Legislator Case Law & Legislation
1706/2017 AI generated

1706/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1706/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1706/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Keywords

AI generated
registration of construction lien false statements regarding commercial business role of leader or instigator construction companies unauthorized construction trade secret violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1706 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1706/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Βασιλική Οικονομοπούλου και Θωμά Φωτόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α., 2) Ι. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Μ., 3) Ν. Μ., δικηγόρου, και 4) Κ. Α., δικηγόρου, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, λόγω της ως άνω αναφερόμενης ιδιότητάς τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο K.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2009 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1944/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η αναίρεση ως προς τον Γ. Α., αναίρεσε την ως άνω αναφερόμενη εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 264/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων και αυτοπροσώπως παραστάντες 3ος και 4ος αναιρεσίβλητοι την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω αοριστίας, ασάφειας ή ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη, από 2-5-2006 αγωγή τους, που άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων και τρίτου (μη διαδίκου), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου K., επικαλούμενοι προσβολή της προσωπικότητάς τους διά του τύπου, και ειδικότερα μέσω της εβδομαδιαίας εφημερίδας "... ", διευθυντής και εκδότης της οποίας είναι ο πρώτος και ιδιοκτήτρια η δεύτερη τούτων, ζήτησαν να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν το ποσόν των 100.000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 144/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το μη διάδικο Γ. Α. του Φ. και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους αναιρεσείοντες για το ποσόν των 15.000 ευρώ για καθένα των αναιρεσίβλητων. Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω απόφασης της από 18-12-2007 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων εκδόθηκε η 96/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας που δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες η από 5-1-2010 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1944/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, ότι το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την κρίση του ότι η αγωγή ήταν αβάσιμη, γιατί δεν προέκυπτε έστω και έμμεσα η ταυτότητα των εναγόντων στους οποίους αναφερόταν το επίμαχο δημοσίευμα, παρά το ότι δέχθηκε ότι προηγουμένως είχαν διεξαχθεί πολλές δίκες μεταξύ των δύο πρώτων εναγόντων και της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών, κατασχέσεις ακινήτων και ορισμός του χρόνου πλειστηριασμού προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους και ότι τους δύο αυτούς ενάγοντες εκπροσωπούσαν πάντοτε δικαστικώς και εξωδίκως οι τρίτος και τέταρτος των εναγόντων, που είναι δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου …, χωρίς παράλληλα να δέχεται το Εφετείο την ύπαρξη και άλλων παρόμοιων αντιδικιών με άλλα πρόσωπα.

Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 264/2015 απόφασή του, με την οποία αυτό, μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δέχθηκε τα εξής: "Ναι μεν στο επίμαχο δημοσίευμα δεν γίνεται αναφορά στο όνομα των εναγόντων, πλην όμως ήταν ευρέως γνωστό στη μικρή κοινωνία της πόλης της … ότι με επίσπευση των δύο πρώτων εναγόντων ορίσθηκαν οι πλειστηριασμοί των περιουσιακών στοιχείων της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, επιπλέον είχαν ήδη προηγηθεί οι δημοσιεύσεις των περιλήψεων των σχετικών κατασχετήριων εκθέσεων με ορισμό ως ημερομηνίας διενέργειας των πλειστηριασμών αυτών την 3-5-2006, στις οποίες αναφέρονταν τα ονόματα των δύο πρώτων εναγόντων.

Επίσης ήταν ευρέως γνωστό στους δικαστηριακούς κύκλους ότι οι τρίτος και τέταρτος των εναγόντων ήσαν οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους δύο πρώτους ενάγοντες τόσο στις δίκες που διεξήχθησαν προς απόκτηση των εκτελεστών τίτλων, βάσει των οποίων επισπευδόταν η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της προαναφερόμενης περιουσίας της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, όσο και κατά την τελευταία αυτή διαδικασία, αλλά και εξωδίκως.

Συνεπώς ήταν δυνατή και σε κάθε περίπτωση καθόλου δυσχερής για κάθε τρίτο αναγνώστη η ανεύρεση της ακριβούς ταυτότητας αυτών", με βάση δε τα περιστατικά αυτά απέρριψε στη συνέχεια την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και τους υποχρέωσε να καταβάλουν στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 15.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με το να προβεί, όπως είχε δυνατότητα, σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και να δεχθεί άλλη νομική άποψη, ότι δηλαδή ναι μεν στο επίμαχο δημοσίευμα της εφημερίδας των εναγομένων δεν αναφέρονταν τα ονόματα των εναγόντων, αλλά ήταν δυνατή και σε κάθε περίπτωση καθόλου δυσχερής για κάθε τρίτο αναγνώστη η ανεύρεση της ακριβούς ταυτότητας αυτών, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με την 1944/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προηγούμενη 96/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν επιλύθηκε με αυτή νομικό ζήτημα προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο μόνο ν. 1178/1981, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύεται στην αίτηση, σε ποια από τις ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις εδράζεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και σε τι συνίσταται η πλημμέλεια που της προσάπτεται.

Τέλος, με τον ίδιο λόγο, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για αντιφατικές αιτιολογίες, και ειδικότερα ότι, ενώ δέχθηκε ότι πλην των πλειστηριασμών που επέσπευδαν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι υπήρχε πλήθος παρόμοιων αντιδικιών με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών K., αντιφατικώς προς αυτά έκρινε ότι ο μέσος αναγνώστης του επίδικου δημοσιεύματος δεν ήταν δυσχερές να το συνδυάσει με τα πρόσωπα των εναγόντων, και ότι κατά συνέπεια υπέστησαν αυτοί προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν είχε υπάρξει σε προγενέστερο χρόνο ο πλειστηριασμός και άλλου ακινήτου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών K., από το πλειστηρίασμα του οποίου επιχείρησαν να ικανοποιηθούν αρκετοί εργαζόμενοι, πλην όμως κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του επίμαχου δημοσιεύματος στην εφημερίδα των αναιρεσειόντων οι μόνοι εκκρεμείς πλειστηριασμοί ακινήτων ήσαν αυτοί που επισπεύδονταν με επιμέλεια των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, και κατά συνέπεια ήταν δυνατή και σε κάθε περίπτωση καθόλου δυσχερής για κάθε τρίτο αναγνώστη η ανεύρεση της ακριβούς ταυτότητας αυτών.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, γιατί αφενός μεν παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτες τις ενστάσεις που επικουρικά είχαν προβάλει προς αντίκρουση της αγωγής για άρση του αδίκου της πράξεώς τους (άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.) και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων (άρθρο 281 ΑΚ) για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, τις οποίες είχε απορρίψει ως αβάσιμες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν αυτοί με λόγους εφέσεως, αφετέρου δε γιατί δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από το άρθρο 367 παρ. 2 εδ.

β' Π.Κ. αντένσταση των αναιρεσίβλητων περί σκοπού εξυβρίσεως τούτων με το επίμαχο δημοσίευμα. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι μεν ενστάσεις περιέχονταν στις προτάσεις τους που κατέθεσαν και αναφέρθηκαν σ' αυτές κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δε αντένσταση των αναιρεσίβλητων δεν περιεχόταν στις προτάσεις τους, ούτε προέβησαν σε απλή αναφορά του ισχυρισμού τους αυτού, ώστε να καταχωρισθεί στα πρακτικά.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε και τις δύο ενστάσεις των αναιρεσειόντων ως αβάσιμες, προεχόντως όμως ως απαράδεκτες, "καθόσον δεν προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε και επιγραμματικά". Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά στις ενστάσεις των αναιρεσειόντων είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι με αυτόν προσβάλλεται η κύρια αιτιολογία που στηρίζει την απόρριψη των ισχυρισμών τους ως απαράδεκτων, πλην όμως δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως η επάλληλη αιτιολογία, με την οποία οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Οι αιτιάσεις εξάλλου, που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο και αφορούν στην απόρριψη των αυτών ισχυρισμών ως αβάσιμων, πέραν της αοριστίας τους, εφόσον δεν συνάπτονται με την επίκληση συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, αφού αν ήθελε εκτιμηθεί ότι επιχειρείται με αυτές θεμελίωση αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, ως προς τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο μέρος, που αφορά στην αντένσταση των αναιρεσίβλητων από το άρθρο 367 παρ. 2 εδ. β' Π.Κ., πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, τόσο με την αγωγή τους όσο και με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ισχυρίσθηκαν ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες δημοσίευσαν το επίμαχο δημοσίευμα εν γνώσει της αναληθείας του και με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, αμφισβητώντας την ηθική και επαγγελματική τους αξία, ενήργησαν δηλαδή με σκοπό δυσφημήσεως ή έστω εξυβρίσεως.

Συγκεκριμένα, στην αγωγή αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "... Διά του ως άνω δημοσιεύματος της εφημερίδος καταδήλως με κακοήθεις αναλήθειες και συκοφαντικά ψεύδη όχι μόνο διαστρεβλώνεται η αλήθεια και η πραγματικότητα, αλλά κυριολεκτικώς απαξιώνεται ο αγών των εργαζομένων στην ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ διά την είσπραξη των οφειλομένων στους εργαζομένους της. ...

Το άνω δημοσίευμα φέρει όλους εμάς ... ως ευρισκομένους σε πλήρη και δεδομένη συνεργασία με ιδιώτες και ότι κινούμε τα νήματα διά το "ροκάνισμα" της περιουσίας της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ. ... Άπαντες φέρουν ακεραία την ευθύνη του άνω ψευδούς και συκοφαντικού δημοσιεύματος του καταφρονητικού του προσώπου μας ...

και καταφανώς εγένετο από ευτελή κίνητρα εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης ...". Από την παράθεση των αποσπασμάτων αυτών είναι προφανές ότι στην αγωγή περιέχεται ο ισχυρισμός ότι με την ενέργειά τους αυτή οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, πέραν και ανεξαρτήτως του δυσφημιστικού χαρακτήρα του δημοσιεύματος, σκοπό είχαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, ενήργησαν δηλαδή τουλάχιστον με σκοπό εξυβρίσεως.

Εφόσον λοιπόν ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, δεν ήταν απαραίτητο να περιέχεται στις προτάσεις τους, ούτε έστω να γίνει απλή αναφορά και καταχώριση αυτού στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να ερευνηθεί και στην ουσία του, μολονότι το Εφετείο στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον είχε απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί άρσεως του αδίκου της πράξεώς τους ως απαράδεκτη, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμη, πλεοναστικά ερεύνησε την αντένσταση αυτή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο σχετικός λόγος κατά το μέρος τούτο είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 2 εδ. β' Π.Κ., και σε κάθε περίπτωση γιατί δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες από τις οποίες να προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων τούτων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Οι καταφρονητικές διά το πρόσωπο των εναγόντων αναφορές του επίμαχου δημοσιεύματος δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίες για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας των εναγομένων για την οικονομική κατάσταση της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ και τον επικείμενο κίνδυνο απώλειας των συγκεκριμένων περιουσιακών της στοιχείων, η ενημέρωση δε αυτή θα μπορούσε σαφώς να επιτευχθεί και χωρίς τη χρήση των ως άνω ιδιαίτερα δυσμενών φράσεων (επιτήδειοι ροκανίζουν ...

κινούν τα νήματα ...), ενώ το γεγονός ότι αυτές περιελήφθησαν σε δημοσίευμα δύο ημέρες πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού των προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, οδηγεί στην κρίση ότι ο πρώτος εναγόμενος ήθελε να πλήξει την τιμή των εναγόντων, αποδίδοντας στους ενάγοντες σκοπούς εξυπηρέτησης αλλοτρίων συμφερόντων σε βάρος της περιουσίας της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υπήρχε ειδικός σκοπός εξύβρισης των εναγόντων και ότι ο άδικος χαρακτήρας των ανωτέρω φράσεων αίρεται διότι ο πρώτος εξ αυτών τις επέτρεψε να περιληφθούν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την εξεύρεση λύσης στο ανακύψαν ιδιαίτερο σημαντικό για την τοπική κοινωνία της K.

ζήτημα της οικονομικής πορείας της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ ελέγχονται ως αβάσιμοι στην ουσία τους". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 εδ. β' Π.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ότι υπήρχε ειδικός σκοπός εξύβρισης των αναιρεσιβλήτων με τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος εκ μέρους των αναιρεσειόντων, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, την οποία εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο σκοπός εξυβρίσεως των αναιρεσίβλητων προκύπτει από τη χρήση των ως άνω ιδιαίτερα δυσμενών φράσεων, αφού και χωρίς αυτές ήταν δυνατή η ενημέρωση των αναγνωστών της εφημερίδας για τα τεκταινόμενα στην ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, σε συνδυασμό με το ότι με τον τρόπο αυτό τους αποδίδεται σκοπός εξυπηρέτησης αλλοτρίων συμφερόντων, δεν αντιφάσκει δε η κρίση αυτή με τις λοιπές παραδοχές του Εφετείου ότι ο πρώτος αναιρεσείων επέτρεψε την καταχώριση του επίμαχου δημοσιεύματος με την πεποίθηση ότι οι σχετικές αναφορές σε δικηγορικά γραφεία που κινούν τα νήματα για τον πλειστηριασμό των περιουσιακών στοιχείων της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ ήσαν αληθείς, ούτε όμως και από υπαίτια άγνοια της αναλήθειάς τους, και ότι για το λόγο αυτό δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπό του ούτε η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ούτε αυτή του άρθρου 920 ΑΚ περί δυσφημιστικών διαδόσεων.

Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποκατάσταση της ζημίας και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια από δημοσίευμα που θίγει την τιμή και την υπόληψη οποιουδήποτε ατόμου, έστω και αν η υπαιτιότητα - κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 και 920 του ΑΚ - συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, (συντρέχει) στο πρόσωπο του εκδότη ή του διευθυντή σύνταξης του εντύπου.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ και άρθρου μόνου ν. 1178/1981. Ειδικότερα επικαλούνται ότι ενόψει της δημοσιεύσεως στο αμέσως επόμενο φύλλο της εφημερίδας τους στις 3-5-2006 διευκρινιστικού δημοσιεύματος, με το οποίο αποκαθίστατο αφενός μεν η τιμή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, αφετέρου δε οι τυχόν εσφαλμένες εντυπώσεις για αναφορά του επίμαχου άρθρου στο πρόσωπό τους, το Εφετείο, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, δέχθηκε ότι το δημοσίευμα της 3-5-2006 δεν στερεί από τους ενάγοντες τη δυνατότητα να αξιώσουν την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης και τους επιδίκασε το ποσόν των 15.000 ευρώ για τον καθένα, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας και παραγνωρίζοντας ότι η όποια προσβολή τούτων είχε αποκατασταθεί με ενέργειες των ίδιων των αναιρεσειόντων πριν από τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και ότι κατά συνέπεια η αγωγή αυτή θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη ως προς τα αιτήματα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και δημοσίευσης επανορθώσεως.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Είναι βέβαια γεγονός ότι στο επίμαχο δημοσίευμα δεν γίνεται αναφορά στο όνομα των εναγόντων. Τούτο όμως ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθόσον ήταν ευρέως γνωστό στη μικρή κοινωνία της πόλης της K.

ότι με επίσπευση των δύο πρώτων εναγόντων ορίσθηκαν οι πλειστηριασμοί των ... περιουσιακών στοιχείων της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, επιπλέον είχαν ήδη προηγηθεί οι δημοσιεύσεις των από 14-4-2006 περιλήψεων των σχετικών κατασχετηρίων εκθέσεων με ορισμό ως ημερομηνίας διενέργειας των πλειστηριασμών αυτών την 3-5-2006, στις οποίες αναφέρονταν τα ονόματα των δύο πρώτων εναγόντων.

Επίσης ήταν ευρέως γνωστό στους δικαστηριακούς κύκλους ότι οι τρίτος και τέταρτος των εναγόντων ήσαν οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους δύο πρώτους ενάγοντες τόσον στις δίκες που διεξήχθησαν προς απόκτηση των εκτελεστών τίτλων, βάσει των οποίων επισπεύδονταν η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ...

περιουσίας της ΈΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΏΝ, όσο και κατά την τελευταία αυτή διαδικασία, αλλά και εξωδίκως.

Συνεπώς, ήταν δυνατή και σε κάθε περίπτωση καθόλου δυσχερής για κάθε τρίτο αναγνώστη η ανεύρεση της ακριβούς ταυτότητας αυτών. ... Από την κατά τα άνω παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους οι ενάγοντες υπέστησαν πράγματι ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. ...

Ο ισχυρισμός ... ότι ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι με το επίμαχο δημοσίευμα υπήρξε προσβολή της τιμής των εναγόντων, στις 3-5-2006 προέβησαν σε διευκρινιστικό δημοσίευμα πρόσφορο για την αποκατάσταση της προσβολής αυτής και ότι εκ του λόγου αυτού οι ενάγοντες δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέος, καθόσον η δημοσίευση της ...

αποκαταστατικής δήλωσης μετά την τέλεση της πράξης με την οποία έλαβε χώρα ή ένδικη προσβολή δεν στερεί από τους ενάγοντες τη δυνατότητα να αξιώσουν την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, την οποία ... πράγματι υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους με την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποίησης".

Κατά συνέπεια, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη ευθύνης στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος από το επίμαχο δημοσίευμα, που θίγει την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, δικαιούνται οι τελευταίοι την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν αίρεται το δικαίωμά τους αυτό από το τυχόν μεταγενέστερο δημοσίευμα, με το οποίο επιχειρήθηκε η αποκατάσταση της τιμής και της υπολήψεώς τους, και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2015 αίτηση των α)Φ. Α. του Α. και β)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 264/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ