1705/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1705/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Full text
Απόφαση 1705 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1705/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ... Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ) στο οποίο εντάσσεται και το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελευθερία Χριστοπούλου. Η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Καπόρη κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-5-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 1-5-2022, με αρ. εκθ. καταθέσεως 3539/370/4-5-2022 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ), υπ` αριθ. 3013/4-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους επί μέρους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 24-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 176759/6114/31-12-2013 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι είχε προσληφθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), τον οποίο διαδέχθηκε το εναγόμενο, την 20-7-2003 αρχικά με σύμβαση έργου και μετά την έκδοση του ν. 3205/2003 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της χειρίστριας Η/Υ.
Όμως από της προσλήψεώς της μέχρι και το τέλος του έτους 2011 το εναγόμενο δεν της κατέβαλε το σύνολο των νομίμων μηνιαίων αποδοχών της, ούτε τα προσήκοντα ποσά για δώρα εορτών, και επιδόματα αδείας μέχρι το έτος 2009, συνολικού ποσού 48.521,96 ευρώ, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία της οφείλει με το νόμιμο τόκο, για κάθε επιμέρους ποσό, από τότε που κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Ζήτησε δε, μετά από μετατροπή κατά ένα μέρος του αιτήματος της σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 19.637,38 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 28.884,58 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 27/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε, κατ' αποδοχή της υπό του εναγομένου προβληθείσης ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας, ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος από το έτος 2003 έως το έτος 2010, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ 496/1974, και απέρριψε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις αυτές, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία για τις αξιώσεις της ενάγουσας έτους 2011 ποσού 877,71 ευρώ.
Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι οι αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας από διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας μέχρι και το έτος 2011 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το έτος 2013, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, και απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας, με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 742/2016). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, μόνο όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή αναλόγως ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 68/2022).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 26/2022, 19/2022). Τέλος, αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.
Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Επίσης, για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 KΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη (ΑΠ 365/2020).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού παραθέτει-ενσωματώνει ως ενιαίο περιεχόμενο αυτής την 27/2017 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την κατ' αυτής ασκηθείσα από 18-12-2018 έφεσή της και την προσβαλλομένη με αρ. 3013/2020 απόφαση του Εφετείου, ακολούθως, υπό το κεφάλαιο ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, εκθέτει το κείμενο και την έννοια των διατάξεων, α) του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α και αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, β) του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γ) του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και δ) του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, και στη συνέχεια, κατ' αντιγραφή, "Κατόπιν των ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη τυγχάνει ακυρωτέα, πλήρως εξαφανιστέα, άλλως μεταρρυθμιστέα, ως εσφαλμένως εκτιμήσασα το σύνολο του εισκομισθέντος κατά τους δυο βαθμούς αποδεικτικού υλικού και προδήλως μη ορθώς εφαρμόζουσα τόσο ουσιαστικού δικαίου κανόνες, όσο και ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες δικαίου, ήτοι και πλέον συγκεκριμένα:
Διότι, ουχί ορθώς και παρά το νόμο, αλλά και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη έκρινε και έκανε δεκτό ότι προσληφθήκαμε για τις έκτακτες ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και ότι με βάση δε τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, χώρησε παραγραφή εν επιδικία των ενδίκων απαιτήσεών μου, οι οποίες πρωτοδίκως μου είχαν πλήρως επιδικαστεί, μη δεχόμενο το δικάσαν Δικαστήριο ούτε τη συνδρομή των προυποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.".
Στη συνέχεια και αφού εκτίθεται ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή παρατίθεται η 8/2020 Γν. ΝΣΚ, σε Τακτική Ολομέλεια και ακολούθως, αφού επικαλείται, ως μνημονευόμενες από την προσβαλλομένη απόφαση τις διατάξεις του ν. 2362/1995, ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και δη άρθρο 91 εδ.
α' του Νόμου 2362/1995 και την κριθείσα ως ειδικότερη αυτής διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, και ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει την "νομιμότητα ακυρότητα, της σύμβασης εργασίας" της ως απλής σχέσης εργασίας και να εφαρμόσει τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, (σελ.45-65 αιτήσεως αναιρέσεως) παραθέτει την με αρ. 4/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο: Α) ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, 1) κατά το πρώτο του σκέλος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην ένδικη αίτηση δεν αναφέρεται, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παρουσιάστηκε, ούτε διαλαμβάνεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Επισημαίνεται ότι η από την αναιρεσείουσα επίκληση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται οι προαναφερόμενες διατάξεις του ν.2362/1995, του ΠΔ 410/1995, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθώς και ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής της, στηρίζεται επί εσφαλμένης προυποθέσεως, καθόσον το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και ούτε συνέτρεχε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής τους, ούτε συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας της συνδέουσας την αναιρεσείουσα με το εναγόμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς αξιώσεις αυτής εκ των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την αιτία αυτή, 2) κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο(ους) συγκεκριμένο(ους) κανόνα(ες) δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Β) ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι επίσης αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητά του δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που προσάπτονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και ποίες συγκεκριμένα είναι αυτές (ενόψει της παραθέσεως στην αίτηση αναίρεσης αυτούσιας της προσβαλλόμενης).
Γ) Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και αυτός αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητά του στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πολύ δε περισσότερο, που δεν διευκρινίζεται, αν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να προταθούν παραδεκτά από τους διαδίκους ή πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και προτάθηκαν παραδεκτά από την αναιρεσείουσα.
Σε κάθε περίπτωση, αν υποτεθεί ότι, με τον συγκεκριμένο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπονοείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως που προέβαλε, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με το δικόγραφο της εφέσεώς της, το οποίο ενσωματώνει στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Δ) Ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ομοίως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητά του στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματα, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από πάρεδρο του ΝΣΚ (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και κατέθεσε προτάσεις μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957 (άρθρο 37 ν. 4737/2020), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3539/370/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3013/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ