1707/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1707/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμορφώσεώς του προς τις επιταγές του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1707 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1707/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα. Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στρούζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3155/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, 2265/2001 μη οριστική και 3331/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 8-5-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσείουσας (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθ. 226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ΄ αριθ.389/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.
τ. Β΄ και κυρώθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ως άνω Οργανισμός της με το ν.δ. 213 της 4/5-10-1973 (Φ.Ε.Κ. τ. Α΄ 270) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 εδ. α΄ - γ΄, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α΄, 106 παρ. 3 εδ. α΄ και 107 του Οργανισμού αυτού συνάγεται ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α΄ στο βαθμό του Υποδιευθυντή γίνονται, κατ΄ απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.
Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101 - 104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινομένων.
Ως πρακτέοι κατ΄ απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ -χρόνο προσλήψεως) όσο και την ειδική (ΕΥΑ -κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.
Η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμορφώσεώς του προς τις επιταγές του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.
΄Ετσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ως άνω Διοικητικό Συμβούλιο παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο της Α.Τ.Ε., ο οποίος καταφανώς υπερείχε και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας καταφανώς τα όρια που το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων και δη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και παρέχει στον υπάλληλο που παραλείφθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του κατ΄ άρθρο 70 ΚΠολΔ, οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατ΄ άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1082/1980, αλλά και αποζημίωση περιλαμβάνουσα τις αποδοχές του, που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις, ως διαφυγόν κέρδος από την εις βάρος του αδικοπραξία -κατάχρηση δικαιώματος-, και επιπλέον την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξεως των οργάνων της εργοδότιδας Τράπεζας, που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τα άρθρα 71, 281, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ (βλ.
σχ. ΟλΑΠ 14/1998, 897/1985, ΑΠ 328/1999, 706/2001). Μπορεί όμως η Α.Τ.Ε. αμυνόμενη κατά της αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου της, που κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεις καταχρηστική ένσταση, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ (βλ. σχ. ΑΠ 821/1983 ΝοΒ 32, 640). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα :
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί στην Αθήνα μεταξύ του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είναι πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας (τράπεζας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), ο πρώτος προσλήφθηκε από την τελευταία μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' αυτήν εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, στις 5-7-1970 ως υπάλληλος με το βαθμό του Υπολογιστή, βαθμός ο οποίος προβλεπόταν από τον Οργανισμό της αναιρεσείουσας, ως εισαγωγικός, ενώ πριν την κατά τα ως άνω πρόσληψή του ως μονίμου-τακτικού υπαλλήλου της αναιρεσείουσας είχε εργαστεί ως συμβασιούχος (έκτακτος) υπάλληλός της με σύμβαση ορισμένου χρόνου από 10-7-1968 μέχρι 19-8-1970 οπότε έληξε η σύμβαση αυτή.
Έκτοτε εργάστηκε στην αναιρεσείουσα, την ιεραρχία της οποίας ανήλθε διαδοχικά, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', τον οποίο κατείχε από 5-10-1984 και μέχρι τις 24-7-2000, οπότε λύθηκε αυτοδικαίως η υπαλληλική του σχέση, με την αναιρεσείουσα και διαγράφηκε από τα μητρώα της μετά την υποβολή της από 23-6-2000 αίτησης του.
Με την υπ' αριθμ. 14/14-09-1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας προήχθη στις 14-9-1993 στο βαθμό του Υποδιευθυντή και συγχρόνως τοποθετήθηκε στη Θέση του Διευθυντή του Καταστήματος της αναιρεσείουσας στην Καστοριά, κατάστημα στο οποίο είχε υπηρετήσει και προ της προαγωγής του και συγκεκριμένα από 25-8-1992 όταν η αναιρεσείουσα τον τοποθέτησε ως Υποδιευθυντή του Καταστήματός της αυτού και του ανέθεσε καθήκοντα Υποδιευθυντή για ένα εξάμηνο.
Η παραπάνω προαγωγή του σε Υποδιευθυντή ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1/1994 Διαπιστωτική πράξη της Διοίκησης της αναιρεσείουσας και έκτοτε επανήλθε κατά το νόμο (άρθρο 28 παρ. 10 Ν. 2190/1994) στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' , τον οποίο, όπως προαναφέρεται, κατείχε από 5-10-1984, καθώς και στη θέση που κατείχε πριν του ανατεθούν καθήκοντα Διευθυντή του πιο πάνω Καταστήματος (Καστοριάς), δηλαδή στη θέση του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του ίδιου Καταστήματος.
Κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην αναιρεσείουσα υπηρέτησε στις εξής θέσεις: Αμέσως μετά την πρόσληψη του (5-10-1970) στο Κατάστημα Κόνιτσας ως υπάλληλος. Στις 4-12-1973 στο Γραφείο Υπηρεσίας Συν/σμών του ίδιου Καταστήματος (Κόνιτσας) ως Προϊστάμενος. Στις 28-6-1974 στο Γραφείο Υπηρεσίας Συν/σμών του Καταστήματος Γρεβενών, ως προϊστάμενος.
Στις 28-8-1979 στο Γραφείο Υπηρεσίας Συν/σμών του Καταστήματος Καστοριάς, ως προϊστάμενος. Στις 25-8-1992 ασκούσε καθήκοντα Υποδιευθυντή στο Κατάστημα Καστοριάς. Στις 14-9-1993 προήχθη, όπως προαναφέρεται σε Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του ίδιου Καταστήματος, ενώ, μετά την ακύρωση της προαγωγής του αυτής, επανήλθε στη θέση που κατείχε πριν την ακυρωθείσα προαγωγή, δηλαδή εκείνη του Προϊσταμένου Συνεταιρισμών του Καταστήματος Καστοριάς, Έχει παρακολουθήσει τρία (3) επιμορφωτικά σεμινάρια (Αξιολόγηση Επενδύσεων 1, Αξιολόγηση Επενδύσεων 2 και "ο Αναπτυξιακός Νόμος 1262/1982 και Αρμοδιότητες της ΑΤΕ") και έχει αύξοντα αριθμό στην επετηρίδα 76.
Γνωρίζει μετρίως την Αγγλική και Γαλλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες) με άριστα το δέκα (10) με πέντε (5). Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1984-1991 χαρακτηρίζεται συνεχώς "άριστος" βαθμολογούμενος από 382 έως 388 μονάδες. Στο φύλλο ποιότητάς του για το έτος 1987 βαθμολογήθηκε και από τους δύο βαθμολογητές-κριτές στα πέντε από τα οκτώ κριτήρια με 10, στο ένα με 7 και στα υπόλοιπα δύο με 9 συγκεντρώνοντας έτσι 384 μονάδες.
Στο φύλλο ποιότητάς του για το έτος 1989 βαθμολογήθηκε από το δεύτερο κριτή σε έξι από τα οκτώ κριτήρια με 10 σε ένα με πέντε και σε ένα με 9 και από τον πρώτο κριτή στα πέντε κριτήρια με 10, στα δύο με 9 και στο ένα με 5 συγκεντρώνοντας έτσι μονάδες μ.ό. (382 + 388 διά 2) 385, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα φύλλα ποιότητας του των ετών που προαναφέρονται βαθμολογείται και από τους δύο κριτές στα πέντε κριτήρια με 10, στα δύο με 9 και στο ένα με 5, συγκεντρώνοντας έτσι για καθένα από τα υπόλοιπα έτη 382 μονάδες, ενώ κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά.
Στις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν από το ΔΣ της αναιρεσείουσας στις 28-6-1995 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντών, ο αναιρεσίβλητος είχε όλα τα απαραίτητα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή στον εν λόγω βαθμό του Οικονομικού κλάδου της αναιρεσείουσας, στον οποίο ανήκει, πλην όμως δεν κρίθηκε άξιος για προαγωγή και γι' αυτό παραλείφθηκε.
Στις ίδιες προαγωγικές κρίσεις το ΔΣ της αναιρεσείουσας προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή, από την ίδια χρονολογία και τους μέχρι τότε ομοιοβάθμους του αναιρεσιβλήτου συναδέλφους του, Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, .......,....... και ..... . Από αυτούς 1) Ο Χ1, προϋπηρέτησε στην αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιος από 28-6-1963 μέχρι 31-121963 και από 25-7-1964 μέχρι 7-6-1968.
Με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί στην Αθήνα μεταξύ του ως άνω, ο οποίος είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, και του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ο πρώτος προσλήφθηκε από την τελευταία, μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' αυτήν (στις 10-12-1967) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, στις 7-6-1968 ως υπάλληλος με το βαθμό του Γραφέα Δ'.
Μετατάχθηκε στον Οικονομικό Κλάδο της αναιρεσείουσας από 1-5-1972 με το βαθμό του Βοηθού και πλέον, χρόνο για προαγωγή μέχρι 1-51972 ενός έτους και έξι μηνών. Έκτοτε υπηρέτησε στον κλάδο αυτόν και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-5-1985. Από τη μετάταξή του στον Οικονομικό Κλάδο (1-5-1972) εργάστηκε στις εξής θέσεις:
Από 6-2-1976 μέχρι 29-7-1976 και από 2-3-1977 έως 5-3-1979 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Καταθέσεων και Συναλλαγών του Καταστήματος Μολάων. Από 6-3-1979 έως16-7-1984 ως προϊστάμενος του γραφείου Χορηγήσεων στο ίδιο Κατάστημα. Από 17-7-1984 μέχρι 21-4-1985 ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου στο ίδιο Κατάστημα (Μολάων). Από 22-4-1985 μέχρι 18-8-1994 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Αιγαίου.
Από 19-8-1984 μέχρι 27-6-1985 ως Διευθυντής του Καταστήματος
Σπάρτης και, μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες προαγωγές, από 28-6-1995 στην ίδια θέση μέχρι σήμερα. Έχει παρακολουθήσει τρία (3) επιμορφωτικά σεμινάρια ("Grip1", "Εισαγωγές Εξαγωγές 11", και "Διαγνωστική Επιχ-Ειδικά Θέματα"). Γνωρίζει στοιχειωδώς την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), στα προσαγόμενα φύλλα ποιότητας του με τους βαθμούς 1, 2 και 3 αντίστοιχα.
Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988, 1991 και 1993 χαρακτηρίζεται σε όλα ως "λίαν επαρκής" συγκεντρώσας από 358 έως 366,5 μονάδες. Πιο συγκεκριμένα στο φύλλο ποιότητάς του για το έτος 1988 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τρία από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε τρία με 9, σε ένα με 2 και σε ένα με 8, συγκεντρώσας 362 μονάδες.
Στο φύλλο ποιότητας για το έτος 1991, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές στα τέσσερα κριτήρια με 9, σε ένα με 10, σε ένα με 3 και σε ένα με 8, συγκεντρώσας 358 μονάδες και στο φύλλο ποιότητάς του για το έτος 1993 βαθμολογήθηκε από τον ένα (πρώτο) κριτή σε τέσσερα κριτήρια με 10, σε τρία κριτήρια με 9 και σε ένα κριτήριο με 1 και σύνολο μονάδων 372, και από τον άλλο κριτή (δεύτερο) σε ένα κριτήριο με 1, σε ένα με 8, σε τρία κριτήρια με 10 και στα υπόλοιπα τρία με 9 και σύνολο μονάδων 361, συγκεντρώσας έτσι για το χρόνο αυτό μ.ό.
μονάδων 366,5. Κατά το κρίσιμο διάστημα, όπως προκύπτει από το φύλλο ποιότητάς του για το έτος 1993, τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου τουΧ1 προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο), ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο), ως προς την Ε.Υ.Α.
κατά επτά (7) μήνες (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 1-5-1985 ο συγκρινόμενος), ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων κατά ένα χρόνο και επτά μήνες (28-6-1974 ο αναιρεσίβλητος, 6-2-1976 ο συγκρινόμενες) και ως προς τη βαθμολογία. Είναι ισάξιοι ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει.
Υστερεί δε του συγκρινόμενου ο αναιρεσίβλητος ως προς τη Γ.Υ.Α. κατά δύο περίπου χρόνια (ένα έτος και 11 μήνες). Η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου όμως σε όλα τα υπόλοιπα προσόντα, αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή του συγκρινόμενου στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (η οποία, κατά τις προαγωγικές κατ' απόλυτη εκλογή κρίσεις και μάλιστα στους ανώτατους βαθμούς δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο), είναι κατάδηλη και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική, 2) Ο Πάνοu Παύλος, προϋπηρέτησε στην αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιος από 228-1963 μέχρι 31-7-1968.
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί στην Αθήνα μεταξύ του ως άνω, ο οποίος είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ο πρώτος προσλήφθηκε από την τελευταία, μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' αυτήν (στις 10-12-1967) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, την 1-8-1968 ως υπάλληλος με το βαθμό του Γραφέα Δ΄.
Μετατάχθηκε στον Οικονομικό Κλάδο της αναιρεσείουσας από 1-5-1972 με το βαθμό του Βοηθού. Έκτοτε υπηρέτησε στον κλάδο αυτόν και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-5-1987. Στις 14-9-1999 προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Υποδιευθυντής στο κατάστημα Αθηνών της αναιρεσείουσας.
Όμως η ως άνω προαγωγή ακυρώθηκε και αυτός στις 22-4-1994 επανήλθε αυτοδίκαια στη θέση και το βαθμό που κατείχε προ της ακυρωθείσας προαγωγής του. Από τη μετάταξή του στον Οικονομικό Κλάδο (1-5-1972) εργάστηκε στις εξής θέσεις: Από 8-9-1977 μέχρι 31-3-78 και από 6-6-78 μέχρι 21-10-79 ως προϊστάμενος του Γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων του Καταστήματος Ξυλοκάστρου.
Από 2-5-1980 μέχρι 8-11-82 ως Προϊστάμενος της Θυρίδας Παλαιού Φαλήρου. Από 9-11-1982 μέχρι 19-9-1983 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Κίνησης Κεφαλαίων του Καταστήματος Αθηνών. Από 20-9-1983 μέχρι 21-11-1983 ως Προϊστάμενος της Θυρίδας Καλλιθέας. Από 2211-1983 μέχρι 25-8-1991 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Κίνησης Κεφαλαίου του Καταστήματος Αθηνών.
Από 26-81991 μέχρι 13-7-1993 ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου του ίδιου Καταστήματος. Από 14-7-1993 μέχρι 27-6-1995 ως Υποδιευθυντής στο Κατάστημα Αθηνών, στο οποίο εξακολούθησε να υπηρετεί και μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες κρίσεις. Δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Γνωρίζει στοιχειωδώς την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), στα προσαγόμενα φύλλα ποιότητας του με τους βαθμούς 1, 3, 4 και 5.
Κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988-1992 χαρακτηρίζεται ως "άριστος" συγκεντρώσας από 375 έως 389 μονάδες. Πιο συγκεκριμένα στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1992 και 1991 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε έξι από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε ένα με 4 και σε ένα με 9 συγκεντρώνοντας στο καθένα από τα έτη αυτά 388 μονάδες.
Για το έτος 1990 βαθμολογήθηκε δύο φορές και την πρώτη απ' αυτές βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τέσσερα κριτήρια με 10, σε τρία με 9 και σε ένα με 3 και συγκέντρωσε 375 μονάδες, ενώ τη δεύτερη βαθμολογήθηκε από έναν κριτή, ο οποίος τον βαθμολόγησε σε έξι από τα οκτώ κριτήρια με 10, στο ένα με 9 και στο τελευταίο με 5 και συγκέντρωσε 389 μονάδες.
Για το έτος 1989 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε έξι κριτήρια με 10, σε ένα με 9 και σε ένα με 5, και συγκέντρωσε 389 μονάδες. Τέλος για το έτος 1988 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε έξι κριτήρια με 10, σε ένα με 9 και σε ένα με 1, και συγκέντρωσε 385 μονάδες. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου του Χ2, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο), ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο), ως προς την Ε.Υ.Α κατά δύο έτη και έξι μήνες (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 1-5-1987 ο συγκρινόμενος), ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων κατά τρία έτη και δύο μήνες (28-6-1974 ο αναιρεσίβλητος, 8-9-1977 ο συγκρινόμενος).
Ως προς τη βαθμολογία είναι ισάξιοι. Υστερεί δε του συγκρινόμενου οαναιρεσίβλητος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει, ως προς την Γ.Υ.Α. κατά δύο χρόνια και δύο μήνες. Η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου όμως σε όλα τα υπόλοιπα προσόντα, αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή του συγκρινομένου στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (η οποία, όπως και η παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων κατά τις προαγωγικές κατ' απόλυτη εκλογή κρίσεις και μάλιστα στους ανώτατους βαθμούς δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο), είναι κατάδηλη και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική, 3) Ο Χ3, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί στην Αθήνα μεταξύ του, ο οποίος είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, προσλήφθηκε από την τελευταία, μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' αυτήν (στις 22 και 23-7-1972) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, στις 12-10-1972 ως υπάλληλος με το βαθμό του Υπολογιστή.
Έκτοτε υπηρέτησε στην αναιρεσείουσα και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 31-7-1985 και εντάχθηκε στον Οικονομικό Κλάδο με τον ίδιο βαθμό και αρχαιότητα (Τμημ. ΟΙΚ.) από 31-7-1985. Κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις (28-6-1995) προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο Κατάστημα Πολυγύρου Χαλκιδικής της αναιρεσείουσας.
Από την πρόσληψή του εργάστηκε στις εξής θέσεις: Από 24-6-1974 μέχρι 28-7-94 ως προϊστάμενος του Γραφείου Υπηρεσίας Συν/σμών του Καταστήματος Ν. Μουδανιών. Από 29-7-1994 μέχρι 25-1-95 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Πολύγυρου. Από 26-1-95 μέχρι 27-6-1995 στο ίδιο Κατάστημα ως Διευθυντής, στο οποίο εξακολούθησε να υπηρετεί και μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες κρίσεις.
Κατά το επίδικο διάστημα είχε παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια ("Αξιολόγηση Επενδύσεων Επ. 1", "ο Αναπτυξιακός Νόμος 1262/82 και αρμοδιότητες της ΑΤΕ", "Αξιολόγηση Επενδύσεων Επ. 2" και "Εκπαίδευση Εποπτών Συν/σμών στην Πληροφορική και στα Χρηματοοικονομικά των Επιχειρήσεων"). Γνωρίζει μετρίως την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), στα προσαγόμενα φύλλα ποιότητάς του συνεχώς με τον βαθμό 5.
Κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988-1993 χαρακτηρίζεται ως "άριστος" συγκεντρώσας από 378 έως 395 μονάδες. Πιο συγκεκριμένα σε όλα τα φύλλα ποιότητάς του πλην του έτους 1992, στο οποίο βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τέσσερα από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε τρία με 9 και σε ένα με 5, συγκεντρώνοντας για το έτος αυτό 378 μονάδες, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε επτά κριτήρια με 10 και σε ένα με 5, συγκεντρώνοντας για κάθε ένα από τα έτη αυτά (πλην του 1992) 395 μονάδες.
Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου του Χ3, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς την Γ.Υ.Α. κατά δύο έτη και τρεις μήνες, ως προς την Ε.Υ.Α. κατά δέκα μήνες (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 31-7-1985 ο συγκρινόμενος).
Ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο), ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο) και ως προς τη βαθμολογία είναι ισάξιοι. Υστερεί δε έναντι του συγκρινόμενου ο αναιρεσίβλητος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει.
Στην περίπτωση αυτήν, κατά την οποία, όπως από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα του συγκρινόμενου συναδέλφου του προέκυψε, σχεδόν ταυτίζονται τα ουσιαστικά προσόντα των συγκρινόμενων, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το προσόν της αρχαιότητας, κατά το οποίο προσόν η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του συγκρινομένου κατά 2 έτη και 3 μήνες, σε συνδυασμό με την υπεροχή του και στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό (ΕΥΑ) κατά 10 μήνες, είναι κατάδηλη και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική, 4) Ο Χ4, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί στην Αθήνα μεταξύ του, ο οποίος είναι πτυχιούχος της ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/νίκης, και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, προσλήφθηκε από την τελευταία, μετά την "επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' αυτήν (στις 15 και 16-7-1972) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της στις 14-10-1972 ως υπάλληλος με το βαθμό του Υπολογιστή.
Έκτοτε υπηρέτησε στην αναιρεσείουσα και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 31-7-1985. Κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις (28-6-1995) προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο Κατάστημα Κατερίνης της αναιρεσείουσας. Από την πρόσληψή του εργάστηκε στις εξής θέσεις:
Από 1-1-1975 μέχρι 16-91979 ως προϊστάμενος του Γραφείου Μ.Μ. Δανείων και Δικαστικού του Καταστήματος Αξιούπολης. Από 17-9-1979 μέχρι 13-5-1985 ως προϊστάμενος της Θυρ. Ν. Χαλκηδόνας. Από 14-5-1985 μέχρι 8-1-1989 στο ίδιο Κατάστημα ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου. Από 9-1-1989 μέχρι 27-7-1994 στο Κατάστημα Γιαννιτσών ως Υποδιευθυντής. Από 28-7-1994 μέχρι 14-5-1995 ως Διευθυντής του ίδιου Καταστήματος.
Από 16-5-1995 ως Δ/ντής του Καταστήματος Κατερίνης, στο οποίο εξακολούθησε να υπηρετεί και μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες κρίσεις. Κατά το επίδικο διάστημα είχε παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια ("Management Νο 1", "Αξιολόγηση Επενδύσεων Επ. 2", "Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς", "Εισαγωγές-Εξαγωγές Επ. 3" και "Εισαγωγές-Εξαγωγές 11").
Γνωρίζει καλώς την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), στα προσαγόμενα φύλλα ποιότητάς του συνεχώς με τον βαθμό 7. Κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988, 1990 και 1994, χαρακτηρίζεται ως "άριστος" συγκεντρώσας από 378 έως 379 μονάδες.
Πιο συγκεκριμένα στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988 και 1994 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τέσσερα από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε τρία με 9 και σε ένα με 7, συγκεντρώνοντας για το καθένα από τα έτη αυτά 379 μονάδες. Για το έτος 1990, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τέσσερα κριτήρια με 10, σε τρία με 9 και σε ένα με 7, συγκεντρώνοντας για έτος αυτό 378 μονάδες (λόγω του διαφορετικού συντελεστή μοριοδότησης κάθε κριτηρίου).
Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου του Χ4, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς την Γ.Υ.Α. κατά δύο έτη και τρεις μήνες, ως προς την Ε.Υ.Α. κατά ένα χρόνο (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 16-10-1985 ο συγκρινόμενος), ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων κατά πέντε μήνες (286-1974 ο αναιρεσίβλητος, 1-1-1975 ο συγκρινόμενος).
Ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο), ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο) και ως προς τη βαθμολογία είναι ισάξιοι. Υστερεί δε του συγκρlνομένου ο αναιρεσίβλητος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει (5 ο συγκρινόμενος, 3 ο αναιρεσίβλητος).
Από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα του συγκρινόμενου συναδέλφου του προκύπτει ότι η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του συγκρινόμενου συναδέλφου του στα πιο πάνω αναλυτικά εκτιθέμενα προσόντα, είναι καταφανής και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική. 5) Ο Χ5, πτυχιούχος Παντείου, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' την τελευταία (στις 8 και 9-7-1972) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, στις 17-10-1972 ως υπάλληλος με το βαθμό του Δόκιμου (ΟΙΚ.).
Έκτοτε υπηρέτησε στην αναιρεσείουσα και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 17-6-1985. Κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις (28-6-1995) προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο Κατάστημα Πατρών, στο οποίο υπηρετούσε από 6-2-94, πριν την επίδικη προαγωγή του.
Από την πρόσληψή του εργάστηκε στις εξής θέσεις: Από 23-3-81 μέχρι 31-10-82 ως προϊστάμενος του Γραφείου Βραχ. Χορηγήσεων του Καταστήματος Πατρών. Από 1-11-82 μέχρι 28-2-85 ως προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικού και Ρευστοποίησης στο Κατάστημα Πατρών. Από 1-3-85 μέχρι 15-11-90 στο ίδιο Κατάστημα ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου.
Από 16-11-90 μέχρι 18-8-94 στο Κατάστημα Αιγίου ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου. Από 19-8-94 μέχρι 4-12-95 ως Υποδιευθυντής του ίδιου Καταστήματος. Από 6-12-94 υπηρετεί ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Πατρών, στο οποίο εξακολούθησε να υπηρετεί και μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες κρίσεις.
Κατά το επίδικο διάστημα είχε παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια ("Τεχνική και Διαδικασίες Διεκπεραίωσης Εργασιών Εισαγωγών Εξαγωγών", "Management Νο 1", "Εκπαίδευση Υπεύθυνων Επικοινωνιακών Κόμβων" και "GRIO"), Γνωρίζει στοιχειωδώς την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), σε όλα τα φύλλα ποιότητάς του με τον βαθμό 3, πλην του έτους 1990 στο οποίο βαθμολογείται στο κριτήριο αυτό, με το βαθμό 5.
Κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1988-1993, χαρακτηρίζεται ως "άριστος" στα τρία απ' αυτά (1989, 1991 και 1992) και στα υπόλοιπα τρία (1988, 1990 και 1993) ως "Λίαν επαρκής", συγκεντρώσας από 363 έως 393 μονάδες. Πιο συγκεκριμένα στα φύλλα ποιότητός του των ετών 1991 και 1992, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε έξι από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε ένα με 9 και σε ένα με 3, συγκεντρώνοντας για το καθένα από τα έτη 387 μονάδες.
Για το έτος 1989 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε επτά κριτήρια με 10 και σε ένα με 3, συγκεντρώνοντας για1cέτος αυτό 393 μονάδες. Για το έτος !993, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε δύο κριτήρια με 10, σε πέντε κριτήρια με 9 και σε ένα κριτήριο με 3, συγκεντρώνοντας για έτος αυτό 363 μονάδες. Για το έτος 1990 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε δύο κριτήρια με 10, σε πέντε κριτήρια με 9 και σε ένα κριτήριο με 5, συγκεντρώνοντας έτσι για το έτος αυτό 367 μονάδες.
Τέλος, για το έτος 1988 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε δύο κριτήρια με 10, σε πέντε κριτήρια με 9 και σε ένα κριτήριο με 3, συγκεντρώνοντας έτσι για το έτος αυτό 365 μονάδες (λόγω της διαφορετικής μοριοδότησης του κάθε κριτηρίου). Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου του Χ5, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς την Γ.Υ.Α.
κατά δύο έτη και 10 ημέρες, ως προς την Ε.Υ.Α. κατά δύο έτη και έξι μήνες (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 1-5-1987 ο συγκρινόμενος), ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων κατά τρία έτη και τρεις μήνες (28-6-1974 ο αναιρεσίβλητος, 5-10-1978 ο συγκρινόμενος) και ως προς τη βαθμολογία. Ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο) και ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο) είναι ισάξιοι.
Υστερεί δε του συγκρινομένου ο αναιρεσίβλητος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει (4 ο συγκρινόμενος, 3 ο αναιρεσίβλητος). Από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα του συγκρινόμενου συναδέλφου του προκύπτει ότι η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του συγκρινόμενου συναδέλφου του στα πιο πάνω αναλυτικά εκτιθέμενα προσόντα, είναι καταφανής και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική. 6) Ο Γεώργιος Παπαδόποuλος, πτυχιούχος Παντείου, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά την επιτυχία του σε προκηρυχθέντα απ' την τελευταία (στις 16-12-1973) εξωτερικό διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλων της, στις 187-1974 ως υπάλληλος με το βαθμό του Υπολογιστή (OIK.).
Έκτοτε υπηρέτησε στην αναιρεσείουσα και ανήλθε διαδοχικά την ιεραρχία, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 15-1987. Κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις (28-6-1995) προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο Κατάστημα Ναυπλίου, στο οποίο υπηρετούσε από 10-8-1994, πριν την επίδικη προαγωγή του.
Από την πρόσληψή του εργάστηκε στις εξής θέσεις Από 5-10-78 μέχρι 11-1-1980 ως προϊστάμενος του Γραφείου Συναλλαγών-Καταθέσεων του Καταστήματος Αξιούπολης. Από 14-3-1980 μέχρι 30-9-1980 ως προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικού και ρευστοποίησης στο Κατάστημα Ναυπλίου. Από 1-10-1980 μέχρι 15-5-1981 στο ίδιο Κατάστημα ως Προϊστάμενος του Γραφείου Συναλλαγών-Καταθέσεων.
Από 16-5-1981 μέχρι 304-1983 στο ίδιο κατάστημα ως Προϊστάμενος του Γραφείου Χορηγήσεων. Από 1-5-1983 μέχρι 29-11-1984 στο ίδιο κατάστημα ως Προϊστάμενος του Γραφείου Γεωργικών Εφοδίων. Από 30-11-1984 μέχρι 10-8-1988 στο ίδιο κατάστημα ως προϊστάμενος Λογιστηρίου. Από 11-81988 μέχρι 9-8-1994 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Ναυπλίου.
Από 10-8-1994 μέχρι 27-61995 ως Διευθυντής του παραπάνω καταστήματος, στο οποίο εξακολούθησε και μετά την προαγωγή του κατά τις επίδικες κρίσεις, στο βαθμό του Υποδιευθυντή, να υπηρετεί ως Διευθυντής. Κατά το επίδικο διάστημα είχε παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια ("Τεχνική και Διαδικασίες Διεκπεραίωσης Εργασιών Εισαγωγών Εξαγωγών", "ο Αναπτυξιακός Νόμος 1262/82 καιαρμοδιότητες της ΑΤΕ", "Εισαγωγές-Εξαγωγές, και λοιπά θέματα Διεθνών Συναλλαγών", "Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς" και "Εισαγωγές-Εξαγωγές
ΙΙ"). Γνωρίζει στοιχειωδώς την Αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στο προσόν αυτό που αποτελεί και κριτήριο αξιολόγησης (ξένες γλώσσες), σε όλα τα προσαγόμενα φύλλα ποιότητάς του με τον βαθμό 3. Κατά το κρινόμενο διάστημα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1990 και 1993, χαρακτηρίζεται ως "λίαν επαρκής", συγκεντρώσας 363 και 368 μονάδες αντίστοιχα.
Πιο συγκεκριμένα στο φύλλο ποιότητάς του του έτους 1990 βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε δύο από τα οκτώ κριτήρια με 10, σε πέντε κριτήρια με 9 και σε ένα με 3. Για το έτος 1993, βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές σε τρία κριτήρια με 10 και σε τέσσερα με 9 και σε ένα με 3. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του προαχθέντος συναδέλφου του ..... , προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του ως προς την Γ.Υ.Α.
κατά τρία έτη και 9 μήνες (5-10-1970 ο αναιρεσίβλητος, 18-7-1974 ο συγκρινόμενος), ως προς την Ε.Υ.Α. κατά δύο έτη και έξι μήνες (5-10-1984 ο αναιρεσίβλητος, 1-5-1987 ο συγκρινόμενος), ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων κατά τρία έτη και τρεις μήνες (28-6-1974 ο αναιρεσίβλητος, 5-10-1978 ο συγκρινόμενος) και ως προς τη βαθμολογία.
Ως προς τους τίτλους σπουδών (γενική κατάρτιση και μόρφωση, α' κριτήριο) και ως προς το βαθμό γνώσεων ξένης γλώσσας (στ' κριτήριο) είναι ισάξιοι. Υστερεί δε του συγκινομένου ο αναιρεσίβλητος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχουν παρακολουθήσει (5 ο συγκρινόμενος, 3 ο αναιρεσίβλητος). Από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα του συγκρινόμενου συναδέλφου του προκύπτει ότι η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του συγκρινόμενου συναδέλφου του στα πιο πάνω αναλυτικά εκτιθέμενα προσόντα, είναι καταφανής και καθιστά την παράλειψη προαγωγής του καταχρηστική.
Δέχτηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των ως άνω έξι (6) από τους οκτώ (8) συναδέλφους του και εφόσον πρωτοδίκως με τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας οι προς σύγκριση ομοιόβαθμοι του αναιρεσιβλήτου συνάδελφοί του, που παραλείφθηκαν κατά τις επίδικες προαγωγές, και προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα προς σύγκριση με την ως άνω ένστασή της, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως και την οποία η τελευταία επανέφερε στην ενώπιόν του συζήτηση, είναι πέντε (5), παρέλκει η εξέταση της εν λόγω ενστάσεως.
Και τούτο διότι, ακόμα και αν υπερέχουν οι εν λόγω στην ένσταση αναφερόμενοι έναντι του αναιρεσιβλήτου, αυτός, ως καταφανώς υπερτερών, έναντι των πιο πάνω έξι από τους προαχθέντες συναδέλφους του, θα έπρεπε να προαχθεί κατά τις επίδικες προαγωγές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς :
α) Δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας και του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφασή του τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των ανωτέρω προαχθέντων έξι ομοιόβαθμων συναδέλφων του πράγματι προκύπτει, για τους παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, καταφανής γενική υπεροχή του αναιρεσείοντος, κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, έναντι όλων των εν λόγω συναδέλφων του ώστε η παράλειψη προαγωγής του στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή να έχει γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου από την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, παρά το ότι αυτός υπερτερούσε καταφανώς έναντι των αναφερομένων έξι συναδέλφων του που προήχθησαν, έχει γίνει, για τους παραπάνω στην απόφαση αυτήν ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι πλήρεις και σαφείς.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α΄. Ενόψει αυτών ο περί του αντιθέτου δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.- 2.- Πράματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως και συνεπώς η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου ή απαραδέκτως προταθέντος λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που μπορούσε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 674 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την αντέφεση, η οποία στη διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκείται και με τις προτάσεις, μπορούν να προσβληθούν μόνο τα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκαν με την έφεση ή τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων, και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι υπερείχε καταφανώς έναντι των αναφερομένων σ' αυτήν οκτώ συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 28-6-1995, και στις 20-11-1996, ζήτησε δε ακολούθως να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε και αυτός να είχε προαχθεί από τις 28-6-1995, στον παραπάνω βαθμό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3155/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι ενός από τους προταθέντες από αυτόν συναδέλφους του (του Χ1) και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από τις 28-6-1995.
Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, προέβαλε τον ισχυρισμό (διακωλυτική ένσταση), ότι ακόμη και αν ο αναιρεσίβλητος υπερείχε των προταθέντων συναδέλφων του, δεν είχε αυτός έννομο συμφέρον να αξιώσει την προαγωγή του, διότι κατά το χρόνο που έγιναν οι παραπάνω προαγωγές, παραλείφθηκαν να προαχθούν πέντε κατονομαζόμενοι συνάδελφοί του που υπερείχαν του αναιρεσιβλήτου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την παραπάνω απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη τη διακωλυτική αυτή ένσταση, κρίνοντας ότι αυτή αντιβαίνει στην καλή πίστη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, τόσο για την παραδοχή της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσίβλητου έναντι τουΧ1 όσο και για την απόρριψη της διακωλυτικής της ενστάσεως.
Ο αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προέβαλε, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του, παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για την απόρριψη των κεφαλαίων της αγωγής του, που αναφέρονταν στην καταφανή υπεροχή του έναντι και των υπολοίπων επτά προαχθέντων συναδέλφων του, ισχυριζόμενος ότι υπερείχε καταφανώς όχι μόνο έναντι τουΧ1 αλλά και έναντι των λοιπών.
Ο ως άνω ισχυρισμός, συνδυαζόμενος και με το αίτημα των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου για παραδοχή της αγωγής του ως προς όλα τα αιτήματα, συνιστούσε λόγο αντεφέσεως που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αυτή δεν δέχτηκε καταφανή υπεροχή του έναντι των λοιπών, πλην του πρώτου, προτεινομένων προς σύγκριση υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, ταυτόχρονα δε ο ίδιος λόγος αντεφέσεως έπληττε και τη νομική βασιμότητα της διακωλυτικής ενστάσεως, αφού με την κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι οκτώ προαχθέντων συναδέλφων του, η έρευνα της διακωλυτικής ενστάσεως, με την οποία η αναιρεσείουσα πρότεινε προς σύγκριση πέντε άλλους υπαλλήλους της που δεν προήχθησαν, ήταν αλυσιτελής.
Επομένως το Εφετείο που ερεύνησε την αγωγή και ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν την προαγωγή έξι συναδέλφων του, στη συνέχεια δε έκρινε ότι αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι όλων και ως εκ τούτου, ότι παρέλκει η έρευνα της διακωλυτικής αυτής ενστάσεως, δεν έλαβε υπόψη λόγο της εφέσεως ή αντεφέσεως που δεν προτάθηκε, ούτε παραβίασε το δεδικασμένο της εκκαλούμενης αποφάσεως για κεφάλαια αυτής που δεν είχαν προσβληθεί ή δεν είχαν προσβληθεί παραδεκτώς με την έφεση και την αντέφεση.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος και ως προς τα δύο μέρη του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 16 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3.- Επειδή ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεώς του, νοούνται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 469/1984, 1044/1992). "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε νομίμως. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".
Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και η αγωγή, κάθε βάση αγωγής, κυρία ή επικουρική, καθώς και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί, κατά τα πιο πάνω, τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (βλ. σχ. ΑΠ 888/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις από τους αριθμούς 9 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες. Και αυτό γιατί, παραλείποντας να εξετάσει την ως άνω διακωλυτική καταχρηστική ένσταση, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλει κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση και την οποία είχε επαναφέρει στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, δηλαδή την ένσταση με την οποία προτεινόταν ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του αναιρεσιβλήτου συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι κατανομαζόμενοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του αναιρεσιβλήτου και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, αφενός "άφησε αίτηση αδίκαστη" και αφετέρου "δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, δηλαδή κατ΄ αμφότερα τα ως άνω μέρη του : Και δη : 1) Κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω (τρίτο) λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως νομικά αβάσιμης της προαναφερόμενης ενστάσεώς της, υπέεπσε στην από τον αριθμό 9 περ.
γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος εφέσεως δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως. Και 2) κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ.
β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του αμέσως πιο πάνω (τρίτου) λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη το λόγο αυτόν εφέσεως, πλην όμως τελικά δέχτηκε με την απόφασή του αυτήν (και ορθά) ότι, επειδή ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των καθοριζόμενων έξι πρώτων από τους οκτώ ομοιόβαθμους συναδέλφους του που προτάθηκαν από αυτόν προς σύγκριση και οι οποίοι προήχθησαν κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, παρείλκε η περαιτέρω εξέταση του προαναφερόμενου λόγου της εφέσεως της τελευταίας και, συναφώς, η εξέταση της ως άνω ενστάσεως αυτής την οποία αφορούσε ο λόγος αυτός εφέσεως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 3331/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ