Supreme Court dismisses appeal against company resolution annulment, citing lack of substantive law error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the annulment of its shareholders' meeting resolutions. The appellant argued the lower court failed to properly assess the shareholder's knowledge and waiver of rights, but the court found the second instance judgment sufficiently reasoned based on extrajudicial exchanges. Consequently, the appeal was rejected as it did not demonstrate a violation of substantive law or a lack of reasoning required for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 19, Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon proof of a substantive law error, which requires demonstrating that the lower court either misapplied a legal rule to the facts or applied the rule to facts it did not accept.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1706 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1706/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "Α. Δ. ΑΕ", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λάμπρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5927/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2012 αίτησή της και των από 4-12-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων στο πλαίσιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αξίωση της ήδη αναιρεσίβλητης, για αναγνώριση της ακυρότητας αποφάσεων Γενικών Συνελεύσεων της αναιρεσείουσας εταιρείας. Παράλληλα, άσκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (βλ. πρ. κατ. 188/4.12.2013 και 9793/6.12.2013 έκθεση επίδοσής τους στην αναιρεσίβλητη του δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ...), οι οποίοι πρέπει να συνεδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης, γιατί είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια (αρθρ. 246 ΚΠολΔ).
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ολ ΑΠ 36/1988, ολ ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, (ΑΠ 821/2007, ΑΠ 90/2004, ΑΠ463/2004).
Περαιτέρω, κατά την ένδικη, εν προκειμένω, περίοδο ίσχυε ο ΚΝ 2190/1920, όπως είχε διαμορφωθεί με το ΠΔ 409/1986, αλλά πριν την εφαρμογή του Ν3604/2007. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7α παρ. 1, ιδ, ΚΝ 2190/1920 σε δημοσιότητα υποβάλλονται πράξεις και στοιχεία Ανωνύμων Εταιρειών, και, πλήν άλλων, και κάθε πράξη ή στοιχείο του οποίου η δημοσιότητα επιβάλλεται από άλλες διατάξεις.
Με τη διάταξη του άρθρου 7β παρ. 1β, του ίδιου νόμου, η δημοσίευση, γίνεται με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερομένης εταιρείας, στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβέρνησης, όπου καταχωρείται σχετική ανακοίνωση, για την περίληψηη στο οικείο Μητρώο Εταιρειών και πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα.
Ειδικά, κατά το άρθρο 26 του ίδιου νόμου, η Γενική Συνέλευση πρέπει να καλείται είκοσι, τουλάχιστον, ημέρες πριν από την οριζομένη για τη συνεδρίαση αυτή, ενώ στο άρθρο 26α ορίζεται, πως οι Ελληνικές Ανώνυμες Εταιρείες έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου είκοσι, τουλάχιστον πλήρεις ημέρες προ πάσης Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων αυτών, κεκυρωμένο αντίγραφο της ημερήσιας αυτής διάταξης με επεξηγηματική έκθεση των αναφερομένων σ' αυτή θεμάτων και ενός αντιτύπου των φύλλων των εφημερίδων, στις οποίες αυτή δημοσιεύτηκε.
Ακόμη, στο άρθρο 35α παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι άκυρες και όταν ελήφθησαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή β) δια του περιεχομένου των θίγουν διατάξεις του καταστατικού, τεθειμένας αποκλειστικώς ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρείας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: " Η εναγόμενη εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε με την .../1989 πράξη του Συμ/φου....καταχωρήθηκε νόμιμα στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Πειραιώς... και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Η διάρκεια της καθορίσθηκε σε ενενήντα εννέα έτη και σκοπός της τέθηκε η εμπορία βιδών, εργαλείων, μηχανημάτων παρελκόμενων και, γενικότερα, παντός βιομηχανικού είδους και προϊόντος για τις ανάγκες της βιομηχανίας, της γεωργίας και της ναυτιλίας καθώς και η παραγωγή και διάθεση των ανωτέρω προϊόντων και η εισαγωγή και εξαγωγή αυτών και η αντιπροσώπευση οίκων του εσωτερικού και εξωτερικού.
Η ενάγουσα είναι μέτοχος της εναγομένης με ποσοστό μετοχών στο 40% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ ο εν διαστάσει σύζυγός της Α. Δ. είναι επίσης μέτοχος με ποσοστό μετοχών στο 60% του μετοχικού κεφαλαίου. Έως τα μέσα του μηνός Μαΐου του έτους 2006, η ενάγουσα ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μάλιστα κατείχε τη θέση του Αντιπροέδρου της εταιρίας, ενώ ο σύζυγός της ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής.
Ωστόσο, προσωπικές διαφωνίες με τον σύζυγό της, οδήγησαν στη διάσπαση αρχικά της μεταξύ τους έγγαμης συμβίωσης και στη συνέχεια στη λύση του γάμου τους και στη ρύθμιση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας τους. Η εξέλιξη αυτή στις προσωπικές τους σχέσεις είχε ως επακόλουθο και τη ρήξη των σχέσεών τους ως εταίρων της εναγόμενης εταιρίας, την "αποπομπή" της ενάγουσας από τα γραφεία της εταιρίας περί τα μέσα Μαΐου του 2006 και την αποξένωση αυτής από τα εταιρικά πράγματα.
Με απόφαση του δ.σ. της εναγομένης, που λήφθηκε την 12.5.2006..... και την οποία η ενάγουσα θεωρεί, για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω, ως παράνομη, χωρίς ωστόσο να την προσβάλλει, αποφασίστηκε η σύγκληση ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης αυτής την 30.6.2006. Πράγματι, στις 30.6.2006 συνεδρίασε τακτική ετήσια γενική συνέλευση της εταιρίας, μολονότι δεν είχε προηγηθεί ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσκλησης και συγκεκριμένα η δημοσίευση της πρόσκλησης στο φύλλο εφημερίδας της κυβέρνησης.
Το γεγονός της μη δημοσίευσης της πρόσκλησης στο ΦΕΚ προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 322/1 9.9.2006 έγγραφο της Δ/νσης Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Πειραιά, που απευθύνεται προς την εναγομένη και της καθιστά γνωστή την παράλειψη αυτή, το συνομολογεί δε και η εναγομένη. Η τελευταία βέβαια ισχυρίζεται ότι με το από 6.6.2006 έγγραφο της προς τη Νομαρχία Πειραιά υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, και η πρόσκληση της γ.σ.
της 30.6.2006 μαζί με το διπλότυπο είσπραξης No ΣΤ 316002229/6.6.2006 της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε. Πειραιά για τα τέλη δημοσίευσης και ότι, εφόσον αυτή (εναγομένη) εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις της για δημοσίευση στο ΦΕΚ, δεν φέρει καμία ευθύνη, πρέπει δε να θεωρηθεί, ότι έχει εκπληρωθεί η ως άνω υποχρέωση πρόσκλησης κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 π.δ. 16/22.1.1930.
Ο ισχυρισμός της όμως αυτός, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο Δικαστήριο τούτο με τον πρώτο λόγο της έφεσης, δεν είναι νόμιμος, αφού αντίκειται στο νόμο και το καταστατικό της. Εξάλλου, ο συναφής ισχυρισμός που προέβαλε η εναγομένη με τον δεύτερο λόγο (σκέλη 1 και 2) της έφεσης και ανέπτυξε περαιτέρω με τις προτάσεις της, ότι δηλαδή η ενάγουσα εγνώριζε την ημερομηνία της γ.σ.
της 30.6.2006 και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και πάντως μπορούσε να ενημερωθεί για τα θέματα αυτά και συνεπώς δεν υπέστη βλάβη από την παράλειψη της εμπρόθεσμης κλητεύσεώς της, είναι επίσης απορριπτέος: α) πρωτίστως, διότι άπό τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις δεν μπορεί να συναχθεί, ότι οι διατυπώσεις σύγκλησης της γ.σ.
μπορούν να υποκατασταθούν από τη γνώση ή τη δυνατότητα γνώσης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης από τους μετόχους και β) σε κάθε περίπτωση, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα είχε πράγματι ενημερωθεί ή μπορούσε να ενημερωθεί έγκαιρα, δηλαδή 10 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη γ.σ.
της 30.6.2006, για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα πιο κάτω, γνώση της ενλόγω γ.σ. και ενός μόνο από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης έλαβε η ενάγουσα στις 26.6.2006, δηλαδή 4 ημέρες πριν από τη γ.σ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι στην ως άνω συνέλευση δεν παρέστη η ενάγουσα, σύμφωνα δε με το πρακτικό που συντάχθηκε, η γ.σ.
ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρικής χρήσεως έτους 2005, απήλλαξε το Δ.Σ. και τους ελεγκτές από κάθε ευθύνη για την εταιρική χρήση του έτους 2005 -εκτός από την ενάγουσα και τον Π. Μ. - και εξέλεξε τους ελεγκτές για τη χρήση του έτους 2006 και νέο διοικητικό συμβούλιο λόγω λήξης της θητείας του προηγουμένου.
Συνεπεία, ωστόσο, της ανωτέρω παράλειψης αναφορικά με την πρόσκληση της ενάγουσας, οι αποφάσεις που έλαβε η ως άνω γ. σ. παράνομα ελήφθησαν και είναι άκυρες, κατ' άρθρο 35α § 1 του κ.ν. 2190/1920. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, διότι, όπως ισχυρίζεται, η ενάγουσα γνώριζε την σύγκληση της γ.σ.
της 30.6.2006 και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και δεν προσήλθε, παραιτηθείσα του δικαιώματός της με την κοινοποίηση εξώδικης δήλωσης, αποδεικνύονται (εκτός από όσα προαναφέρθηκαν) τα ακόλουθα: Με αφορμή την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων με θέμα την ανάθεση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας της ενάγουσας και του συζύγου της, μεγαλομετόχου της εναγομένης, καθώς και των προσωπικών τους διαφωνιών που ανέκυψαν με τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, σε συνδυασμό με την "αποπομπή" της από τα γραφεία της εναγομένης, η ενάγουσα την 25.5.2006 κοινοποίησε στον σύζυγο της την από 24.5.2006 εξώδικη δήλωση, με την οποία, μεταξύ άλλων, του γνωστοποίησε ότι διαφωνεί με την από 12.5.2006 απόφαση του δ.
σ., η οποία, όπως αυτολεξεί αναφέρει "...είναι πολλαπλώς παράνομη αφενός μεν διότι ψευδώς εμφανίσατε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ότι συγκλήθηκε το δ.σ. ενόψει του ότι καίτοι μέλος του, ουδέποτε με καλέσατε να παραστώ κατά την υποτιθέμενη συνεδρίαση του..." και συνεχίζει "αφετέρου διότι η απόφαση περί διανομής μέρους των κερδών της εταιρείας αντί του συνόλου τους...
είναι καταχρηστική και επομένως παράνομη...". Ο σύζυγός της Α. Δ., ενεργώντας με την ιδιότητά του ως πρόεδρος του δ.σ. της εναγομένης, στις 26.6.2006 κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 23.6.2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία χαρακτήρισε κακόπιστη τη συμπεριφορά της έναντι της εναγομένης και την κάλεσε να απέχει από τα εταιρικά θέματα και να παραλάβει από το ταμείο της εταιρίας τους εκδοθέντες προσωρινούς τίτλους, που αντιστοιχούν στο 40% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, ενόψει της γενικής συνέλευσης της 30.6.2006.
Επίσης, την κάλεσε να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της περί της συμμετοχής της ή όχι στην γ.σ. της 30.6.2006. Μετά απ' αυτά, η ενάγουσα στις 28.6.2006 κοινοποίησε στον σύζυγό της την από 28.6.2006 δήλωση -απάντησή της, με την οποία επέμεινε στον ισχυρισμό της, ότι είναι παράνομη η απόφαση του δ.σ. της 12.5.2006 και διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη γι' αυτόν το λόγο σύγκληση της γ.σ., και τέλος δήλωσε, ότι δεν προτίθεται να παραστεί στη γ.σ.
λόγω των παρανόμων μεθοδεύσεών του, επιφυλάχθηκε δε να ζητήσει την ακύρωση των αποφάσεων που θα ληφθούν και να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι η ενάγουσα γνώριζε για τη σύγκληση της γ.σ. από την 26.6.2006 καθώς και ότι ένα από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν αυτό που αφορούσε τη διανομή του πρώτου μερίσματος.
Το γεγονός όμως αυτό ή το γεγονός ότι η εναγομένη τυγχάνει προσωποπαγής -οικογενειακή εταιρεία, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν αναγκαία, όπως η εναγομένη διατείνεται, η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της για τη νόμιμη σύγκληση της, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση όλων των εταίρων για τη σύγκληση και τα θέματα της ημερησίας διάταξης και να παρέχεται η δυνατότητα στην ενάγουσα να ασκήσει έγκαιρα τα δικαιώματα της (πληροφόρησης, προετοιμασίας, προσκομιδής εγγράφων κλπ).
Σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί, από τη δήλωση της ενάγουσας, ότι δεν θα παραστεί στη γ.σ., να συναχθεί παραίτηση από τα δικαιώματά της, καθώς πρόκειται για δήλωση, η οποία διατυπώθηκε με την επίκληση σοβαρών λόγων που σχετίζονται με τη νομιμότητα της σύγκλησης της γ.σ. και έγινε με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός της.
Επομένως, είναι βάσιμος στην ουσία ο προβαλλόμενος με την αγωγή λόγος ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης της 30.6.2006 και για εκλογή τακτικού δ.σ., λόγω μη νόμιμης σύγκλησης και συγκεκριμένα λόγω μη δημοσίευσης της πρόσκλησης για συμμετοχή των μετόχων στην παραπάνω γ. σ., δέκα πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της, στο τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Ο παραπάνω δε ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, τον οποίο η εναγομένη προέβαλε επίσης πρωτοδίκως και επαναφέρει και στον παρόντα βαθμό με τον δεύτερο λόγο (γ' σκέλος) της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως αποδείχτηκε και εκτέθηκε ήδη πιο πάνω, δεν είχε ενημερωθεί έγκαιρα και με ακρίβεια η ενάγουσα για την ημερομηνία σύγκλησης της γ.σ.
της 30.6.2006 και για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματά της. Εξάλλου, το γεγονός ότι με την πιο πάνω εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα είχε επιφυλαχθεί ρητά κάθε δικαιώματος της, αναιρεί πλήρως τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι, από την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, (-μη συμμετοχή της στη γ.σ.
της 30.6.2006 και άσκηση της ένδικης αγωγής μετά παρέλευση ενάμιση περίπου έτους-) δημιούργησε σ' αυτήν (εναγομένη) την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της. Επομένως, η συμπεριφορά της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια που σημειώθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Πέρα πάντως και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, πρέπει να τονιστεί, ότι, εφόσον η ακυρότητα των επίμαχων αποφάσεων της γ.σ.
των μετόχων της εναγομένης οφείλεται στην προαναφερόμενη παράβαση, η ακυρότητα αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί, έστω και αν ήθελε υποτεθεί, ότι η επίκληση της από την ενάγουσα είναι καταχρηστική....Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 30.12.2006 συγκλήθηκε, από το νέο δ.σ, έκτακτη γενική συνέλευση της εναγομένης.
Στη νέα αυτή γενική συνέλευση, για την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας και της οποίας προήδρευσε ο μέτοχος Α. Δ., φέρεται να αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης κατά 55.356,00 ευρώ λόγω αναπροσαρμογής των παγίων της. Κατά την ανωτέρω γενική συνέλευση δεν παρέστη η ενάγουσα.
Στη συνέχεια το δ.σ. της εναγομένης συγκάλεσε νέα έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων για την 31.1.2007, στην οποία επίσης δεν συμμετείχε η ενάγουσα και όπου φέρεται ότι: 1) υποβλήθηκαν προς επικύρωση και τελικά εγκρίθηκαν οι αποφάσεις της από 30.6.2006 τακτικής γενικής συνέλευσης σχετικά με την εκλογή τακτικών και αναπληρωματικών ελεγκτών για τη χρήση 1.1.2006 - 31.12.2006 και καθορίστηκαν οι αμοιβές τους 2) επικυρώθηκε η από 30.6.2006 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης σχετικά με την εκλογή των μελών του δ.σ.
και οι μέχρι τότε ληφθείσες αποφάσεις του, καθώς και η απόφασή της από 30.12.2006 για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. Στη συνέχεια το δ.σ. της εναγομένης συγκάλεσε τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της για την 22.6.2007, η οποία αναβλήθηκε για την 19.7.2007. Στη συνέλευση αυτή, στην οποία παρέστη η ενάγουσα, προβάλλοντας αντιρρήσεις για τη νομιμότητα όλων των γ.σ.
μετά την 30.6.2006 και εντεύθεν, φέρεται ότι: 1) υποβλήθηκαν προς επικύρωση και τελικά εγκρίθηκαν όλα τα θέματα για τα οποία είχε αποφασίσει η γ.σ. της 30.6.2006 καθώς και 2) α) υποβολή και έγκριση των εκθέσεων διαχείρισης του δ.σ. και των ελεγκτών της εταιρίας χρήσης 2006, β) υποβολή και έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων χρήσης 2006, γ) απαλλαγή των μελών του δ.σ.
και των ελεγκτών της εταιρίας από κάθε ευθύνη αποζημίωσης για τη χρήση του 2006, δ) εκλογή τακτικών και αναπληρωματικών ελεγκτών για τη χρήση 2007 και καθορισμός αμοιβών αυτών, ε) καθορισμός επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) για τον πρόεδρο του δ.σ. για την περίοδο Μαΐου-Δεκεμβρίου 2006, στ) καθορισμός εξόδων παράστασης για τα μέλη του δ.σ.
για το έτος 2007. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω γενικές συνελεύσεις συγκλήθηκαν από δ.σ. που εκλέχθηκε παρανόμως και ακύρως κατά την γ.σ. της 30.6.2006 και επομένως, πάσχουν και αυτές ακυρότητα για το λόγο αυτόν. Συνακόλουθα, είναι βάσιμος και ο λόγος ακυρότητας των αποφάσεων των γ.σ. που ελήφθησαν την 30.12.2006, 31.1.2007, 22.6.2007 και 19.7.2007, αφού αυτές συγκλήθηκαν από αναρμόδιο όργανο και συγκεκριμένα από τακτικό διοικητικό συμβούλιο που εκλέχθηκε ακύρως...".Με τις ανωτέρω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ουδόλως παραβίασε, εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 35α του Ν.2190/1920.
Ειδικότερα: 1) το Εφετείο, στη μείζονα σκέψη του, αναλύει την έννοια της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του από 16/22.1.1930 Π.Δ/τος. Στη συνέχεια δε, ρητά αναφέρει, πως ο ισχυρισμός, ότι η απλή αποστολή δικαιολογητικών από την αναιρεσείουσα στη Νομαρχία Πειραιώς, δεν αρκεί, " γιατί αντίκειται στο νόμο και το καταστατικό της".
Όμως, έχει γίνει, ωσαύτως προηγούμενα αναλυτική αναφορά στις διατάξεις (ως jus cogens ),που διέπουν της σχετική διαδικασία, ώστε αυτονότητα, μπορεί να κριθεί, γιατί ο παραπάνω τρόπος ενημέρωσης για τη συζήτηση της Γ.Σ. δεν ήταν σύννομος. Εξ άλλου, το ότι δεν γίνεται αναλυτική αναφορά στο καταστατικό της αναιρεσείουσας, τις προβλέψεις του, τις διατυπώσεις του, και για τη συμμόρφωση η μη της αναιρεσείουσας με αυτές, δεν είναι νομικώς κρίσιμο, εφ' όσον, η αναφορά στο καταστατικό γίνεται επιπρόσθετα, αρκούσης, πρόδηλα, της αντίθεσης στο νόμο, κατά τα προαναφερθέντα.
Άρα, ο πρώτος (υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5) και ο δεύτερος (με στοιχεία 1,2,3,4) κύριοι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη εφαρμόζεται, σε όλα, γενικά, τα δικαιώματα, που πηγάζουν αμέσως από το νόμο (ΑΠ 48/2005, ΑΠ 764/2005).
Νόμιμα, ακόμη, προβάλλεται ο από την πιο πάνω διάταξη ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση (ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 211/2008),και σε δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξης (ΑΠ 223/200, ΑΠ 408/2000). Η διάταξη, άρα, εφαρμόζεται και επί προσβολής αποφάσεων της Γ.Σ και του Δ.Σ της Α.Ε (Ελ. Λεβαντής: οπ παρ. σελ.286). Όταν, όμως, πρόκειται σύμβαση, η οποία είναι άκυρη λόγω παράβασης του νόμου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, γιατί η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ 349/2004, ΑΠ 1791/2006).
Κατά τη διάταξη, εξ άλλου, του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Η ένσταση, από το άρθρο 281 ΑΚ είναι "πράγμα". Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 262, 269 και 527 ΚΠολΔ, αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, στοιχειοθετείται από περισσότερα, αυτοτελή, πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο, ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συγχρόνως υποβαλλόμενα, για το παραδεκτό τους, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα δε, νομότυπα, στο δεύτερο βαθμό και συνδεόμενα με το αίτημα του ενιστάμενου αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου.
Αν δε το ουσιαστικό δικαστήριο δεν λάβει υπόψη, ένα ή περισσότερα απ' αυτά, εφ' όσον προτάθηκαν παραδεκτά, στοιχειοθετείται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 38/2004, ΑΠ351/2011). Ήδη, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι: α) το εφετείο παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα με όσα, όπως παραπάνω, δέχτηκε β) δεν απάντησε σε αυτοτελή ισχυρισμό της, θεμελιωτικό της πιο πάνω διάταξης, νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντος γ) κακώς απρρίφθηκε η πιο πάνω ένσταση, ως μη νόμιμη δ) δεν έλαβε υπόψιν, όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, ως προς τη θεμελίωση της ίδιας ένστασης.
Συναφώς, σημειώνονται τα ακόλουθα: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και απέρριψε στην ουσία την πιο πάνω ένσταση, για τους λόγους που προεκτέθηκαν 2) όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας (εναγόμενης), στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και του δικογράφου της έφεσής της, αυτή πρόβαλε τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό, εκθέτοντας, ότι καταχρηστικά ασκείται το με την αγωγή εισαγόμενο προς κρίση δικαίωμα προς ακύρωση των εκεί αναφερομένων αποφάσεων της Γ.Σ αυτής, διότι:
I)η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εγνώριζε πλήρως τη σύγκληση και τη φύση της συνέλευσης II) δήλωσε πως, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται να προσέλθει, πράγμα που αποτελεί εκούσια παραίτηση από το ένδικο δικαίωμα και III) η άσκηση του ένδικου δικαιώματος, ουδόλως εξυπηρετεί τον λόγο της μη παρουσίας της στο Γ.Σ .IV) σκόπιμα αυτή επέλεξε να μην παραστεί, ώστε να δημιουργήσει λόγο ακύρωσης της Γ.Σ.
V) δεν παρέστη προκειμένου, όχι για να ικανοποίησει, με την άσκηση της αγωγής, το δικαίωμά της για να ασκήσει τα καθήκοντά της ως μετόχου, αλλά στην πραγματικότητα, για να πλήξει τη λειτουργία της εταιρείας, χωρίς να εξυπηρετεί έννομο συμφέρον της, έχοντας κακοβουλία και εκδικητική διάθεση, χωρίς να υποστεί βλάβη από την επικαλούμενη ακυρότητα, αλλά επιθυμεί να εξυπηρετηθεί η αντιδικία με τον Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσείουσας και σύζυγο της.
Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της απόφασης η ένσταση αυτή απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία διότι: α) δεν υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση της ενάγουσας για τη σύγκληση της Γ.Σ, εν όψει των παρατυπιών των γνωστοποιήσεων της Γ.Σ. Δέχεται, όμως, το Εφετείο, πως η ενάγουσα "γνώριζε για τη συζήτηση της Γ.Σ από την 26.6.2006, καθώς και ότι ένα από τα θέματα της ημερησίας διάταξης ήταν αυτό που αφορούσε τη διανομή του πρώτου μερίσματος....".
Όμως, η αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας, που εκτιμά, πως η ένσταση απορρίφτηκε ως μη νόμιμη, ( "οι ισχυρισμοί μου δεν θεμελιώνουν στο νόμο, ένσταση...." δεν είναι βάσιμη, γιατί η προσβαλλομένη απόφαση σαφώς κρίνει και απορρίπτει στην ουσία, κατά τα προαναφερθέντα, τον ισχυρισμό της. Άρα, ο από το άρθρο 559 αρ. 1, εκτός κύριος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, (αρ.1,2,3) είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω είναι ακριβές, πως η ένσταση αυτή απετελείτο από πλείονες αυτοτελείς ισχυρισμούς (περιστατικά), καθ' ένας από τους οποίους έπληττε συναφώς το αγωγικό δικαίωμα. Η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έκρινε για το περιστατικό ότι ".. η αντίδικος επιδιώκει ξένα συμφέροντα, λόγω προσωπικής αντιδικίας με το σύζυγό της, Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσείουσας...".
Όμως: α) τα παραπάνω, αυτοτελώς λαμβανόμενα, δεν συγκροτούν το πραγματικό της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης δοθέντος ότι δεν αμφισβητούνται οι ενέργειες και το δικαίωμα της, αναιρεσίβλητης, αλλ' ο ισχυρισμός εστιάζεται απλά, στις προθέσεις της. Κατά ταύτα, ουδόλως είχε υποχρέωση το Εφετείο να ερευνήσει, αυτοτελώς, τον σχετικό ισχυρισμό και οι πέμπτος και έκτος (κατά το δεύτερο σκέλος του, με αριθμ. 1,2,3) κύριοι αναιρετικοί λόγοι και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (αριθμ. 1,2,3,4,5,6), από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Άλλωστε, για τον ίδιο ισχυρισμό, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πρόσθετη αιτιολογία ("...πέρα πάντως και ανεξάρτητα, από τα παραπάνω..."), με την οποία έκρινε, πώς, αφού, σε κάθε περίπτωση, υφίστατο, από το νόμο, ακυρότητα των αποφάσεων της Γ.Σ. δεν έχει νόημα, ούτε είναι δυνατή η θεραπεία της με την προβολή της ως άνω ένστασης.
Κατά ταύτα, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (στοιχ. 1,2), ο οποίος την πλήττει, για την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. IV).Η αναιρεσείουσα προβάλλει, περαιτέρω, με τον τρίτο κύριο αναιρετικό λόγο, όπως το ένδικο δικόγραφο εκτιμάται, ότι :
α) κακώς δεν δέχθηκε το Εφετείο, πως η γνώμη της ήδη αναιρεσίβλητης, για το χρόνο και το αντικείμενο της Γ.Σ, καλύπτει την τυχόν έλλειψη δημοσίευσης της πρόσκλησης στο ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ) (πρώτο σκέλος) και β) διέλαβε η απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη γνώση της αναιρεσίβλητης, διότι αυτή "..εμμέσως πλην σαφώς..", γνώριζε, πως η πιο πάνω Γ.Σ ήταν η ετήσια τακτική, συνακόλουθα δε, και τα υποχρεωτικά, εκ του νόμου, θέματά της.
Άρα, " κατ' ανάγκην" είχε σχετική γνώση. Ακόμη, δεν εξηγεί το Εφετείο, γιατί, αν και γνώριζε η αναιρεσίβλητη από 24.5.2006 τη σύγκλιση της Γ.Σ δεν είχε επαρκή χρόνο ενημέρωσης και γιατί δεν μετέβη η αναιρεσίβλητη στη Γ.Σ, ώστε να ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά της. Όμως: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση, απλά αναφέρεται με εκτενή και σαφή αιτιολογία σε ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ των διαδίκων, από 24.5.2006 και 23.6.2006, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα θέματα γνώσης αυτής για την επίδικη γεν.
συνέλευση. Οι εκτιμήσεις του αναιρετηρίου, αποτελούν λογικούς συλλογισμούς της αναιρεσείουσας, που αφορούν θέματα ουσίας τα οποία δεν κρίνονται από το παρόν δικαστήριο (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Άρα, ο τρίτος κύριος λόγος της αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, που προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
V).Περαιτέρω, ωσαύτως, το εφετείο με εκτενή και σαφή, όπως παραπάνω, αιτιολογία, έκρινε, πως η ήδη αναιρεσίβλητη, με την πιο πάνω συμπεριφορά της δεν παραιτήθηκε από τα νόμιμα δικαιώματά της για την ακύρωσή της γενικής συνελεύσεως, πολύ περισσότερο μάλιστα, που αυτή διατύπωσε σοβαρούς λόγους, ως προς τη νομιμότητα της και επιφυλάχτηκε για κάθε νόμιμο δικαίωμά της.
Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικά ότι: το εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τούτο, διότι: α) η συμπεριφορά της αντιδίκου της ήταν ενδεικτική της παραίτησής της β) η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρει, ποιά ακριβώς ήταν η βούληση της αναιρεσίβλητης, ώστε να αποκλείεται η συναγωγή παραίτησης.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η αιτιολογία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι σαφής, ως προς τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, το ότι δεν αναφέρεται ποιά ήταν όντως η βούλησή της. Άρα ο τέταρτος κύριος λόγος της αναίρεσης ( με αρ. 1,2,3 και 4), ο οποίος προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1, και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, λόγω μη ορθής εφαρμογής των άρθρων 156 και 158 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 12 παρ. 2 Ν.4055/2012) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.5.2012 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 4.12.2013, προσθέτους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΒΙΔΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ"και το διακριτικό τίτλο "Α. Δ. ΑΕ", η οποία εδρεύει στον …, προς αναίρεση της 635/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ