Legislator Case Law & Legislation
1707/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, ruling free assessment of documents is not subject to review.

Case Number 1707/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the Second Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court improperly evaluated certain documents and notarized certificates to prove a specific payment amount. The court held that the free evaluation of evidence, including all submitted documents, falls exclusively within the discretion of the trial court and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 270(2) para. a' and b' of the Code of Civil Procedure; Art. 559(1) para. 3; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: The free evaluation of evidence by the court of first instance, including the consideration of all submitted documents without distinction, is not subject to appellate review and constitutes a matter of judicial discretion.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence appellate review limitation documentary evidence admissibility notarized certificates judicial discretion construction contract dispute appellate court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Art. 270(2) para. a' and b' of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1707 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1707/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 8 ΟΝΟΜΑΤΑ). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του : α. Γεώργιο Χουλιάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και β. Ζαχαρία Παπαδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 30-9-2003 αγωγή και β) με την από 3-11-2003 ανακοίνωση δίκη με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 13-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνοντας υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου - 270. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ) ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.

Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ και συνεπώς λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία (π.ρ.β.λ Ολ ΑΠ 15/2003). Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημόσιων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.

Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, το παραγόμενο από την μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλουμένου την πλαστότητα, βαρυνόμενου με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ).

Η απόδειξη από εκείνον που προσκόμισε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα του περιεχομένου του, το τελευταίο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, αν προκύπτει ότι αυτό είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο λαμβάνεται υπόψη.

Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το πιο πάνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο προτού διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αυτό εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα..

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή έγγραφο που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αντίδικός τους με τον τίτλο "ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ", δεχόμενο, ειδικότερα, ότι ".....η ανωτέρω ασυμφωνία διαλαμβάνεται και στο έγγραφο με τίτλο "Οικονομικές απαιτήσεις", αποτελούμενο από τέσσερις σελίδες, το οποίο συνέταξε και απέστειλε ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας - και ήδη αναιρεσείουσας - Δικηγόρος Θεσσαλονίκης...", μολονότι το εν λόγω έγγραφο "αποτελείται από τέσσερις σελίδες, οι οποίες όμως δεν έχουν μεταξύ τους καμιά νοηματική συνέχεια, ούτε φέρουν αρίθμηση ή κάποιο άλλο στοιχείο που αποδεικνύει ότι αποτελούν ένα ενιαίο έγγραφο, ενώ αντίθετα μόνο η τελευταία σελίδα αποτελεί έγγραφο με την έννοια του νόμου, η οποία και εμφανίζεται ανακόλουθη με τις προηγούμενες και δεν εισφέρει στην απόδειξη των αναληθών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια οι σελίδες αυτές να μην έχουν κύρος και αποδεικτική δύναμη και να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο" και, έτσι, δεν έχει τα απαιτούμενα για το κύρος του στοιχεία, μη θεωρούμενο, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 432 Κ.Πολ.Δ), έγγραφο.

Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης της εικονικότητας του ...εργολαβικού προσυμφώνου ως προς την εργολαβική αμοιβή και περί αναγνώρισης της συγκυριότητάς των αναιρεσειόντων στα με αριθμούς Κ2, Κ5, Α5, Β5 και Δ1, αντίστοιχα, καταστήματα και διαμερίσματα της σ' αυτή περιγραφόμενης πολυόροφης οικοδομής κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συμμετοχής τους στο κοινό οικόπεδό τους, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, το οποίο παραδεκτά επικαλέστηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις από 27-10-2006 προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Και ναι μεν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με το δικόγραφο της έφεσής τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, καθώς και με τις από 27-10-2006 προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά, επίσης, επισκοπείται, επανέφεραν παραδεκτά στο Εφετείο τον πρωτόδικο ισχυρισμό τους περί μη λήψης υπόψη του προμνημονευόμενου, "άκυρου εγγράφου", από την παραπάνω αιτία, δεν αμφισβήτησαν, όμως της γνησιότητα του τελευταίου.

Επομένως, το εν λόγω έγγραφο, το οποίο έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατό ως τέτοιο και ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ, νόμιμα λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε απ' αυτό.

Ο εξεταζόμενος, ακολούθως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.....Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, να έχουν συνταχθεί 1) πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης του αντίστοιχου δικαστηρίου στο οποίο προσκομίζονται και 2) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές.

Αν κατά την πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια διαδικασία το αντίστοιχο δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσκομίζονται τέτοιες βεβαιώσεις τις λάβει υπόψη του, ενώ για τη λήψη τους δεν έχουν τηρηθεί οι δύο αυτές προϋποθέσεις, ή οποιαδήποτε απ' αυτές, λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ιδρύεται, συνακόλουθα, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.

α' Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ ΑΠ 16/2000).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθορυ346 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται, ότι τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των αποδεικτικών μέσων, με την έννοια ότι τα τελευταία λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων ανεξάρτητα από ποιο διάδικο έχουν προσκομιστεί.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη, δηλαδή την .../20-10-2003 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων που λήφθηκε, με επιμέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ξάνθης, προς διόρθωση της .../17-10-2003 ένορκης, επίσης, ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη, βεβαίωσης των ίδιων μαρτύρων πριν μεν από την πρωτόδικη δίκη (στις 21-10-2004), χωρίς, όμως, νόμιμη - εμπρόθεσμη, κλήτευση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι απλώς ενημερώθηκαν για τη λήψη της με την κοινοποίηση σ' αυτούς της από 21-10-2003 εξώδικης δήλωσης - γνωστοποίησης του αντιδίκου τους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των από 27-10-2006 προτάσεων των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προτάθηκε απ' αυτούς παραδεκτά στο Εφετείο ο ισχυρισμός τους περί μη λήψης υπόψη της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης ως ανεπίτρεπτου από το νόμο αποδεικτικού μέσου από την παραπάνω αιτία.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού από τις ίδιες πιο πάνω προτάσεις των αναιρεσειόντων (φύλλα 12 και 32, αντίστοιχα αυτών) προκύπτει, ότι οι τελευταίοι επικαλέστηκαν ρητά την αμέσως πιο πάνω ένορκη βεβαίωση προς απόδειξη "της αναξιοπιστίας του εφεσιβλήτου και των μαρτύρων του, οι οποίοι υπέπεσαν σε πλήθος ποινικών αδικημάτων σε μία ανέλπιδα προσπάθεια να θεμελιώσουν τους ψευδείς ισχυρισμούς τους".

Από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, με τις οποίες ορίζεται ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", προκύπτει ότι τα φερόμενα ως εικονικά έγγραφα μπορούν να εκτιμηθούν από το δικαστήριο της ουσίας είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, προς μόρφωση της δικανικής του πεποίθησης περί του κατ' ουσίαν βάσιμου της αγωγής ή της ένστασης, χωρίς προηγουμένως να κριθεί και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο περί εικονικότητας του εγγράφου ισχυρισμός.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το ...εργολαβικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη, του οποίου, με την ένδικη αγωγή, ζητήθηκε η αναγνώριση της ακυρότητάς του ως εικονικού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον ο αγωγικός ισχυρισμός περί της εικονικότητας του επίμαχου εργολαβικού προσυμφώνου δεν αναιρεί την αποδεικτική δύναμη του τελευταίου ως εγγράφου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 498/1978).

Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή: α) την από 15-2-2000 έγγραφη προσφορά της Κοινοπραξίας ...", β) την τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονα μηχανικού ..., συνοδευόμενη από την άδεια της οικοδομής και τις επικαλούμενες φωτογραφίες και γ) το...κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Ξάνθης, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι ..., ..., ..., ...,...

και ..., αντίστοιχα, -οι οποίοι έδωσαν τις ... και .../2003 ένορκες βεβαιώσεις που προμνημονεύθηκαν-, ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, προκειμένου να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε αναιρεσίβλητος για την, επίσης, αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή, τα οποία -έγγραφα- επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για την από μέρους του αποπεράτωση των οικοδομικών εργασιών που υπολείπονταν συμφωνήθηκε στο ποσό των 350.000.000 δραχμών και μόνο.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν τις επίδικες οικοδομές, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες) - χωρίς όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, κα ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...", σε συνδυασμό και με τον γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο τέταρτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ψέγονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε τις .../2003, .../2003 και .../2003, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2007 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 104/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ