Legislator Case Law & Legislation
1705/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to admit medical evidence proving a party's capacity to sign documents.

Case Number 1705/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject specific medical documents. The appellants argued that the lower court ignored expert findings proving the respondent was neurologically healthy and capable of signing, relying instead on uncorroborated third-party testimonies. The Court found this error in assessing the evidence fundamental and ordered the case remitted to the same Court of Appeal for retrial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court must set aside a lower court decision if it fails to properly evaluate expert medical evidence regarding a party's capacity to sign, thereby violating the principle of free evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
medical capacity evidence signing documents validity expert opinion assessment appeal admissibility remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1705 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1705/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ρ. του Β., κατοίκου ... Αττικής, 2) Α. Ρ. του Β., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Α., το γένος Χ. και Β. Δ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αναστασίας Αποστολοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. Ρ. του Α., κατοίκου Ν. Σμύρνης Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στεφάνου Βαζάκα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Μ. Κ.-Κ., κατοίκου Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-1-2014, 28-1-2014 και 20-3-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3424/2015, 1791/2017 μη οριστικές, 1433/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1378/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2019 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 163/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των α' και β' αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573§1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 163/21.10.2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της από 20.04.2019 αιτήσεως αναιρέσεως των Ν. Ρ. του Β. και Α. Ρ. του Β., η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 02.12.2020, λόγω της παραιτήσεως από την υπηρεσία, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, της Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν.

Από δε το αποδεικτικό επιδόσεως του υπηρετούντος στον Αρειο Πάγο, επιμελητή δικαστηρίων, Ε. Π., το οποίο υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω πράξεως του ως άνω Προέδρου με κλήση για να παραστεί κατά την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε, στις 23.11.2021, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 128§4 και 136§2 του Κ.Πολ.Δ.

στην τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Κ.-Κ.. Περαιτέρω, όταν κατά την ορισθείσα, κατά τα ανωτέρω, δικάσιμο (02.02.2022) εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εφανίστηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκε από τέτοιον.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, ενόψει και του ότι το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ήτοι το από 20.04.2019 αναιρετήριο, είχε νομίμως προεπιδοθεί σ' αυτήν (βλ. το με στοιχεία 3828Δ'/13.12.2019 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Κ.). Ωστόσο, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576§2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού σημειωθεί ότι η αναφορά του γεγονότος του θανάτου της τρίτης αναιρεσίβλητης στις κατατεθείσες στις 04.02.2022 "συμπληρωματικές προτάσεις" των αναιρεσειόντων δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη διαδικαστική επιρροή, εφόσον η γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού, αληθούς υποτιθεμένου, δεν έλαβε χώρα κατά τον οριζόμενο στον νόμο τρόπο (άρθρα 287, 573§1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινομένη από 20.04.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1378/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχτηκε, αφού τις συνεκδίκασε, τις από 28.06.2016, 29.06.2018 και 29.06.2018 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1433/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή στο σύνολό της την από 28.01.2014 (11905/325/30.01.2014) αγωγή των αναιρεσειόντων και εν μέρει την από την από 28.01.2014 (21819/600/18.02.2014) αγωγή των ιδίων.

Ακολούθως δε το ως άνω Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε τις εν λόγω αγωγές. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733§2 εδάφ. γ' του Α.Κ. η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725 - 1737 του Α.Κ.

Ο διαθέτης δηλώνει προφορικώς την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και τα οποία πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξεως, η οποία συντάσσεται κατά τους ορισμούς του άρθρου 1732 του Α.Κ. και υπογράφεται από τον διαθέτη και από τα πρόσωπα τα οποία συμπράττουν.

Αν ο διαθέτης δηλώσει, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων (Α.Π. 188/1992), ότι δεν μπορεί να υπογράψει, χωρίς, επίσης, να απαιτείται να αναγράφεται και ο λόγος της αδυναμίας (Α.Π. 1611/2010), η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δηλώσεως αυτής στην παραπάνω πράξη του συμβολαιογράφου. Περαιτέρω, η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 438, 440 και 441 του Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης που συντάσσεται στο συμβολαιογράφο είτε ως γενόμενα από τον συμβολαιογράφο που συνέταξε τη διαθήκη είτε ενώπιόν του, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνο με προσβολή αυτής ως πλαστής, είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1733 του Α.Κ.

και μάλιστα, πλην άλλων, ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (άρθρο 1733§2 εδάφ. γ' του Α.Κ.), καθώς και ότι υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (άρθρο 1733§2 εδάφ. α', β' του Α.Κ.) (Α.Π. 150/2016, Α.Π. 2193/2013, Α.Π. 1611/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§1 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του ίδιου Κώδικα, τέτοιος δε είναι και ο συμβολαιογράφος, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί γ) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.

γ' του Π.Κ. και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή αποκρύπτεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού.

Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαιώσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με τον νόμο, ούτε η καθ' ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που για την ολοκλήρωση του εγγράφου απαιτείται η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε (Α.Π. 600/2021, Α.Π. 1150/2019).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237§1 στοιχ. β', 453 και 524§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 140/2021, Α.Π. 261/2018, Α.Π. 1731/2008).

Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της αποφάσεώς του, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δέχτηκε τα εξής: "H Ε. Χ. Η. Γ. το γένος Ν. Ρ. απεβίωσε στην Αθήνα όπου κατοικούσε στις 28-11-2012. Από το γάμο της με τον Η. Γ. δεν είχε αποκτήσει τέκνα και μετά το θάνατο αυτού διέμενε μόνη της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της πολυκατοικίας επί των οδών ...

και ... στην Κυψέλη Αθηνών. Οι ενάγοντες είναι τέκνα του προαποβιωσαντος αυτής αδελφού της Ν. Ρ., μοναδικοί δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Η ανωτέρω με τους ενάγοντες δεν διατηρούσε στενές σχέσεις σπάνια την επισκέπονταν, μάλιστα από το μήνα Απρίλιο του έτους 2006 διέκοψε τις σχέσεις μαζί τους. Από το από 23-24-4-2006 έγγραφο αυτής, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες, η δε γραφολόγος Μ.

Μ. Κ. στην από 5-5-2014 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της αποφαίνεται "ότι δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία για τη γνησιότητα της γραφής με την οποίαν έχει διατυπωθεί η από 23-4-2006 ιδιόχειρη επιστολή (ως δηλ. προερχόμενης στο σύνολο της από το χέρι της φερόμενης ως συντάκτρια της Ε. Γ.) και συνεπώς για την αυθεντικότητα αυτής.

Στο εν λόγω έγγραφο η ανωτέρω αναφέρει όσα λέχθηκαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ανηψιό της Ν. Ρ. - πρώτο ενάγοντα και συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής "Σήμερα 23-4-2006 Πάσχα ώρα 10 1/2 μμ. Μου τηλεφώνησε ο Νίκος ανηψιός μου και πολύ συγχισμένος μου είπε ότι είχε μαλώσει με την αδελφή του Τάσα, ρώτησα γιατί και είπε Νονά σε παρακαλώ μην μπαίνεις ενδιάμεσα σε μένα, στην αδελφή μου και στη μάνα μου, και μη με βάζεις στη μέση.

Τον βεβαίωσα ότι ουδέποτε μπήκα στη μέση δεδομένου ότι από τον θάνατό του πατέρα τους έως σήμερα και την αδελφή του την βλέπω πολύ μα πολύ σπάνια, διότι όπως λέει είναι απασχολημένη, βέβαια αυτό ισχύει μόνο σε μένα δεν πειράζει. Όσο για την μητέρα του αυτή καθόλου διότι μετά τον θάνατο του αδελφού μου απεμακρύνθη οριστικά, επομένως αυτά που λέει είναι φαντασίες αυτών των γυναικών.

Εκείνος ήταν τόσο ταραγμένος που επαναλάμβανε συνεχώς και πολύ μπερδεμένα μου τα έλεγε σαν να τα είχε ξεχάσει αυτά που του είπαν και να τα έλεγε ξανά και ξανά. Μετά άρχισε να μου λέει πρόσεχε και να κλειδώνεις γιατί κλέβουν, τον βεβαίωσα και για αυτό να μην φοβάται, μετά έλεγε εμείς έχουμε και δε θέλουμε τίποτα.

Όμως μην σου τα φάνε οι παππάδες που είναι έμποροι, δώστα, όλα στους πτωχούς όχι σε άλλους και αφού αυτά μου τα είπε 10 φορές ξέρω τι

κάνω του είπα. Αλλά που επιμένεις τόσο σου λέω ότι εγώ και ο άνδρας μου τα δημιουργήσαμε και θα κάνω σύμφωνα με τις συμβουλές του και επιθυμίες του αλλά εσύ από πήτα που δεν τρως τι σε νοιάζει και αν καεί. Μου είπε χωρίς να υπάρχει θέμα ότι εγώ αγαπούσα τον πατέρα μου αλλά εκείνος δεν με πίστευε, του είπα ότι ο πατέρας του προσπάθησε να τους μεγαλώσει σαν άρχοντες διότι ο αδελφός μου όπως και εγώ από μικροί υποφέραμε πάρα πολύ, διότι είμαστε ορφανά αλλά πέτυχε στη ζωή του και δεν σας έλειψε τίποτα, σας μόρφωσε και σας έδωσε όλη την αγάπη που είχε και μάλιστα όταν ανέφερε το όνομα σου έλαμπε ολόκληρος και δεν πρέπει να παραπονιέται τότε άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί.

Η εντύπωσίς μου είναι ότι τον έβαλαν να πιστεύει αυτά που είναι ψευδεσθήσεις και να μισεί τον πατέρα του και μετά θάνατο. Εγώ έκανα στην ζωή μου γι' αυτούς τα πάντα αλλά συνάντησα την αχαριστία, αγνωμοσύνη σε όλο της το μεγαλείο. Κατόπιν όλων αυτών που μου είπε πήρα την απόφαση να διακόψω τις σχέσεις μου μαζί τους και οτιδήποτε τους παρουσιασθεί εγώ θα είμαι μακρυά τους, ούτε θα τους ενοχλήσω ποτέ αλλά και εκείνοι να μην με ενοχλήσουν είπα στην αδελφή του για ότι τους συμβεί.

Έκανα επαναλαμβάνω τα πάντα οικονομικώς και ηθικώς κυρίως την κοπέλα την βοήθησα στη ζωή της πάρα πολύ την διόρισα ως καθηγήτρια σε μεγάλη σχολή, οικονομικώς είναι ανεξάρτητη. Βοήθησα και τη μητέρα τους πάρα πολύ και θα ήταν ακόμη ελέφτερη στους δρόμους. Δεν πειράζει τους συγχωρώ αλλά εγώ δεν υπάρχο πλέον γι αυτούς.

Στις 24/4/2006 Δευτέρα Αγίου Γεωργίου είπα της αδελφής του Τάσας που με πήρε τηλέφωνο, ότι όλα τελείωσαν." Από τα ανωτέρω αναφερόμενα προέκυψε ότι η Ε. Γ. είχε διακόψει την ήδη ψυχρή και αδιάφορη εκ μέρους των εναγόντων σχέση, με αυτούς από το έτος 2006. Αυτή είχε αναπτύξει στενή σχέση αγάπης και φροντίδος με την πρώτη εναγομένη, την οποίαν την αντιμετώπιζε ως κόρη της, αυτή δε την περιποιούνταν και της ικανοποιούσε κάθε επιθυμία της με αγάπη και ενδιαφέρον.

Την καλούσε στην οικία της όποτε την χρειαζόταν και αυτή πήγαινε αμέσως. Το τελευταίο δε διά- στημα πριν ασθενήσει και μεταφερθεί στην κλινική έμενε μαζί της τα βράδυα για να την φροντίζει. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Α. Α. οικιακής βοηθού της θανούσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.

Τ., Β. Κ. και Δ. Α. και δεν αντικρούονται από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόντων Σ. Γ.- Κ. της θανούσας, ο οποίος σπανίως την επισκέπτονταν, όπως κατέθεσε η μάρτυρας οικιακή βοηθός, και με την κατάθεση του αυτή επιχειρεί να παρουσιάσει την σχέση Ε. Γ. και πρώτης εναγομένης τελείως διαφορετική από αυτή που πράγματι ήταν, να υποβαθμίσει την προσφορά αυτής (πρώτης εναγομένης) προς την ανωτέρω και να θέσει υπό αμφισβήτηση την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και την αγάπη της θανούσας προς αυτήν, στην οποίαν είχε μεγάλη αδυναμία και δεν έκανε τίποτα χωρίς να τη ρωτήσει (βλ.

κατάθεση Α. Α.), και την αποκαλούσε κόρη της, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωση της η μάρτυρας Μ. Τ.. Το ενδιαφέρον των εναγόντων και του Σ. Γ. προς την αποβιώσασα ήταν όψιμο και απέβλεπε στην κληρονομιαία περιουσία της, την οποίαν εποφθαλμιούσαν. Η μάρτυρας Α. Α. οικιακή βοηθός κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι από τις αρχές του έτους 2012 που πήγαινε κάθε ημέρα στην οικία της θανούσας ποτέ δεν την επισκέφθηκαν τα ανήψια της- ενάγοντες, ούτε κάποιος άλλος φίλος, ή γείτονας, η δε θανούσα συνέχεια της εξέφραζε τα παράπονά της για την αχαριστία των εναγόντων - ανηψιών της μολονότι τους είχε στηρίξει επί σειρά ετών ηθικά και οικονομικά, επιβεβαιώνοντας με την κατάθεσή της αυτή τα αναφερόμενα κατά τα προεκτεθέντα στο έγγραφο της θανούσας, και επιπλέον κατέθεσε ότι ο ως άνω κουνιάδος της σε επίσκεψή του στον Οκτώβριο του έτους 2012 στην οικία της θανούσας παρουσία της μάρτυρος "μπήκε στην κρεββατοκάμαρα αυτής και της έλεγε να τακτοποιήσει τα περιουσιακά της, αυτή του έλεγε τα έχω τακτοποιήσει και επειδή αυτή αρνείτο την ταρακούναγε από τους ώμους, λέγοντας της εγώ είμαι συγγενής που σε μένα πες που τα έχει κάνει, εκείνη δε δυσανασχετούσε".

Από το έτος 2007 η Ε. Γ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 646/24-4-2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. είχε εξουσιοδοτήσει τους Δικηγόρους Αθηνών Α. Σ. και Π. Δ. να εισπράττουν από κοινού ή καθένας χωριστά από το Ταμείο Συντάξεων και Αυτασφαλίσεων Υγειονομικών (ΤΣΑΥ), από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό Ταμείο ή Τράπεζα ή Οργανισμό τη μηνιαία σύνταξή της καθώς και οποιοδήποτε επίδομα, βοήθημα και κ.λ.π.

Εάν η θανούσα είχε αγαθές σχέσεις με τους ενάγοντες συγγενείς της, όπως αυτοί ισχυρίζονται, δεν θα είχε απευθυνθεί στους ανωτέρω δικηγόρους για την είσπραξη της σύνταξής της αλλά στους ενάγοντες συγγενείς της. Η ανωτέρω εξουσιοδοτηθείσα δικηγόρος Π. Δ. στην από 24-3-2014 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του πταισματοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι αυτή εισέπραττε τη σύνταξη της θανούσας από το συνταξιοδοτικό της φορέα που την κατέθετε στην τράπεζα και παρέδιδε σ' αυτήν τα χρήματα έναντι αμοιβής λαμβάνοντας πάντοτε απόδειξη για την παραλαβή των χρημάτων.

Στη συνέχεια κατέθεσε ότι η Ε. Γ. της τηλεφώνησε και της ζήτησε να ειδοποιήσει τη συμβολαιογράφο Γ. Μ. να μεταβεί στην οικία της για να συντάξει πληρεξούσιο προς την πρώτη εναγομένη προκειμένου αυτή να δύναται να κάνει αναλήψεις από την Τράπεζα. Επειδή όμως η εν λόγω συμβολαιογράφος ήταν σε διαδικασία συνταξιοδότησης η δικηγόρος συνενοήθηκε με τη δεύτερη εναγομένη- συμβολαιογράφο και μετέβησαν μαζί στην οικία αυτής (θανούσας) όπου έλαβε χώρα η σύνταξη του επιδίκου υπ' αριθ. 10703/24-10-2012 πληρεξουσίου.

Η Ε. Γ. ήταν στο κρεββάτι, διότι δεν μπορούσε να περπατήσει. Με το πληρεξούσιο αυτό ενώπιον δύο μαρτύρων της Ν.-Ε. Κ. και της Α. Α. η Ε. Γ., διόρισε την πρώτη εναγομένη Α. Α. πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της και εξουσιοδότησε αυτή μεταξύ άλλων, να εισπράττει, αντ' αυτής και για λογαριασμό της όλα τα επιδόματα από οποιοδήποτε Ταμείο, τις συντάξεις της από την ήδη πληρεξουσία της (διαθέτιδος) δικηγόρο Αθηνών Π.

Δ. και να υπογράψει τις σχετικές αποδείξεις και να παραλαμβάνει έγγραφα και βιβλιάρια, να υποβάλλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος και όλα τα σχετικά με τα φορολογικά της ζητήματα, να την εκπροσωπεί στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, να προσλαμβάνει οικιακές βοηθούς και συνοδούς και να εξοφλεί τα ημερομίσθιά τους και τις ασφαλιστικές τους εισφορές, να ασχολείται και να τακτοποιεί οτιδήποτε αφορά στα ασφαλιστικά της θέματα, να αναλαμβάνει από τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε μετρητά και να ανανεώνει την προθεσμιακή κατάθεση με αρ. λογαριασμού ... της Τράπεζας Πειραιώς και να αναλαμβάνει χρήματα μέχρι του ποσού των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ μηνιαίως.

Με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ.-Κ. ενώπιον των ιδίων ως άνω μαρτύρων η Ε. Γ. διόρισε την πρώτη εναγομένη πληρεξούσια, αντιρόσωπο και αντίκλητο της και εξουσιοδότησε αυτή μεταξύ άλλων, να εισπράττει αντ' αυτής και για λογαριασμό της όλα τα επιδόματα από οποιοδήποτε ταμείο, τις συντάξεις της από την ήδη πληρεξούσια της (διαθέτιδος) δικηγόρο Αθηνών Π.

Δ. και να υπογράφει τις σχετικές αποδείξεις, να παραλαμβάνει έγγραφα και βιβλιάρια, να υποβάλλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος και όλα τα σχετικά με τα φορολογικά της ζητήματα, να την εκπροσωπεί στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, να προσλαμβάνει οικιακές βοηθούς και συνοδούς και να εξοφλεί τα ημερομίσθια τους και τις ασφαλιστικές εισφορές τους, να ασχολείται και να τακτοποιεί ο,τιδήποτε αφορά στα ασφαλιστικά της θέματα, να προεξοφλεί την προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό λογαριασμού ...

της Τράπεζας Πειραιώς σε συνδυασμό με τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς να την κλείσει και να ανοίξει κοινό λογαριασμό μετά της ως άνω εντολέως, από τον οποίον να αναλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό, καθώς επίσης, και να αναλαμβάνει από τον υπ' αριθ. ταμιευτηρίου ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος οποιοδήποτε ποσό, υπογράφοντας κάθε σχετικό με αυτό έγγραφο και δήλωση, να εκδώσει χρεωστική κάρτα της Τράπεζας Πειραιώς να παραλάβει το PIN και να υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο με την έκδοσή της, να ανανεώνει τη σύμβαση μίσθωσης της με αριθμό 536 θυρίδας Θησαυροφυλακείου της Εθνικής Τράπεζας και να κάνει χρήση της μισθωμένης θυρίδας ή να κλείνει την ως άνω θυρίδα, κατά την κρίση της, υπογράφοντας κάθε σχετικό προς τούτο έγγραφο και δήλωση ακόμη και υπεύθυνη του νόμου 1599/86.

Σε αμφότερα τα ανωτέρω πληρεξούσια βεβαιώθηκε από τις συμβολαιογράφους που συνέταξαν αυτά ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήτοι η εντολέας, η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες ήταν παρόντες σε όλη τη διάρκεια της πράξης αυτής και ότι το κείμενο κάθε πληρεξουσίου διαβάσθηκε καθαρά και μεγαλόφωνα στην εντολέα και στους μάρτυρες, οι οποίοι το άκουσαν και το βεβαίωσαν, καθώς και ότι υπογράφηκε από την ίδια (Συμβολαιογράφο) και από όλους τους μάρτυρες, πλην της εντολέως, η οποία λόγω παθήσεως των χειρών της αδυνατούσε να υπογράψει.

Περαιτέρω, η Ε. Γ. κατέλιπε την από 5-11-2012 δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών και τρίτης εναγομένης Μ. Κ.-Κ., με την παρουσία τριών μαρτύρων ήτοι 1) της Ν.-Ε. Κ., 2) της Α. Α. και 3) της Α. Χ. Ν. Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 5226/8-11-2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην εν λόγω διαθήκη αναφέρονται τα εξής: "Ανακαλώ κάθε προγενεστέρα διαθήκη μου και αφήνω μοναδική κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου και στις καταθέσεις μου το αγαπητό μου παιδί την Κ.

σύζυγο Ν. Α. το γένος Χ. και Β. Δ. με την οποία δεν έχω συγγένεια αλλά την έχω σαν κόρη μου. Την γνωρίζω πολλά χρόνια και μου στάθηκε σαν πραγματικό παιδί μου, ήταν η κόρη που δεν είχα ποτέ. Αυτή με φρόντιζε, μου ψώνιζε, με έτρεχε στους γιατρούς, με συντρόφευε όταν ήμουν άρρωστη, άφηνε την οικογένειά της και πολλές φορές κοιμόταν μαζί μου τα βράδυα και γενικά είχα το ελεύθερο να την παίρνω τηλέφωνο όποια ώρα ήθελα ακόμη και μεσάνυχτα και πολύ αργά την νύχτα όταν είχα ανάγκη.

Οι πραγματικοί συγγενείς μου είναι ο Νίκος που είναι και βαπτισιμιός μου και η Τάσα παιδιά του αποβιώσαντος αδελφού μου, ο οποίος όπως και εγώ υποφέραμε πάρα πολύ διότι είμαστε ορφανά, αλλά στάθηκε πολύ καλός πατέρας στα παιδία του και ανήψια μου. Όμως τα ανήψια μου αυτά καθώς και η γυναίκα του αδελφού μου μετά τον θάνατό του απομακρυνθήκανε από μένα, παρ' όλο που έκανα τα πάντα γι' αυτούς, δηλαδή τους βοήθησα ηθικά και οικονομικά, τη δε ανηψιά μου την διόρισα ως καθηγήτρια σε μεγάλη Σχολή και σήμερα είναι ανεξάρτητη οικονομικά.

Αυτοί όμως δεν αναγνώρισαν τίποτα, μου φέρθηκαν πολύ αχάριστα γι' αυτό και εγώ πήρα την απόφαση να διακόψω τις σχέσεις μου μαζί τους και βέβαια δεν θέλω να πάρουν από μένα ούτε δεκάρα τσακιστή, δηλαδή με την παρούσα τους αποκληρώνω. Αλλους συγγενείς δεν έχω, υπάρχει μόνο ο αδελφός του άντρα μου με τον οποίο δεν είχα ποτέ επαφές μετά το θάνατο του ανδρός μου και όμως αυτός είχε το θράσος να έλθει στο σπίτι μου τις προάλλες με τέσσερα άλλα άτομα και να με ταρακουνάει στο κρεβάτι μου όπως ήμουν ξαπλωμένη και να θέλει να με βγάλει από το σπίτι μου και να με πάει σε ίδρυμα και με γλύτωσε από τα χέρεια του η γυναίκα που με φροντίζει τα πρωϊνά που δουλεύει η Καίτη, η οποία μετά τη δουλειά της μένει πλέον μόνιμα μαζί μου, με φροντίζει, με πλένει και κοιμάται εδώ μακριά από την οικογένειά της μέχρι το πρωί.

Κατόπιν όλων αυτών πήρα πλέον την απόφαση να την καταστήσω μοναδική μου κληρονόμο, για την αγάπη που μου έδειχνε όλα αυτά τα χρόνια και τις φροντίδες που μου έκανε τόσα χρόνια ανιδιοτελώς, ενώ οι συγγενείς μου με βλέπουν σαν πορτοφόλι και μόνο." Στην ανωτέρω διαθήκη βεβαιώθηκε από την συμβολαιογράφο ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήτοι η διαθέτιδα, η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες ήταν παρόντες σε όλη τη διάρκεια της πράξης αυτής και ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729, 1739 και 1731 του ΑΚ.

Βεβαιώθηκε επίσης από την ανωτέρω, ότι το κείμενο της διαθήκης διαβάσθηκε καθαρά και δυνατά στην διαθέτιδα και στους μάρτυρες, οι οποίοι την άκουσαν και την βεβαίωσαν καθώς και ότι υπογράφηκε από την ίδια (Συμβολαιογράφο) και από όλους τους μάρτυρες πλην της διαθέτιδος, η οποία λόγω παθήσεως των χειρών της αδυνατούσε να υπογράψει.

Η σχετική βεβαίωση της δήλωσης αδυναμίας υπογραφής της διαθέτιδος λόγω παθήσεως των χειρών της από τη δεύτερη εναγομένη - συμβολαιογράφο που συνέταξε το πρώτο υπ' αριθ. 10703/24-10-2012 πληρεξούσιο και από την τρίτη εναγομένη-συμβολαιογράφο η οποία συνέταξε το δεύτερο υπ' αριθ ... πληρεξούσιο και την υπ' αριθ 9230/5-11-2012 δημόσια διαθήκη είναι αληθής.

Η διαθέτιδα, η οποία είχε ακμαίες τις διανοητικές της δυνάμεις και κανένας δεν μπορούσε να την εξαπατήσει δεν ηδύνατο να υπογράψει. Η μάρτυρας Α. Α. οικιακή βοηθός της κατέθεσε ότι η διαθέτιδα δεν μπορούσε να φάει μόνη της λόγω της πάθησης των χεριών της, τα πόδια της και τα χέρια της δεν λειτουργούσαν. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες συμβολαιογράφοι θα είχαν κάποιο όφελος από την αναφορά στα επίδικα έγγραφα της ψευδούς δηλώσεως ότι υφίσταται αδυναμία υπογραφής αυτών εκ μέρους της διαθέτιδος.

Η Ε. Γ. είχε αποφασίσει αμετακλήτως τον αποκλεισμό των εναγόντων από την κληρονομιαία περιουσία της λόγω της επί σειρά ετών συμπεριφοράς τους. Είχε αντιληφθεί ότι τα ανήψια της αδιαφορούσαν παντελώς γι' αυτήν, έλαβε τις αποφάσεις της και φρόντισε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και τις αυξημένες ανάγκες της λόγω των γηρατειών της με πρόσωπα δικής της επιλογής και εμπιστοσύνης, όπως ήταν η πρώτη εναγομένη, η οποία ήταν πάντοτε δίπλα της με αγάπη και ενδιαφέρον σε αντίθεση με τους ενάγοντες τους οποίους χαρακτήριζε ως αχάριστους και αγνώμονες.

Αυτοί θα έπρεπε να αναμένουν μετά βεβαιότητος τον αποκλεισμό τους από την κληρονομιαία περιουσία, όπως άλλωστε τους το είχε εμμέσως πλην σαφώς διαμηνύσει η θεία τους λέγοντας στον πρώτο εναγόμενο τηλεφωνικά κατά τα προεκτεθέντα "πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει και αν καεί" και όχι να απορούν, να εκπλήσσονται και να προσπαθούν παντοιοτρόπως να διαστρεβλώσουν τις τελευταίες ενέργειες και θελήσεις αυτής, που αποσκοπούσαν να ανταμείψουν τον άνθρωπο που την συμπόνεσε και της συμπαραστάθηκε στους πόνους των γηρατειών της σαν παιδί της- την πρώτη εναγομένη.

Οι ενάγοντες στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν ακόπως μετά θάνατον την περιουσία της θείας τους εμπλέκουν τις εναγόμενες συμβολαιογράφους σε πράξεις παράνομες χωρίς να μπορούν να δικαιολογήσουν και να αποδείξουν το λόγο για τον οποίον οι εναγόμενες-συμβολαιογράφοι θα προέβαιναν σε τέτοιες βαρύτατες παραβάσεις των καθηκόντων τους χωρίς καμμία παράνομη ιδιαίτερη σχέση και συμπαιγνία με την πρώτη εναγομένη.

Αυτές εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους ως συμβολαιογράφων με απόλυτη ευσυνειδησία και νομική ακρίβεια και δεν είχαν κανένα λόγο, ούτε και αποδείχθηκε, να παραβούν όσα προστάσσει ο νόμος και ο Κώδικας Συμβολαιογράφων για να εξυπηρετήσουν την πρώτη εναγομένη στα φερόμενα από τους ενάγοντες σκοτεινά της σχέδια εναντίον της αδύναμης-υπερήλικης θείας τους, όπως ισχυρίζονται, οι εναγόμενες συμβολαιογράφοι δεν είχαν υποχρέωση από το νόμο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να διερευνήσουν εάν η δήλωση της διαθέτιδος ότι αδυνατεί να υπογράψει ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια ζητώντας ιατρικά πιστοποιητικά και πιέζοντας την να υπογράψει καθόσον ο λόγος της αδυναμίας υπογραφής είναι αδιάφορος.

Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, για την εξωτερίκευση της αδυναμίας υπογραφής δεν απαιτείται η χρήση πανηγυρικής έκφρασης, αλλά αρκεί και σιωπηρή δήλωση του διαθέτη, ο οποίος θέλησε και ενέκρινε το περιεχόμενο της διαθήκης παριστάμενος κατά την σύνταξη και ανάγνωση της σχετικής πράξης.

Η κατάσταση της υγείας της Ε. Γ. κατά το χρόνο της υπογραφής των ανωτέρω επιδίκων εγγράφων ήταν πολύ επιβαρυμένη, ευρίσκετο συνέχεια στο κρεββάτι μη δυνάμενη να αυτοεξυπηρετηθεί, όπως καταθέτει η μάρτυρας Α. Α., να επιβεβαιώνεται από την από 21-8-2014 ιατρική βεβαίωση της κλινικής ... στην οποίαν αναφέρεται ότι στις 15-11-2012 εισήχθη στην εν λόγω κλινική με διάγνωση λοίμωξη του αναπνευστικού-Σήψη-Κωματώδη κατάσταση.

Στις 28-11-2012 η εν λόγω ασθενής απεβίωσε.

Συνεπώς με βάση τα προεκτεθέντα η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε τις κρινόμενες αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος των κρινόμενων εφέσεων περί εσφαλμένης εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...

Εν προκειμένω, δικάζοντας επί των απευθυνομένων προς τους αναιρεσίβλητους εφέσεων των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, κατά τα στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, οι από 28.01.2014 (11905/325/30.01.2014 και 21819/600/18.02.2014) αγωγές των αναιρεσίβλητων, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης και δύο πληρεξουσίων, το Εφετείο στην αρχή της δεύτερης (ελάσσονος) προτάσεώς του δικανικού συλλογισμού του αναφέρει ότι έλαβε υπόψη " ...

και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ... .", πλην όμως στην οπίσθια σελίδα του έβδομου φύλλου και στην πρόσθια σελίδα του όγδοου φύλλου της αποφάσεώς του βεβαιώνει ότι την αποδεικτική του κρίση περί του ότι η διαθέτις και παρέχουσα την πληρεξουσιότητα, Ε. Χ.

Η. Γ., προέβη σε δηλώσεις ενώπιον των αντιστοίχων συμβολαιογράφων και των συμπραττόντων προσώπων ότι αδυνατεί να υπογράψει, διαμόρφωσε " ...από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Α. Α. οικιακής βοηθού της θανούσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.

Τ., Β. Κ. και Δ. Α. και δεν αντικρούονται από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόντων Σ. Γ. - Κουνιάδου της θανούσας ...". Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 και 10 έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις ενώπιον αυτού (Εφετείου) προτάσεις τους, και, ελλείψει αντίθετης βεβαιώσεως του Εφετείου, προσκόμισαν στην έκκλητη δίκη, με σκοπό να αποδειχθεί ότι η ανωτέρω Ε.

Χ. Η. Γ., το γένος Ν. Ρ. ήταν νευρολογικώς υγιής και, συνεπώς, μπορούσε να υπογράφει, οπότε δεν ήταν αληθές ότι προέβη στις δηλώσεις που περιλαμβάνονται στα ως άνω δημόσια έγγραφα, ήτοι: 1. Την από 24.10.2012 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού της ανωτέρω Π. Κ., 2. την από 29.10.2012 ιατρική βεβαίωση του αυτού ιατρού, 3.

την από 15.11.2012 ιατρική βεβαίωση του αυτού ιατρού, 4. την από 11.10.2012 εξουσιοδότηση - υπεύθυνη δήλωση της ανωτέρω που υπογράφηκε από αυτή ενώπιον αρμοδίου δημοτικού υπαλλήλου, 5. την από 16.09.2014 έκθεση ένορκης καταθέσεως του προαναφερόμενου ιατρού, 6. την από 01.09.2014 ιατρική βεβαίωση του αναισθησιολόγου - εντατικολόγου, διευθυντή της Μ.Ε.Θ.

της κλινικής "...", Γ. Α., 7. την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή Σ. Τ., ορισθέντος πραγματογνώμονα στο πλαίσιο ανοιγείσης ποινικής διαδικασίας, 8. την από 26.08.2016 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή Φ. Κ. και 9. την από 11.03.2014 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Χ.

Τ. - Σ.. Οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων προκαλούνται κυρίως, από το ότι, ειδικώς ως προς το εριζόμενο θέμα, τη διατύπωση δηλαδή της δηλώσεως της ανωτέρω ότι αδυνατεί να υπογράφει, το Εφετείο δέχεται ως πράγματι εκφερθείσα στηριζόμενο σε καταθέσεις μη ειδικών τρίτων προσώπων, αγνοώντας τις διαπιστώσεις των ειδικών περί της δυνατότητας της ανωτέρω να χρησιμοποιεί ακωλύτως και τα άνω άκρα της.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχτεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αναιρέσεως.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσειόντων) (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1378/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, καθορίζει δε το ποσό τους σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ