Legislator Case Law & Legislation
1706/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity due to lack of mental capacity evidence and procedural flaws.

Case Number 1706/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the validity of a will. The appellant argued the testator lacked mental capacity at the time of signing, but the court found the lower court properly evaluated all evidence including medical reports and witness testimony. The appeal was rejected because the lower court did not rely exclusively on a single document and the reasoning regarding the testator's mental state was sufficient under the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1719 of the Civil Code; Article 559, 561 of the Code of Civil Procedure: A will is void if not drafted according to statutory formalities, and an appeal based on lack of mental capacity requires clear evidence of incapacity at the time of signing, which must be fully substantiated by the court's reasoning.

Keywords

AI generated
will validity mental capacity testamentary capacity appeal dismissal Civil Code provisions procedural reasoning medical evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 1718 of the Civil Code
Article 1719, paragraph 4 of the Civil Code
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1706 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1706/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ατομικώς και ως κληρονόμου και καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος πατρός του Ψ, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πολυχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9313/1996, 3214/1998 προδικαστικές, 8702/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5410/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 21-4-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Kατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ, "διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, ίναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 1719 περ. 4 του ιδίου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν.2447/1996, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας".

Εξ άλλου κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται μόνο παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, στους τελευταίους των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή του άρθρου 400 του Κ.Πολ.Δ, η οποία ορίζει ποιοι δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Στις 18. 2.1995 απεβίωσε στην Αθήνα η Α, και κατέλιπε την από 28.5.1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στη συνεδρίαση της 5.5.1995, καταχωρίστηκε δε στο βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αυξ.

αριθμό 139 στον τόμο 1812. Με αυτήν εγκατέστησε κληρονόμους της τους εναγομένους, δηλαδή τον βαπτιστικό της ανήλικο Ψ2, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, τον αδελφό της Ψ, τον ανηψιό της (τέκνο του προηγούμενου) Ψ1, τον ανηψιό της Ψ5 (τέκνο της αδελφής της Β) και τα τέκνα αυτού Γ και Δ. Η θανούσα δεν περιέλαβε στην ανωτέρω διαθήκη τις αδελφές της Β και Χ (ενάγουσα).

Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο αλλά οφειλόταν, όσο μεν αφορά την πρώτη, στη μεγάλη της ηλικία (76 ετών), εξαιτίας της οποίας και προς απαλλαγή πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων τίμησε απευθείας τους κατιόντες της, ενώ, όσον αφορά τη δεύτερη, στις διαταραγμένες σχέσεις τους. Ειδικότερα, στις 28.9.1987 η διαθέτης είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του αδελφού τους πρώτου εναγομένου, ο οποίος μετά από έγκληση της ενάγουσας αδελφής τους κατηγορείτο ως υπαίτιος σωματικής βλάβης εναντίον της τελευταίας ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Κιάτου.

Στη δίκη εκείνη η διαθέτιδα εξέθεσε ουσιαστικά, την ενάγουσα, διαψεύδοντας όσα εκείνη ισχυριζόταν στην έγκληση της, αφού κατέθεσε ότι ο αδελφός τους "ούτε ήγγιξε επάνω της", με συνέπεια την αθώωση του. Το γεγονός αυτό προφανώς προκάλεσε ρήξη στις σχέσεις των δύο αδελφών, η οποία επιδεινώθηκε, όταν στις 5.11.1988, η ενάγουσα ζήτησε από την διαθέτιδα αδελφή της να της επιστρέψει όλα τα κινητά (έπιπλα, χαλιά κ.λ.π.), που της είχε παραχωρήσει 30 έτη πριν (1956) για να επιπλώσει την κατοικία της.

Το αίτημα της επιστροφής τους και οι διαπραγματεύσεις γύρω από αυτήν δεν έγιναν μέσα σε αδελφικό και συναινετικό κλίμα, αλλά αντίθετα έλαβαν τυπική νομική μορφή, όπως προκύπτει από το χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό ανάμεσα στις δύο αδελφές, που φέρει την υπογραφή της ενάγουσας, με το οποίο η τελευταία θέτει προθεσμία στην διαθέτιδα για την διαδοχική επιστροφή των προς εκείνη παραδοθέντων προς φύλαξη, όπως αναφέρει, δηλώνει δε ότι, σε περίπτωση άρνησης της να το πράξει κατά τις συμφωνηθείσες προθεσμίες, θα λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο ασφαλιστικά μέτρα νομής.

Η διαθέτιδα, χωρίς να κάνει χρήση των προθεσμιών, παρέδωσε όλα τα κινητά στις 5.11.1988 και από τότε διακόπηκαν οριστικά οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών, χωρίς να αποκατασταθούν μέχρι το θάνατο της διαθέτιδας. Λίγο χρόνο μετά τον χρόνο της σύνταξης της ανωτέρω διαθήκης (στις 28.5.1990), που είναι και ο κρίσιμος χρόνος και συγκεκριμένα, στις 10.7.1990 η διαθέτιδα διαπιστώθηκε ότι έπασχε από "αρχόμενη ανοϊκή συνδρομή" (σχετική η από 27.5.1995 ιατρική βεβαίωση της νευροψυχιατρικής κλινικής ....., στην οποία νοσηλεύθηκε η διαθέτιδα από 10.7.1990 έως 11.7.1990).

Η ανωτέρω πάθηση (ανοϊκή συνδρομή) εξελίσσεται αργά και στα πρώτα στάδια της (αρχόμενη ανοϊκή συνδρομή) δεν παρουσιάζει συμπτώματα (εκτός από ήπιες διαταραχές της μνήμης, οι οποίες όμως μπορεί και να είναι καταστάσεις που συνοδεύουν τη γήρανση, φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό, η απόδειξη των οποίων δεν μπορεί να δικαιολογήσει χωρίς άλλο ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης).

Συνεπώς, κατά τον άνω χρόνο, η διαθέτιδα δεν είχε ακόμη αρχίσει να εμφανίζει κάμψη των διανοητικών της δυνάμεων και, έτσι, αυτή δεν τελούσε ακόμη σε σοβαρή διατάραξη της λειτουργίας του νου, η οποία να απέκλειε την ελεύθερη βούληση της και μάλιστα (πολύ περισσότερο) στις 28.5.1990. Όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 2.7.1993 βεβαίωση του Ι.Κ.Α.

Υποκαταστήματος Παγκρατίου η κατάσταση της διαθέτιδας τον Ιούλιο του 1993 είχε εξελιχθεί σε ανοϊκό σύνδρομο με πλήρη έλλειψη επικοινωνίας και με ασθενή εκτός τόπου και χρόνου. Η κατάσταση όμως αυτή απέχει από τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης πάνω από τρία χρόνια και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο για την πνευματική κατάσταση της διαθέτιδας κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Η ανωτέρω "αρχόμενη ανοϊκή συνδρομή" της διαθέτιδας κατά τον παραπάνω χρόνο δεν παρουσίαζε ενδείξεις διαταραχής των πνευματικών της λειτουργιών νομικά ενδιαφέρουσες και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της αιτιολογίας αυτής, ενεργούσε δε η διαθέτιδα εμφανώς με πλήρη συνείδηση των πράξεων της και χρήση του λογικού.

Δηλαδή μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο αυτών και να σταθμίσει και προσδιορίσει ελεύθερα τη βούληση της. Ειδικότερα, κατά τις εορταστικές ημέρες του Πάσχα του 1989 πραγματοποίησε ταξίδι αναψυχής στο ..... μαζί με την παιδική φίλη και συμμαθήτρια της από το γυμνάσιο Ε, ευρισκόμενη σε πλήρη διανοητική διαύγεια.

Και, ακόμη, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα-θυγατέρας της ενάγουσας, κατά το ίδιο έτος η διαθέτιδα τους είχε συμπαρασταθεί θερμά στο θάνατο του πατέρα της (μάρτυρα) και συζύγου της ενάγουσας. Εξάλλου, το γεγονός ότι η προαναφερόμενη οικοσκευή παραλήφθηκε από την ενάγουσα στο τέλος του 1988, όπως προαναφέρεται, είτε αυτό έγινε φιλικά και συναινετικά, όπως αυτή ισχυρίζεται, είτε τυπικά και σε κλίμα δυσαρέσκειας, όπως έγινε παραπάνω δεκτό, αποδεικνύει την διαυγή διανοητική κατάσταση της διαθέτιδας, διαφορετικά η ενάγουσα θα ήταν ανώφελο να της απευθύνει πρόσκληση για απόδοση των κινητών και δήλωση για μελλοντική άσκηση των δικαιωμάτων της μέσω της δικαστικής οδού.

Σύμφωνα δε με την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρα θυγατέρας της ενάγουσας " η διαθέτιδα δεν ενοχλήθηκε από την επιστροφή των κινητών, τα οποία ευχαρίστως απέδωσε, και οι σχέσεις τους παρέμειναν καλές και μετά από αυτό", ενώ αν πράγματι εκείνη (διαθέτιδα) είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον της, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για δυσαρέσκεια ή ευαρέσκεια, καλές ή κακές σχέσεις.

Το επόμενο έτος (1990) η διανοητική συγκρότηση της διαθέτιδας εξακολουθούσε να είναι φυσιολογική, όπως συνάγεται με ασφάλεια από το γεγονός ότι ο γιος της ενάγουσας και πληρεξούσιος δικηγόρος της παρέδωσε σε εκείνη (διαθέτιδα), έναντι δανείου που του είχε χορηγήσει, μια επιταγή, με αριθμό ..... της Εμπορικής Τράπεζας, με ημερομηνία 16.5.1990, ποσού 300.000 δραχμών, την οποία εισέπραξε η ίδια αυθημερόν από υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας στην οδό ....., αφού την υπέγραψε και σημείωσε στο σώμα του αξιόγραφου το ονοματεπώνυμο και τους αριθμούς της ταυτότητας και του τηλεφώνου της οικίας της.

Αν πράγματι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων κατά το χρόνο εκείνο και στερείτο της χρήσης του λογικού, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, πράγμα που οπωσδήποτε θα γνώριζε ο γιος της λόγω των επικαλούμενων από την τελευταία στενών σχέσεων τους, είναι δυσεξήγητη η ενέργεια του τελευταίου να παραδώσει στα χέρια της πνευματικά ασθενούς θείας του μια επιταγή τόσο μεγάλου για την εποχή εκείνου ποσού, με φανερό το κίνδυνο να απολεσθεί ή να καταστραφεί από τη δικαιούχο, σε κάθε δε περίπτωση με τη βεβαιότητα της μη είσπραξης της ενόψει της επικαλούμενης από την ενάγουσα σοβαρής πνευματικής της νόσου.

Αντίθετα, η παράδοση από αυτόν της επιταγής, αλλά και το γεγονός ότι η διαθέτιδα την εισέπραξε αυτοπροσώπως, ενώ υπήρχε η δυνατότητα οπισθογράφησής της και είσπραξης της από τρίτον, καταδεικνύουν την απουσία, τουλάχιστον εξωτερικών, ενδείξεων κλονισμού της διανοητικής της υγείας, δώδεκα ημέρες πριν τη σύνταξη της διαθήκης της.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι με τη διαθήκη δεν τίμησε την αδελφή της Β αλλά μόνο τα τέκνα αυτής, προς αποφυγή, όπως η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται στο σημείωμα της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στα πλαίσια αίτησης της για δικαστική μεσεγγύηση των κληρονομιαίων ακινήτων, πληρωμής διπλών φόρων κληρονομιάς, είναι συλλογισμός που χαρακτηρίζει έναν απολύτως σώφρονα, λογικό και προνοητικό άνθρωπο.

Ακόμη και η παράλειψη της ενάγουσας από τη διαθήκη της καταδεικνύει, ενόψει των διαταραγμένων σχέσεων τους, ότι η διαθέτιδα είχε πλήρη επίγνωση των πράξεων της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατά το χρόνο αυτό βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου, ενεργούσε δε από την έντονη επιρροή και καθοδήγηση των αδελφών της Ψ (πρώτου εναγομένου) και Β, δεν είναι συμβατός με το κείμενο της διαθήκης, με την οποία ορίζεται ως κληρονόμος του μεγαλύτερης αξίας περιουσιακού στοιχείου (σύμφωνα με τις τιμές που αναφέρονται στην αγωγή) ο βαπτιστικός της διαθέτιδας και όχι ο πρώτος εναγόμενος ή η Β.

Το προκύπτον από την κατάθεση της μάρτυρα θυγατέρας της ενάγουσας ότι η διαθέτιδα ήταν έρμαιο των ανωτέρω θείων της (Ψ και Β), οι οποίοι την παραμελούσαν και την κακομεταχειρίζονταν, όπως παραστατικά περιγράφει, γεννά ευλόγως την απορία, γιατί η ενάγουσα δεν παρενέβη να την προστατέψει, με δεδομένες τις επικαλούμενες από αυτήν καλές σχέσεις τους, και κυρίως κατά το 1993 που ο Ψ, μετά από αίτηση του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διορίστηκε προσωρινός διαχειριστής της ασθενούς αδελφής τους, αυτή δε (ενάγουσα), παρότι είχε προσωπική γνώση της απαράδεκτης συμπεριφοράς του, δεν ενήργησε αποτρεπτικά και δεν αρνήθηκε το διορισμό του, αν ληφθεί υπόψη ότι ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αδελφού της στη σχετική συζήτηση της υπόθεσης εκείνης παραστάθηκε ο γιος και πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Χατζημιχάλης.

Αυτό που βεβαιώνουν οι μάρτυρες της ενάγουσας, προκειμένου να υποστηρίξουν την ύπαρξη προχωρημένου διανοητικού και πνευματικού προβλήματος της διαθέτιδας, ότι δηλαδή τον Απρίλιο του 1990 και ειδικότερα στις 10 του μηνός, παρότι αυτή βρισκόταν στην ιδιαίτερη πατρίδα της στο ....., δεν ήταν σε θέση εξαιτίας της ανωτέρω άσχημης κατάστασης της να παραστεί στην κηδεία της στενής φίλης της ΣΤ, αποδείχθηκε αβάσιμο και τους καθιστά αναξιόπιστους, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο η διαθέτιδα βρισκόταν στην Αθήνα νοσηλευόμενη στο 7ο θεραπευτήριο του Ι.Κ.Α.

από 3 έως 11.4.1990 για άλλη αιτία, ως πάσχουσα από "αναφερόμενα επεισόδια ιλίγγων-εκφυλιστικές αλλοιώσεις αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης", όπως προκύπτει από τη βεβαίωση ..... του ανωτέρω ιδρύματος. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών της διαθέτιδας ήδη από το έτος 1989, γεγονός που αντιφάσκει προς τα πράγματα, όπως προαναφέρεται, αποδείχθηκε ότι οι πρώτες ενδείξεις κλονισμού της πνευματικής υγείας της διαθέτιδας εμφανίστηκαν κατά τον Ιούλιο του 1990, δηλαδή μετά τη σύνταξη της διαθήκης, οπότε εισήχθη στις 10.7.1990 στη νευροψυχιατρική κλινική του ....., πάσχουσα όπως προκύπτει από την από 25.7, 1995 βεβαίωση "εξ αρχομένης ανοϊκής συνδρομής".

Στη συνέχεια η κατάσταση της επιδεινώθηκε, με συνέπεια τον διορισμό του αδελφού της ως προσωρινού διαχειριστή τρία έτη μετά (1993) και δεν ανέκαμψε ως το θάνατο της (1995) που επήλθε λόγω καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας και λοίμωξης αναπνευστικού. Αν γινόταν δεκτό ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερείτο της χρήσης του λογικού, έχοντας απωλέσει κάθε επαφή με το περιβάλλον, ευρισκόμενη εκτός τόπου και χρόνου, χωρίς φωτεινά διαλείμματα, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, τότε θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί, πως σε μια τέτοια κατάσταση κατάφερε να συντάξει ή έστω απλώς να γράψει με το χέρι της (γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται με την αγωγή) καθ' υπαγόρευση, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ή με αντιγραφή, ένα μεγάλο κείμενο είκοσι τριών(23) στίχων, όπως η διαθήκη της, με τόση τάξη στην εμφάνιση, συνέχεια στη γραφή και λογική ακολουθία στη διατύπωση των νοημάτων της.

Τα γεγονότα αυτά ενισχύουν την κρίση για ύπαρξη ικανότητας στη διαθέτιδα προς σύνταξη διαθήκης κατά τον κρίσιμο χρόνο (28.5.1990). Η ύπαρξη στην επίμαχη διαθήκη στοιχείων τρομώδους γραφής, όπως διαπιστώνουν οι παραπάνω γραφολόγοι, και, ακόμη, η αναγραφή της λέξης "σπίτι" ως "πρίτι" ή η ύπαρξη ορθογραφικών λαθών δικαιολογούνται αφενός από την ηλικία της διαθέτιδας (ήταν κατά τον άνω χρόνο άνω των 70 ετών) αφετέρου είναι συνάρτηση του επιπέδου μόρφωσης της και σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν εμπίπτουν στις έννοιες της ανικανότητας που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Ο ισχυρισμός, τέλος, της ενάγουσας ότι η ημερομηνία της διαθήκης δεν είναι η πραγματική του χρόνου σύνταξης της αλλά είναι κατά πολύ μεταγενέστερη δεν αποδεικνύεται. Όπως ήδη αναφέρθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο η διανοητική υγεία της διαθέτιδας είχε πράγματι διαταραχθεί απολύτως. Από το γεγονός αυτό το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω αποδεικδυόμενα γεγονότα, σχηματίζει δια συλλογισμού (άρθρο 336 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) τη δικανική πεποίθηση του ότι η ημερομηνία της διαθήκης τέθηκε σε χρόνο που η διαθέτιδα μπορούσε να συντάξει το κείμενο της και να το υπογράψει και αυτός ο χρόνος είναι η 28.5.1990 (για το ότι η ημερομηνία αυτή γράφτηκε από την ίδια τη διαθέτιδα βλ.

και τη γνωμοδότηση της γραφολόγου .....). Ύστερα από αυτά δεν κρίνεται απαραίτητο να διαταχθεί από το Δικαστήριο απόδειξη με πραγματογνωμοσύνη από νευρολόγο- ψυχίατρο, ο οποίος, εξετάζοντας τα ιατρικά πιστοποιητικά που προαναφέρθηκαν, να πληροφορήσει με γνωμοδότηση του το Δικαστήριο για την ικανότητα της διαθέτιδας προς σύνταξη διαθήκης κατά τις 28.5.1990. ...

Με όλα τα παραπάνω δεδομένα η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε και ειδικότερα, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες...... Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα άνω αποδεικνυόμενα γεγονότα έλαβε υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν υποχρεούται όμως να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομισθεί από τους διαδίκους, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα να μνημονεύσει και να εξάρει ορισμένα από αυτά λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, Επομένως, είναι αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Άρα. η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν ...". Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1719 περίπτ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, που εφάρμοσε και επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ως προς τα με στοιχ.

α' και β' σκέλη του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο αυτός ως άνω λόγος, ως προς το με στοιχ. γ' σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άνω άρθρου 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένσταση εξαίρεσης μάρτυρα για το λόγο ότι η μάρτυρας αυτή (.....) είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, είναι, κατά τα προαναφερόμενα, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

II). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) την από 21.9.1998 Ψυχιατρική Γνωμοδότηση του Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών ....., β) την από 22.9.1998 γνωμοδότηση του νευρολόγου - ψυχιάτρου ....., γ) την από 8.11.1993 ένορκη κατάθεση του δεύτερου εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που περιέχεται στα πρακτικά της με αριθμό 5382/1993 απόφασης), δ) το από 22.11.1999 υπόμνημα του πρώτου εναγομένου προς τον 28ο Πταισματοδίκη και την διαλαμβανομένη σ' αυτό (εξώδικη) ομολογία, ε) την από 23.8.1999 έκθεση αναίρεσης του Ψ κατά του με αριθ. 1802/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στ) την από 28.1.1998 βεβαίωση της κλινικής ....., ζ) το πιστοποιητικό του 7ου Νοσοκομείου ΙΚΑ, η) το εγχειρίδιο της Ελληνικής Γεροντολογικής Εταιρείας, θ) την με αριθ. 12.177/19.6.1996 ένορκη βεβαίωση της ....., ι) την από 5.11.1996 ένορκη εξέταση της .....

ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκου, ια) την από 16.10.1996 κατάθεση του ..... ενώπιον του ιδίου ως άνω Πταισματοδίκου, ιβ) τα με αριθ. 8/2001, 533/2002, 1721/2001, 2281/1999, 1802/1999, 1700/2000, 9906/2001, 2281/1999, 1802/1999, 1700/2000 και 125/1998 βουλεύματα των συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, ως και Αποφάσεων του Αρείου Πάγου, (σε συμβούλιο), και ιγ) την από 26.5.2002 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του Ειδικού Γραφολόγου ..... .

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, μεν, ως προς όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, εκτός των αποφάσεων του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα παραπάνω έγγραφα, ως αόριστος δε ως προς τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), αφού δεν εξειδικεύεται σ'αυτόν ποιες συγκεκριμένα είναι οι εν λόγω αποφάσεις.

III). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της διαθήκης η διανοητική συγκρότηση της διαθέτιδας ήταν φυσιολογική χωρίς επαρκείς αποδείξεις και χωρίς να διατάξει απόδειξη για το ουσιώδες αυτό ζήτημα.

Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι α) από την 9316/1996 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει, ότι διατάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος της αναιρεσείουσας-ενάγουσας με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, περί του εάν η διαθέτιδα Α, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης της, εστερείτο της χρήσης του λογικού εξαιτίας διαρκούς πνευματικής νόσου και δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και β) από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο σαφές πόρισμα του λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι (ήτοι μάρτυρες, έγγραφα, γραφολογικές γνωμοδοτήσεις, γνωμοδοτήσεις ιατρών και ένορκες βεβαιώσεις), τα οποία ανελέγκτως θεώρησε αρκετά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

IV) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ'αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25-7-1995 βεβαιώσεως της νευροψυχιατρικής κλινικής του ..... ως προς την κατάσταση της πνευματικής υγείας της κληρονομουμένης, πάσχουσας "εξ αρχομένης ανοϊκής συνδρομής".

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη βεβαίωση, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης. 'Ετσι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στην εν λόγω έγγραφη βεβαίωση για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τη συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.9.2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5410/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Οκτωβρίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ