Legislator Case Law & Legislation
1706/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against land ownership decision due to conflicting factual findings on soil morphology and cultivation suitability.

Case Number 1706/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against a lower court ruling on land ownership in Crete. The State argued that the lower court's findings on soil morphology and cultivation suitability were contradictory, making the application of the law on land use impossible. Consequently, the court found the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must allow an appeal when the lower court's reasoning contains contradictory factual findings regarding the physical characteristics of the land, rendering the application of the law on land use impossible.

Keywords

AI generated
land ownership dispute contradictory factual findings land use law application soil morphology assessment retrial by different judge Code of Civil Procedure State appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 2 paragraph 3 of Law 147/2014
Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1706 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1706/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, - Εισηγήτρια, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου:Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεργανελάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 52/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με το Νόμο ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.

της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 555/2016).Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση,σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι τα κτήματα της επικρατείας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, και περί των οποίων ρητώς ορίζεται με το άρθρο 302 του ιδίου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.

Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα, που αναφέρονται στο του άρθρο 199 ΚρητΑΚ, και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 ΚρητΑΚ όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητικού ΑΚ Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).

Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856), ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παρόμοια, ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση (ΑΠ 1202/2012). Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.

Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, n οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ΑΠ555/2016).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, " ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 αυτού "καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.

Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.

Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν.

ΔΞΗ71912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23.7.1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν μέχρι τις 11.5.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ νομής πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό μέχρι 5 ετών το πολύ νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητ ΑΚ (ΑΠ 572/2001).

Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις;με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (ΑΠ 984/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού (ΑΠ 485/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή του αναιρεσιβλήτου και τη διόρθωση της εγγραφής τους στα Κτηματολογικά βιβλία: "Οι διάδικοι επικαλούνται δικαίωμα κυριότητας α) σε ακίνητο με εμβαδόν 1.209 τετραγωνικών μέτρων και με στοιχεία ΚΑΕΚ ...409029, το οποίο συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με ακίνητο με στοιχεία ΚΑΕΚ ...409005, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ., νοτιοδυτικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ...409006 ιδιοκτησίας Θ.

Κ. και με ακίνητο με ΚΑΕΚ 5007403409007 ιδιοκτησίας Λ. και ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...09004 ιδιοκτησίας Σ. Π. και β)σε δεύτερο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...409030 και με έκταση 884 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει βόρεια ακίνητο με ΚΑΕΚ 50743409002, νότια και νοτιοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ., ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...409001 ιδιοκτησίας Ε.

Κ. και δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...409004 ιδιοκτησίας Σ. Π.. Τα δύο (2) αυτά ακίνητα βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... της δημοτικής ενότητας .... Οι εκτάσεις είναι ακαλλιέργητες και έως και το έτος 2014 καλύπτονταν από θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστά από 10% έως 40%, από χορτολιβαδική βλάστηση σε ποσοστά από 30% έως και 60% και από άγριες αυτοφυείς χαρουπιές από ποσοστό 3% έως 5%.

Τα ίδια ακίνητα ήταν χέρσα και άγονα σε ποσοστό από 27% έως 37% της συνολικής τους έκτασης (βλ. και την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 219/15-1-2015 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας, την οποία συνέταξε ο Δ. Σ., Δ. που υπηρετεί στη Διεύθυνση Δασών Χανίων). Τα ακίνητα δεν είχαν μεταβάλει ποτέ τη φύση και τη μορφή τους και συνεπώς ήταν ανέκαθεν δασικές εκτάσεις (άρθρο 3 παρ. 1 Ν.•998/1979, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα).

Το ξηρό τους όμως και πετρώδες έδαφος, όπως και η παραθαλάσσια θέση τους, ευνοούσαν πάντοτε την ανάπτυξη παραγωγικών αμπελώνων και ελαιώνων στην περιοχή. Ο Ε. Ν. του Η., κάτοικος, όσο ζούσε Χανίων, αγρότης και κτηνοτρόφος στην περιοχή, είχε εγκατασταθεί στα γειτονικά αυτά ακίνητα τουλάχιστον από τις 23-7-1889 και με στέρεη διάνοια κυρίου καλλιεργούσε σε αυτά αμπέλια και ελαιώνες, συνέλεγε τους καρπούς τους και, τέλος, συντηρούσε, επέβλεπε και προφύλασσε την περιουσία του έως και τις 2-10-1902.

Ο αξιόπιστος μάρτυρας απόδειξης, Ι. Κ. του Σ., 68 ετών και με σαφή αντίληψη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην περιοχή, επιβεβαιώνει το γεγονός ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή αναφέρει ότι "(...) [η] γιαγιά μου, το γένος Π., μου έλεγε ότι εκεί ήταν αμπέλια των Ν. (....)". Ο νομέας αυτός των ακινήτων μεταβίβασε τη φυσική του εξουσία σε αυτά στην Κ.

Π., χήρα Β. Π. (βλ. Και το υπ'αριθμ….5/25-9-1902 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε Συμβολαιογράφου Χανίων Ι.Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 2-10-1902). Η νέα νομέας των ακινήτων με πλήρη πίστη ότι με τον τίτλο που προαναφέρθηκε είχε αποκτήσει την κυριότητα των ακινήτων εξακολούθησε να τα νέμεται έως και τις 11-5-1915 - τόσο προσωπικά, όσο και μέσω τρίτων - με όμοιες εμφανείς διακατοχικές πράξεις και διάνοια κυρίας.

Η πεποίθησή της εξάλλου ότι επρόκειτο για ιδιοκτησίες της ήταν δικαιολογημένα πλήρης και ειλικρινής, επειδή διέθετε και τίτλο, στον οποίο μάλιστα εμπίπτουν πλήρως και τα δύο ακίνητα (βλ. και την από 4-10-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Β. Λ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Χανίων). Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η Κ.

Π., χήρα Β. Π., μεταβίβασε νομότυπα το δικαίωμα κυριότητάς της στα ακίνητα και παρέδωσε τη νομή της σε αυτά στην Γ. Λ. του Γ., σύζυγο Γ. Π., κάτοικο, όσο ζούσε ... (βλ. το υπ' αριθμό .../4-11- 1956 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου ... Θ. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα). Η Γ. Λ. του Γεωργίου,•σύζυγος Γεωργίου Π., μεταβίβασε στη συνέχεια ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων στον ενάγοντα και 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Γ.

Γ. του Σ. με το υπ' αριθμό 1/2-9-2004 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων, το οποίο συνέταξε η Συμβολαιογράφος ... Η.Π.Α. Φ. Κ.. Ο Γ. Γ. του Σ., τέλος, μεταβίβασε νομότυπα το αδιαίρετο δικαίωμά του στα ακίνητα και παρέδωσε τη συννομή του σε αυτά στον ενάγοντα (βλ. το υπ' αριθμό ...9-2006 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων, το οποίο συνέταξε η Συμβολαιογράφος ...

Η.Π.Α. Φ. Κ.). Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ενάγων έχει πλήρες δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα, τα οποία είναι βέβαια δασικές εκτάσεις, αλλά δεν είχαν παραμείνει στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου και συνεπώς δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, επειδή η απώτερη δικαιοπάροχος του, Κ.

Π., χήρα Β. Π., είχε νεμηθεί τα ακίνητα με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη από τις 2-10-1902 και εφεξής διαρκώς και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δέκα (10) έτη, το οποίο είχε συμπληρωθεί πριν τις 11-5-1915. Για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση από τα άρθρα 2 παρ. 3 Ν. 147/1914 "[π]ερί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις νομοθεσίας και της δασικής αυτών οργανώσεων", 51 ΕισΝΑΚ, 293 και 295, 298, 299 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926 "[π]ερί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.", Ν.

ΔΞΗ/1912, 240, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, την οποία προβάλλει το εναγόμενο για να απαντήσει στην αγωγή. Οι διάδικοι ομολογούν επίσης ότι τα ακίνητα έχουν καταχωριστεί κατά τις αρχικές εγγραφές στα οικεία Βιβλία του Κτηματολογίου Χανίων ως ακίνητα ιδιοκτησίας του εναγομένου, μολονότι, όπως αποδεικνύεται, έπρεπε να είχαν καταχωρισθεί ως ακίνητα του ενάγοντος με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στα επίδικα ακίνητα και της κατάλυσης από την απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου του δικαιώματος του αναιρεσείοντος σε αυτά, τα οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης (ενόψει του ότι τα δικαιογόνα της ιδιότητας τους περιστατικά κρίνονται από τον χρόνο στον οποίο αφορούν) ήταν ανέκαθεν δασικές εκτάσεις, επιδεκτικές χρησικτησίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς τη συνδρομή ή μη των περί τακτικής χρησικτησίας προϋποθέσεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι "οι (επίδικες) εκτάσεις είναι ακαλλιέργητες και έως το έτος 2014 καλύπτονταν από θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστό 10%-40%, από χορτολιβαδική βλάστηση σε ποσοστό 30%-60% και από άγριες αυτοφυείς χαρουπιές σε ποσοστό 3%-5%", ότι "τα ίδια ακίνητα ήταν χέρσα και άγονα σε ποσοστό 27%-37% της συνολικής τους έκτασης" και ότι "δεν είχαν μεταβάλει ποτέ τη φύση και τη μορφή τους και συνεπώς ήταν ανέκαθεν δασικές εκτάσεις", στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι "το ξηρό τους και πετρώδες έδαφος, όπως και η παραθαλάσσια θέση τους, ευνοούσαν πάντοτε την ανάπτυξη παραγωγικών αμπελώνων και ελαιώνων στην περιοχή", ότι ο "Ε.

Ν.... αγρότης και κτηνοτρόφος στην περιοχή... τουλάχιστον από τις 23/7/1889 και με στέρεη διάνοια κυρίου καλλιεργούσε σε αυτά αμπέλια και ελαιώνες, συνέλεγε τους καρπούς τους...έως τις 2/10/1902...όταν μεταβίβασε τη φυσική εξουσία σε αυτά στην Κ. Π....με συμβόλαιο αγοραπωλησίας...το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα" και ότι "η νέα νομέας των ακινήτων εξακολούθησε να τα νέμεται έως τις 11/5/1915...

με όμοιες εμφανείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας". Επίσης έγινε δεκτό ότι "επομένως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχει πλήρες δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα, τα οποία είναι βέβαια δασικές εκτάσεις, αλλά δεν είχαν παραμείνει στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου και δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο...επειδή η απώτερη δικαιοπάροχος του Κ.

Π....είχε νεμηθεί τα ακίνητα με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη...για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 10 έτη, το οποίο είχε συμπληρωθεί πριν από τις 11/5/1915". Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων, καθόσον δεν προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό των επίδικων δασικών εκτάσεων η άσκηση των πράξεων νομής που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης άσκησε η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, ώστε να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας (ανεξάρτητα από τη συνδρομή των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων) με τακτική χρησικτησία κατά το Κρητικό Αστικό Κώδικα, όταν μάλιστα υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μορφολογία του εδάφους των επίδικων ακινήτων και τη δυνατότητα καλλιέργειας αυτών, στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό των πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων.

Επομένως οι πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την ΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ.12 του ν. 1738/1987)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 52/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ