1706/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1706/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά, τη σύνταξη της διαθήκης πρέπει να είναι παρόντα καθόλη τη• διάρκεια της πράξης, η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη ενώ ακούουν και τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί αυτό ότι έγινε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1706 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1706/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ε. συζ. Ε. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5805/1997 μη οριστική, 8192/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5544/2002 μη οριστική, 586/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 403/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3086/2007, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4-10-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1595/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 11-11-2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 18-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις εκθέσεις επίδοσης 6520 και 6521/11-12-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Η. Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 4-10-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, καθώς και της από 11-11-2009 κλήσης προς τον αναιρεσείοντα, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετά την έκδοση της 1595/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της για το σ' αυτή ειδικότερο διαλαμβανόμενο λόγο, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 εδ. α και γ ίδιου Κώδικα).
II. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον του συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας και κατά τις διατάξεις του άρθ. 1725 έως 1737, κατά δε εκείνες των άρθρων 1730 παρ.1,2 και 1733 ΑΚ "ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν.
Τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά, τη σύνταξη της διαθήκης πρέπει να είναι παρόντα καθόλη τη• διάρκεια της πράξης, η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη ενώ ακούουν και τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί αυτό ότι έγινε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβ/φου, ενώ είναι παρόντες και τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, για την οποία συντάσσεται από τον συμβ/φο σχετική πράξη. Τα κατά τη σύνταξη αυτής συμπράττοντα πρόσωπα πρέπει να είναι παρόντα καθόλη τη διάρκεια της πράξης, μετά το πέρας της οποίας πρέπει η πράξη αυτή να αναγνωσθεί στο διαθέτη ενώ ακούουν και τα συμπράττοντα πρόσωπα.
Πρέπει δηλαδή η ανάγνωση της διαθήκης να γίνει συγχρόνως προς το διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα και να βεβαιωθεί ότι έγινε η ανάγνωση κατά τ' ανωτέρω, χωρίς να είναι αναγκαίο η εν λόγω βεβαίωση για την ανάγνωση της σχετικής πράξης στο διαθέτη να γίνει κατά τρόπο πανηγυρικό και με την επανάληψη των λέξεων του νόμου αλλά αρκεί να συνάγεται από τη διατύπωση της διαθήκης και τις συναφείς εκφράσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στο περιεχόμενο της, οπουδήποτε και αν βρίσκονται σ' αυτήν, η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων, ότι δηλαδή διαβάστηκε πραγματικά η πράξη στο διαθέτη ενώ ταυτόχρονα άκουαν το έγγραφο που διαβαζόταν και τα πρόσωπα που συνέπραξαν στη σύνταξη της.
Η μη τήρηση των άνω διατυπώσεων καθιστά άκυρη τη διαθήκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, όπως πρόκυπτε: από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την επικουρική βάση η της ένδικης περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η αποβιώσασα στις 19-3-1996 στο Νοσοκομείο 'Αργους Π. χήρα Σ. Κ. το γένος Κ. Κ. κατέλιπε τη συνταχθείσα ενώπιον του Συμβ/φου Άργους Στυλιανού Σταύρου Προκοπίου . ../8.3.96 δημόσια διαθήκη της με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την εναγομένη. Το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης της έχει επί λέξει ως εξής: "
Αριθμός ... Δημόσια Διαθήκη. Στην Νέα Κίο, σήμερα την ογδόην (8ην) του μηνός Μαρτίου του έτους χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι (1996) ημέραν Παρασκευή και ώρα 19,30 και στην ενταύθα οικία και κατοικία των κληρονόμων Ν. Κ. και εις το βόρειο ισόγειον δωμάτιο ταύτης όπου κληθείς ήλθον προς σύνταξιν της παρούσης δημόσιας διαθήκης, ενώπιον του εν Άργει κατοικοεδρεύοντος Σταύρου Προκοπίου και των επί συμπράξει προσληφθέντων γνωστών μοι και ασχέτων μοι πάσης συγγενείας και σχέσεων τριών μαρτύρων 1)Μ.
Β. Δ. βοηθού Φαρμακείου, 2)Δ. Ε. Σ. εμπόρου κατοίκων Νέας Κίου και 3)Β. Γ. Κ. εκμεταλλευτού αναψυκτηρίου κατοίκου Άργους, πολιτών Ελλήνων ενηλίκων μαρτύρων Χριστιανών Ορθοδόξων και ικανών προς σύνταξιν δημόσιας διαθήκης καθ' ο μη υπαγομένων εις περίπτωσιν τίνα ανικανότητας ή εξαιρέσεως εκ των αναγραφομένων εις τον Αστικόν Κώδικα, ενεφανίσθη η προς εμέ και τους ειρημένους μάρτυρας γνωστή και άσχετος συγγενείας και μη εξαιρετέα Π.
χήρα Σ. Κ. το γένος Κ. και Ε. Κ., συνταξιούχος ΙΚΑ, γεννηθείσα το έτος 1916 στην Μικρά Ασία, ... (...) και ήδη διαμένουσα μόνιμα εις Νέαν Κίον κάτοχος δελτίου ταυτότητας με αριθμό ... έτους 1972 του Αστυνομικού Τμήματος Χαλανδρίου, η οποία μου εδήλωσεν ότι επιθυμεί να συνταχθεί ενώπιον μου ως Συμβολαιογράφου η δημόσια διαθήκη αυτής, ότι έχει την προς τούτο ικανότητα τις φρένες της σώες και τις αισθήσεις της πλήρεις, δεν υπάγεται εις περίπτωσιν τινά ανικανότητος εκ των αναγραφόμενων εις τον Αστικόν Κώδικα και ότι γνωρίζει γράμματα.
Πεισθείς δε και εγώ ο Συμβολαιογράφος περί της αληθείας απάντων των ανωτέρω, περί της σοβαρότητος της προθέσεώς της ταύτης, εκ της μετ' αυτής γενομένης συζητήσεως, αφού απεμάκρυνα πάντας τους εις το άνω δωμάτιον παρευρισκομένους και έκλεισα καλώς τας θύρας αυτού και το παράθυρο ώστε να αποκλείσω εις πάντα τυχόν έξω ιστάμενον να λάβει γνώσιν της παρούσης διαθήκης, παραμεινάντων μόνον εμού των τριών μαρτύρων και της διαθέτου, ουδενός ετέρου προσώπου παραμείναντος, εκάλεσα τους ειρημένους μάρτυρες να ορκισθούν, αυτοί δε θέσαντες την δεξιάν των επί του Ιερού Ευαγγελίου, παρουσία και της διαθέτου, ωρκίσθηκαν να τηρήσουν μυστικές τις διατάξεις της παρούσης διαθήκης μέχρι της δημοσιεύσεως της.
Μετά εκάλεσα την διαθέτη να εκφράσει την τελευταία της βούληση, αυτή δε εδήλωσε σαφώς, σταθερώς και προφορικώς τα εξής: "Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου και με αυτή εγκαθιστώ - και ονομάζω καθολικήν μου κληρονόμον την ανεψιάν μου, κόρη του αδελφού μου Ν. Κ. Ε. Ε. Μ. εις την οποίαν επιθυμώ να περιέλθει άπασα η κινητή και ακίνητη περιουσία, χρήματα και απαιτήσεις μου και τούτο δια λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος δεδομένου ότι ανέλαβε ευχαρίστως την περίθαλψιν μου εφόρου ζωής μου.
Ενταύθα η διαθέτης έπαυσε λέγουσα, σ' ερώτηση μου δε αν θέλει να προσθέσει κάτι άλλο ή αν σκοπεί να διαθέσει τι υπέρ Φιλανθρωπικών καταστημάτων του Ερυθρού Σταυρού, του Εθνικού Στόλου, του Πανάγιου Τάφου, απήντησεν αρνητικώς. Μετά ερωτηθέντες από εμένα οι μάρτυρες, εδήλωσε έκαστος στην ερώτηση μου ότι είναι άσχετος πάσης συγγενείας και σχέσεως εκ των αναγραφόμενων προς τον Αστικό Κώδικα προς αλλήλους, την διαθέτην και την εις την διαθήκην τετιμημένην, άσχετος δε της τοιαύτης σχέσεως και συγγενείας είμαι και εγώ ο Συμβολαιογράφος.
Γίνεται μνεία ότι άπαντα τα κατά τη σύνταξιν της παρούσης διαθήκης συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλην την διάρκειαν της συντάξεως της. μηδενός ετέρου προσώπου παραστάντος και ότι ετηρήθησαν άπαντα τα υπό του Αστικού Κωδικός προαπαιτούμενα. Εις πίστωσιν συνετάγη η παρούσα δημόσια διαθήκη της Π.
χήρας Σ. Κ., η οποία αναγνωσθείσα ευκρινώς και εντόνως εις επήκοον και των τριών συμπραττόντων μαρτύρων και βεβαιωθείσα νομίμως υπογράφεται παρά των μαρτύρων και εμού του Συμβ/φου, της διαθέτου κληθείσας να υπογράψει δηλωσάσης ότι καίτοι γνωρίζει γράμματα δεν μπορεί να υπογράψει λόγω του ότι τρέμει πολύ το χέρι της.
Εισπρακτέα τέλη δραχμές τετρακόσιες εξήντα (460) και δικαιώματα μου δραχμές δυο χιλιάδες (2000). Οι μάρτυρες Ο συμβολαιογράφος" και ακολουθούν οι υπογραφές των ανωτέρω προσώπων. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της άνω δημόσιας διαθήκης αποδεικνύεται ότι κατά τη σύνταξη της τηρήθηκαν όλες οι κατ' άρθ 1733 παρ. 1 ΑΚ απαιτούμενες για την εγκυρότητα της προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται, ότι η διαθήκη αυτή συντάχθηκε στη Νέο Κίο Άργους και ειδικότερα στην κατοικία των κληρονόμων του Ν. Κ. και εντός του ισογείου βορείου δωματίου αυτής, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Σταύρου Προκοπίου και των αναφερόμενων σ' αυτή τριών μαρτύρων, ενώπιον των οποίων η άνω διαθέτης δήλωσε την τελευταία της βούληση για την οποία ο εν λόγω Συμβ/φος συνέταξε τη σχετική πράξη.
Επίσης αποδεικνύεται ότι καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας συντάξεως της διαθήκης, όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα (η διαθέτης, ο Συμβολαιογράφος και οι τρεις μάρτυρες) και ουδείς άλλος, ήταν παρόντα, χωρίς να απομακρυνθεί ή να εισέλθει κανείς στο δωμάτιο αυτό, του οποίου το παράθυρο και οι θύρες ήταν κλειστές καθ' όλη τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, μετά το πέρας της οποίας και αναγνώσθηκε ευκρινώς και εντόνως το περιεχόμενο της διαθήκης στη διαθέτιδα ταυτόχρονα δε άκουαν το περιεχόμενο του εγγράφου που διαβαζόταν και όλοι οι συμπράττοντες μάρτυρες.
Το ότι το περιεχόμενο της άνω διαθήκης διαβάστηκε ταυτόχρονα και στη διαθέτιδα και στους συμπράττοντες μάρτυρες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκύπτει ανενδοίαστα τόσο από τη διατύπωση του περιεχομένου της διαθήκης σύμφωνα με το οποίο "Εις πίστωσιν συνετάγη η παρούσα δημόσια διαθήκη της Π. χήρας Σ.
Κ., η οποία αναγνωσθείσα ευκρινώς και εντόνως εις επήκοον και των τριών συμπραττόντων μαρτύρων και βεβαιωθείσα νομίμως υπογράφεται παρά των μαρτύρων και εμού του συμβολαιογράφου, της διαθέτου κληθείσης να υπογράψει δηλωσάσης ότι καίτοι γνωρίζει γράμματα, δεν μπορεί να υπογράψει λόγω του ότι τρέμει πολύ το χέρι της", στο οποίο και γίνεται η χρήση του συμπλεκτικού συνδέσμου "και", ο οποίος και δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αν το περιεχόμενο της διαθήκης διαβαζόταν μόνο ενώπιον των συμπραττόντων μαρτύρων, και ο οποίος προφανώς τέθηκε από το Συμβολαιογράφο για να επισημανθεί ότι η διαθήκη διαβάστηκε όχι μόνον ενώπιον της διαθέτιδας, αλλά ταυτόχρονα και ενώπιον των συμπραττόντων μαρτύρων, όσο και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της διαθήκης από το οποίο προκύπτει ότι η διαθήκη συντάχθηκε εντός ισογείου κλειστού δωματίου με τη σύγχρονη παρουσία εντός αυτού και καθ όλη τη διάρκεια της συντάξεως της, του Συμβολαιογράφου, της διαθέτιδας και των συμπραττόντων μαρτύρων.
Ως εκ τούτου εφόσον η διαθήκη διαβάστηκε στους συμπράττοντες μάρτυρες κατά λογική ακολουθία διαβάστηκε ταυτόχρονα και στη διαθέτιδα η οποία βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τους τελευταίους". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της και τη δεύτερη (επικουρική) βάση της προαναφερθείσας ένδικης αγωγής που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1733 παρ 1 ΑΚ.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ορθώς τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 1733 παρ.1 ΑΚ, ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του ότι η διαθήκη αναγνώστηκε στη διαθέτιδα και συγχρόνως άκουγαν και οι τρεις συμπράττοντες μάρτυρες, το αποδεικτικό του δε πόρισμα στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2007 αίτηση του Γ. Κ. του Θ. για αναίρεση της 3086/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ