833), λόγω μάλιστα της ιδιαιτερότητας του να βρίσκεται σήμερα μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων και να διακατέχεται από τις αρχές του 20 αιώνα έως σήμερα από ιδιώτες (...). Εφόσον, λοιπόν, δεν προσκομίστηκε κανένα αντίθετο στοιχείο, αποδεικτικό της κυριότητας του οθωμανικού κράτους στην επίδικη έκταση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για την περιέλευση σ' αυτό της κυριότητας της επίδικης έκτασης με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω βασιλικού διατάγματος πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Τέλος, ας σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 2§§2,3 του ΑΝ 1539/1938, σύμφωνα με τις οποίες η βοσκή επί λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ως πράξη νομής, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, καθώς, αφενός μεν η κύρια αίτηση ερευνάται μόνον ως προς στο παράγωγο τρόπο κτήσης, αφετέρου δε οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει και από τη σαφή διατύπωση τους, προϋποθέτουν ακριβώς την ύπαρξη δημοσίου κτήματος (με σκοπό να προστατεύσουν την ήδη αποκτηθείσα κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο έχει πλασματική νομή επ' αυτού), κάτι όμως που, όπως αναφέρθηκε, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Για τον ίδιο λόγο δεν τυγχάνουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής και οι διατάξεις των ν. 8 πρ. και 1 παρ 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασιλ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, το οποίο εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, - (...) - ισχύει δε και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει του Ν.Δ.

Ξ Η71912 και των συναφών περί δικαιοστασίου διαταγμάτων, του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 Α.Ν. 1539/1938, κατά τις οποίες για την κτήση δημόσιου κτήματος με χρησικτησία απαιτείται τριακονταετή καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915, αφού και αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη δημόσιου κτήματος.

Περαιτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου και ορίζει ότι όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο, αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, ακόμη και επί των γαιών, που βρίσκονται στην περιοχή των Κυκλάδων, δεν ανήκαν σε ιδιώτες, αλλά στο οθωμανικό κράτος και είχαν καταληφθεί μετά την απελευθέρωση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, βέβαια, να τις καθιστά ανεπίδεκτες νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον (...), ωστόσο αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του επίδικου ακινήτου.

Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως λιβαδιού κατά την έννοια ως άνω Β.Δ., κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του, δηλαδή κατά το έτος 1833, και ότι είχε καταληφθεί, ως ανήκον αρχικά στο οθωμανικό κράτος, από το εναγόμενο κατά τον ανωτέρω χρόνο (ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 §6 β Ν. 998/1979, ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945, ενώ, περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άρθρου 3§6 β Ν.998/1979 δεν είναι απόλυτο ότι ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του Β.Δ.

της 15.12.1833), λόγω μάλιστα της ιδιαιτερότητας του να βρίσκεται σήμερα μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων και να διακατέχεται από τις αρχές του 20 αιώνα έως σήμερα από ιδιώτες (...). Εφόσον, λοιπόν, δεν προσκομίστηκε κανένα αντίθετο στοιχείο, αποδεικτικό της κυριότητας του οθωμανικού κράτους στην επίδικη έκταση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (εναγομένου) για την περιέλευση σ' αυτό της κυριότητας της επίδικης έκτασης με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω βασιλικού διατάγματος πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο είναι μη νόμιμα και απορριπτέα...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στις ως άνω συνθήκες των Πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω Πρωτοκόλλου κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν.

της 21.6/3.7. 1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του Β Δ. της 15.12.1833 "περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", του Ν. 21-6/10.7.1937 και των άρθρων 1 και 2 του από 17-11/1-12-1936 Β.Δ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, εφόσον το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, ήταν αγρόκτημα- λατομείο περλίτη και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κτήμα των Οθωμανών και περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου (όχι "δικαιώματι πολέμου", κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη), ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε το Εφετείο ως αόριστο, ή ότι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι.

Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι, κατά το οικείο μέρος τους, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους, κατά την εκτίμησή τους, το αναιρεσείον υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Η ειδικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, με την οποία το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 51 και 64 Εισ.ΝΑΚ, τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 1 κωδ (7.31), 7 παρ. 1,2 (κωδ 7.39), 14 κωδ. (11.61) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή, στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας στο επίδικο με χρησικτησία, κατά τις ως άνω διατάξεις, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, διότι η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου, με χρησικτησία 30ετή μέχρι την 11.9.1915, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 117/2020).

Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμη διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο και συνεπώς οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες.

Κατά το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016).

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών (ενστάσεων) του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων, εν προκειμένω, η αιτούσα.

Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1076/2022, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 182/2018, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ως δημοσίου, διότι περιήλθε σ'αυτό με τη δικαιώματι πολέμου διαδοχή του στα δικαιώματα του Οθωμανικού Κράτους στις δημόσιες γαίες, δυνάμει της Συνθήκης της Κων/πολης της 9.7.1832 και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου έτους 1830, σε συνδυασμό με το διαχρονικό δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, τους οποίους το Εφετείο αφενός έκρινε ότι αποτελούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους και απορριπτέους και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης περί των επικαλούμενων γεγονότων ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν ενστάσεις και όχι άρνηση της αίτησης, τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη αιτούσα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 2-5-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της, που υπέβαλε με τις προτάσεις της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ