Supreme Court dismisses appeal against insurance company liquidation decisions as inadmissible due to lack of appeal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final court decision regarding insurance company liquidation. The appellant argued that the law allows appeals for such decisions, but the court found no provision permitting cassation against appellate rulings in this context. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the costs to be offset between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10(3) of Law 400/1970; Art. 179 of the Code of Civil Procedure: When the law explicitly permits only an appeal against a liquidation company's decision on claimants' status, a cassation request against that appellate decision is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1705/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δήμα, που ανακάλεσε την από 24/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Α. Ε. Γ. Α.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/7/2016 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3592/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 30-9-2020 (αρ. καταθ. …/30-9-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των εδώ διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αριθμό 3592/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 7-4-2017 έφεση του ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη, με αριθμό 434/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και ακολούθως κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος, περί τροποποίησης της κατάστασης δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής των ασφαλισμένων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας, τότε καθής η ανακοπή - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Π. Α. Ε. Γ. Α.". Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 12-1-2016 (αρ. κατάθεσης …/2016) ανακοπή του, επικαλούμενος, α) ότι κατάρτισε με την καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία, "Α.
Π. Α. Ε. Γ. Α.", τα αναφερόμενα τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής (αποταμιευτικά προγράμματα, A. A.), δεκαετούς διάρκειας, για τα οποία κατέβαλε στην καθής το συνολικό ποσό των 2.550.800 ευρώ, με λήπτη της ασφάλισης, ασφαλισμένο και δικαιούχο του ασφαλίσματος τον ίδιο, στη λήξη των οποίων συμφωνήθηκε να του καταβάλει η καθής, τα αναφερόμενα ποσά, β) ότι δυνάμει της με αριθμό …/16-21.9.2009 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας της άνω ασφαλιστικής εταιρίας, δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και γ) ότι οι απαιτήσεις του από τα άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, δεν περιλήφθηκαν στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής της καθής, αν και ήταν γνωστές σ' αυτή, με συνέπεια τον αποκλεισμό του από τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και την μέσω αυτής προνομιακή ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ζήτησε την τροποποίηση της άνω κατάστασης, ώστε να αναγνωριστούν και επαληθευτούν οι απαιτήσεις του και να συμπεριληφθούν στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής της καθής η ανακοπή.
Η τελευταία, υπό εκκαθάριση ασφαλιστική εταιρία, με την από 20-7-2016 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης, ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε σ' αυτή το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία, ‘Ε. Κ. Ι. Α. Ζ.'', το οποίο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προφορικά και με τις προτάσεις του, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 434/2017 απόφασή του, αφού εκτίμησε την ανακοπή, ως στηριζόμενη στο άρθρο 10 παρ. 3 του νδ/τος 400/1970, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος - ανακόπτοντος δεν απορρέει από σύμβαση ασφάλισης, ώστε να είναι δυνατή η προνομιακή ικανοποίησή της από το προϊόν της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, κατά τις διατάξεις του νδ/τος 400/1970, αλλά από σύμβαση αμιγώς επενδυτικού χαρακτήρα.
Κατά της ανωτέρω απόφασης, ο ανακόπτων άσκησε την από 7-4-2017 έφεση, απευθυνόμενη κατά της καθής και του νπιδ, ‘Ε.Κ. Ι. Α. Ζ.'', επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3592/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία, την έφεση του ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ανακοπή, ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, κρίνοντας, ότι πρόκειται για ανακοπή από το άρθρο 10 παρ. 3 ν.δ/τος 400/1970, με την οποία ο ανακόπτων προβάλλει αντιρρήσεις κατά της κατάστασης δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, στα πλαίσια ασφαλιστικής εκκαθάρισης (της καθής η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρίας), χωρίς, όμως, να έχει προηγηθεί εμπρόθεσμη αναγγελία των απαιτήσεών του, από ασφάλιση ζωής.
Με επάλληλη δε αιτιολογία έκρινε, ότι η εν λόγω ανακοπή δεν δύναται να εκτιμηθεί ως ανακοπή από το άρθρο 92 ΠτΚ, δεχόμενο ότι η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται αναλογικά ή συμπληρωματικά στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ακολούθως δε, το ίδιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της απόρριψης της ανακοπής, απέρριψε και τις πιο πάνω, προσεπίκληση και πρόσθετη παρέμβαση.
Η απόφαση δε αυτή, κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της ανακοπής, πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α και β του άνω νδ/τος 400/1970, ορίζεται ότι, οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος.
Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμία από τις ασφαλίσεις αυτές.
Το ως άνω δε προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Επίσης, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι, ''σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του, τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία, μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.
Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.
Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.
Στην κατάσταση αυτή περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.
Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα, γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες, κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.
Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο''. Έτσι σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, επί της ανακοπής με την οποία προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης δικαιούχων, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του νδ/τος 400/1970, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, που εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ κατά της απόφασης του Εφετείου δεν επιτρέπεται η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου, συνεπώς και αναίρεσης.
Το ως άνω νδ/γμα (400/1970) καταργήθηκε στο σύνολό του, με το ν. 4364/2016, "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 κλπ" (ΦΕΚ Α 13/5-2-2016), με το άρθρο 278 παρ. 1 του άνω νόμου, με το οποίο ειδικότερα ορίζεται, ότι από την 1η Ιανουαρίου 2016 καταργείται το άνω ν.δ/γμα και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτό νοείται εφεξής αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου.
Επίσης, με το άρθρο 284 του νόμου αυτού, ορίζεται ότι, οι διατάξεις του ισχύουν από 1-1-2016 ....., ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 248 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, που αφορά τις υφιστάμενες εκκαθαρίσεις, ορίζεται ότι, ''από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις'' και ότι, ''στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή τα άρθρα 235, παρ. 1, 3, 5 και 6, 236 έως 239, 242 παρ. 1 και 4, (με τίτλο, εργασίες εκκαθάρισης - εξασφάλιση και αναγγελία απαιτήσεων από ασφάλιση, που αφορούν τις αρμοδιότητες του εκκαθαριστή σχετικές με τη σφράγιση, απογραφή και αποσφράγιση των κεντρικών γραφείων του εταιρικού καταστήματος και την ικανοποίηση από το προϊόν της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων των δικαιούχων από ασφάλιση), 243 παρ. 1, 2 και 4, 244, 245 παρ. 1 και 3, 246 και 247 του παρόντος'', αντίστοιχα (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1142/2020).
Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 επιχειρηθείσες διαδικασίες εξέλεγξης και επαλήθευσης απαιτήσεων, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ/τος 400/1970, ως ισχύουσα κατά το χρόνο εξέλεγξης και επαλήθευσης απαιτήσεων νομοθεσία (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 153, 154, 543/2023). Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, επαναλήφθηκε και στον άνω νέο ν. 4364/2016, από τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζεται πλέον (από 1-1-2016 και εφεξής) η διαδικασία θέσης ασφαλιστικής επιχείρησης υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, μετά την κατάργηση με το άρθρο 278 παρ. 1 του νόμου αυτού, του άνω νδ/τος (400/1970), όπως ήδη εκτέθηκε.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 242 παρ. 2 του νέου νόμου, με τίτλο εργασίες εκκαθάρισης - εξασφάλιση και αναγγελία απαιτήσεων από ασφάλιση, ορίζεται ότι, ''Μέσα δε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο''. Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, με το άρθρο 248 παρ. 8 του άνω ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.
Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως, στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.
Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6 παρ. 1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια, όμως, αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (πρβ ΑΠ 823/2019, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014).
Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 παρ. 2 του ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 484/2021, ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1765/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 24-6-2019, ήτοι υπό την ισχύ του ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, απαγορεύθηκε ρητά η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του Εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής.
Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (24-6-2019) άρθρο 242 παρ. 2 ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτιθέντα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της άνω απόφασης, όπως άλλωστε, απαγορευόταν ρητά και από το προϊσχύσαν ν.δ/γμα 400/1970.
Ο αναιρεσείων με την ένδικη αναίρεσή του ισχυρίζεται, ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του νδ/τος 400/1970, που απαγορεύει την άσκηση αναίρεσης είναι περιορισμένης εμβέλειας, αφορώσα αποκλειστικά την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ανακοπή και δεν μπορεί με διασταλτική ερμηνεία να επεκταθεί σε άλλες περιπτώσεις, όπως η ένδικη ανακοπή, η οποία όπως υποστηρίζει, έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 του Πτωχευτικού Κώδικα και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση.
Οι ισχυρισμοί του, όμως αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με το άνω άρθρο 179 του ΠτΚ, ''οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά'' (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 παρ. 3 του ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και άσκηση αίτησης αναίρεσης.
Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε και η διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 του ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης κατάταξης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή του άρθρου 92 του ΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο, ότι η πτωχευτική ανακοπή δικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (αρθρ. 53 ΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 54 ΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, λόγω παράβασης νόμου, με Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές της, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση (ΑΠ 153, 154, 543/2023.
Επίσης, αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι η δυνατότητα προσβολής αποφάσεων εκδοθεισών κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, με το έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης, σαφώς υποδηλώνεται με το άρθρο 12 α του νδ/τος 400/1970 , που προβλέπει τη, μετά τη θέση της επιχείρησης σε εκκαθάριση, συνέχιση των εκκρεμών δικών, όπου παραλείπεται σκόπιμα από το νομοθέτη ο αποκλεισμός της δυνατότητας προσβολής των αποφάσεων επί των εκκρεμών δικών, με ένδικα μέσα.
Ειδικότερα, με τις άνω διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, ''με τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων ασφαλίσματος ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του επόπτη πτώχευσης και του συνδίκου ''και ότι ''εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό'', καθόσον με τις διατάξεις αυτές παραλείπεται σκόπιμα από το νομοθέτη ο αποκλεισμός της δυνατότητας προσβολής των αποφάσεων επί εκκρεμών δικών, με ένδικα μέσα.
Με το άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω διατάξεις, αφορούν γενικά την τύχη των εκκρεμών δικών μετά τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, για τις οποίες προβλέπεται ότι συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οι δε εκκρεμείς από αυτές στον πρώτο βαθμό εισάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο, με σκοπό τη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης, χωρίς να διαλαμβάνουν ο,τιδήποτε για την άσκηση ενδίκων μέσων.
Για τα ένδικα δε μέσα, που αφορούν αποφάσεις επί ανακοπών κατά της κατάστασης δικαιούχων από ασφάλιση, υπάρχει ρητή πρόβλεψη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του νδ/τος 400/1970, κατά την οποία, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, όχι, όμως, και αναίρεσης, κατά της απόφασης του Εφετείου. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως απευθυνόμενη κατά απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
Μετά δε την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης, για το λόγο ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου αυτού μέσου, δεν δικαιολογείται η παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του ΑΠ, όπως ζητεί ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για υπόθεση γενικότερου ενδιαφέροντος, για την οποία έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις του Εφετείου, όσον αφορά τη φύση της ένδικης ανακοπής.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2020 (αριθμ. καταθ. …/30-9-2020) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3592/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ