Legislator Case Law & Legislation
1707/2017 AI generated

1707/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1707/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1707/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1707 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1707/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ραμουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκουλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 15-10-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευαγγέλου Χρυσοστόμου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικό με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της υπ' αριθ.168/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κρήτης και με την οποία απορρίφθηκε η από 7-10-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, έγιναν δεκτά τα εξής : "Αρχές του έτους 2003 ο Γ.

Κ. γνωρίστηκε με τον εναγόμενο, (ήδη αναιρεσίβλητο) μέσω του κοινού τους φίλου Γ. Κ., αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο Γ. Κ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας και ασχολείται ως εκπαιδευτής υποψηφίων πιλότων. Αλλά και ο εναγόμενος είχε δίπλωμα πιλότου και ασχολείτο ερασιτεχνικά με την αεροπλοία.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους ο Γ. Κ. συμφώνησε με τον εναγόμενο να ιδρύσουν εταιρεία με σκοπό την εκμετάλλευση αεροταξί, μεταφορά φορτίων, ασθενών, ταχυμεταφορών κ.λ.π. Απευθύνθηκαν στο λογιστή του εναγομένου Μ. Σ. και του ανέθεσαν την ίδρυση της. Πράγματι, με τη με αριθμό .../4-11-2003 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Βαρβεράκη προέβησαν στην ίδρυση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με κεφάλαιο 100.000 ευρώ και εταίρους τον εναγόμενο και τον Γ.

Κ. και με μερίδα συμμετοχής ο καθένας σε ποσοστό 50% με διαχειριστές τους ιδίους και ταμία τον εναγόμενο. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο Γ. Κ. ο εναγόμενος ανέλαβε τα έξοδα σύστασης και λειτουργίας της εταιρείας και μάλιστα κατέβαλε το εταιρικό του μερίδιο 50.000 ευρώ στο ταμείο της εταιρίας.

Ο Γ. Κ. θα το κατέβαλε όταν θα είχε την οικονομική δυνατότητα, αφού ο λογιστής τους βεβαίωσε ότι δεν ήταν υποχρεωτική η άμεση καταβολή του εταιρικού μεριδίου για τη λειτουργία της εταιρείας. Στις 11-4-2005 η εταιρεία μετά από έρευνα στην αγορά προέβη στην αγορά από την Αγγλία ενός μεταχειρισμένου αεροσκάφους αντί του ποσού των 48.577,39 ευρώ, τα οποία κατέβαλε ο εναγόμενος.

Ακόμη προέβη στην καταβολή της αμοιβής του Άγγλου πιλότου που έφερε το αεροπλάνο από την Αγγλία στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Με δικά του χρήματα προέβη στο βάψιμο του αεροπλάνου και αλλαγή ταπετσαρίας. Συνολικά ο εναγόμενος είχε καταβάλει περίπου 76.000 ευρώ. Ο Γ. Κ. είχε καταβάλει και αυτός κατά διάφορα χρονικά διαστήματα μικρότερα ποσά, όπως 550 ευρώ για έξοδα εκτελωνισμού, ποσόν 198,35 ευρώ για το Εμπορικό επιμελητήριο, ποσόν 6.244,22 ευρώ για ασφάλιση του αεροσκάφους και ποσόν 2.500 ευρώ για επιθεώρηση αεροσκάφους.

Η εταιρεία όμως δεν μπόρεσε να λειτουργήσει, αν και έλαβε ΑΦΜ, γιατί ο Γ. Κ. δεν ήταν ενήμερος ασφαλιστικά. Μάλιστα ο εναγόμενος μίσθωσε το αεροσκάφος στην εταιρεία του Γ. Κ. δυνάμει του από 29-8-2005 συμφωνητικού μισθώσεως αντί 30 ευρώ την ώρα και το αεροπλάνο διενήργησε πτήσεις 225 ωρών και 25 λεπτών και είχε υποχρέωση καταβολής στη εταιρεία ποσού 6.765 ευρω, που όμως δεν κατέβαλε.

Επειδή η εταιρεία μετά την εξάντληση του εταιρικού κεφαλαίου και των επιπλέον ποσών που κατά διαστήματα είχε καταβάλει ο εναγόμενος (ενν.: δεν είχε άλλα διαθέσιμα χρήματα) ο Γ. Κ. στις 8-2-2006 κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγομένου το ποσόν των 60.000 ευρώ. Ο ισχυρισμός του Γ. Κ. ότι το ποσόν αυτό αντιστοιχούσε στην αγορά του 50% του εταιρικού μεριδίου του εναγομένου στην εταιρεία που συμμετείχαν δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Θα ήταν παράλογο και μη ανταποκρινόμενο στους κανόνες της λογικής, ο εναγόμενος να έχει καταβάλει περίπου 76.000 ευρώ για την εταιρεία και να πωλήσει το εταιρικό του μερίδιο αντί 60.000 ευρώ, μη υπολογιζόμενης της αξίας του αεροσκάφους. Επομένως αποδείχθηκε ότι το ποσόν αυτό αντιστοιχούσε στη συμμετοχή του στην εταιρεία και για την μερίδα συμμετοχής που δεν είχε καταβάλει.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση αυτής και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος. Ως προς την κύρια όμως βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως.

Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή και στη συνέχεια να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 513 επ.

Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, δηλαδή, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση, ούτε που εντοπίζεται η αντίφαση είναι αβάσιμος.

Ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία δικαιοπραξίας, κατά το μέρος δε που πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 60.000 ευρώ που κατέβαλε ο Γ.

Κ. αντιστοιχούσε στη συμμετοχή του στην εταιρεία και για την μερίδα συμμετοχής που δεν είχε καταβάλει και όχι στην αγορά του 50% του εταιρικού μεριδίου του εναγομένου, ενώ τέτοιο ισχυρισμό δεν προέβαλε ο εναγόμενος, αλλά, αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι από το ποσό των 60.000 ευρώ οι 50.000 αφορούσαν την εξόφληση της εισφοράς και τα 10.000 ευρώ αποτελούσαν δάνειο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου, ότι δηλαδή συμφωνήθηκε η σύσταση ΕΠΕ και όχι η εκ μέρους της εταιρίας αγορά του μεριδίου του εναγομένου στην εταιρεία, η μη λήψη υπόψη του οποίου δεν θεμελιώνει την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθηση του, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Και έχει μεν το δικαστήριο υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ως προς τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α)το με αριθμ. .../4-11-2003 καταστατικό συμβολαιογραφικής σύστασης της μεταξύ των διαδίκων συσταθείσης εταιρείας. 2) το από 8-2-2006 έμβασμα της Τράπεζας Πειραιώς, 3)την από 2-4-2004 απόδειξη θεώρησης βιβλίων και στοιχείων της Δ.Ο.Υ ..., 4) την με αριθμ.

πρωτ. ... από 7-6-2004 βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ, 5) την ... βεβαίωση Ταμείου Ασφαλίσεως, 6)την απόδειξη Γ. Π., ποσού 6.244,22 ευρώ και 7)την από 16-5-2009 βεβαίωση υπεύθυνου συντηρήσεως μηχανικού Γ. Π., ποσού 2.500 ευρώ, έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ανωτέρω και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔικ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.. Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, στο αναιρετήριο, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί και ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικά δε αν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, ότι έγινε από το πρόσωπο που σύνταξε το έγγραφο αυτό ή ενώπιον του εφόσον αυτό ήταν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για τη βεβαίωση αυτή και να καθορίζεται σ' αυτό ότι ο συντάκτης του εγγράφου βεβαιώνει ότι έγιναν από αυτόν ή ενώπιον του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και αν ο συντάκτης αυτού ήταν καθ' υλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση που έγινε από αυτόν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ως αποδεδειγμένους τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, "δεν προσέδωσε καμία αποδεικτική δύναμη" στα προαναφερθέντα υπό στοιχεία 1-6 έγγραφα, και ειδικότερα στο υπό στοιχείο 1, δηλαδή το συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης ΕΠΕ από το οποίο αποδεικνύεται (κατά τους ισχυρισμούς της) με αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, που δεν επιδέχεται ανταπόδειξη, η εκ μέρους της καταβολή στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 50.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο εταιρικό του μερίδιο.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν καθορίζονται τα απαιτούμενα ανωτέρω στοιχεία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .