Supreme Court partially allows appeal on perjury charges but dismisses other grounds against the lower court's verdict.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by two defendants against a Thessaloniki Court of Assizes judgment. The defendants argued for the annulment of the verdict, which convicted them of perjury and moral complicity in false testimony. The court found that while the procedural grounds for the appeal were rejected, the sentencing provisions regarding perjury violated the principle of proportionality under the new Penal Code. Consequently, the court annulled the penalty sections and remitted the case for retrial on sentencing, while dismissing the remainder of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 229 para. 1 old Penal Code; Art. 224 para. 1 new Penal Code; Art. 511 para. 4 new Penal Code of Criminal Procedure: When a higher court finds that the penalty imposed for perjury is disproportionate to the offense under the new penal code, it must annul the penalty provisions and remit the case for retrial on sentencing, while dismissing other appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1705/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Τ. του Α. και 2. Γ. Τ. του Α. αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Ζαμπίτη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2909/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους : 1) Α. Τ. του Δ. και 2.Γ. Κ. του Σ., αμφότεροι κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σταυρούλη, 3. Λουλούδα Παλόγλου του Χρήστου, απούσα, η οποία απεβίωσε, σύμφωνα με την από 20.12.2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και στους από 29 Αυγούστου 2019 πρόσθετους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η από 15 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17 Απριλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4620/2019, για αναίρεση της 2909/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και οι από 29 Αυγούστου 2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που συμπεριλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 15-04-2019 και με αριθμό 4620/2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-04-2019) των: α) Δ. Τ. του Α. και β) Γ. Τ. του Α., κατοίκων ..., και οι επ' αυτής από 29-08-2019 πρόσθετοι λόγοι των ιδίων, που κατατέθηκαν αρμοδίως αυθημερόν, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2909/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του εφαρμοσθέντος εν προκειμένω άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της υπ' αυτής προβλεπόμενης ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή, ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση, ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα, αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής.
Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των εφαρμοσθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση άρθρων 362 και 363 του προϊσχύσαντος, ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. 'Ετι περαιτέρω, από την επίσης εφαρμοσθείσα στη συγκεκριμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λπ.
και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ'επιλογή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν: α) για την ψευδή καταμήνυση, η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλ. είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠοινΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, να έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, να είναι ψευδής, δηλ.
αντικειμενικά αναληθής. Ο δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στη αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λπ., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε.
Η πράξη συρρέει αληθινά με ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλ. η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή? β) για την ψευδορκία μάρτυρα στοιχεία είναι η όρκιση και εξέταση αυτού σε πολιτική ή ποινική δίκη ή σε αρμόδια αρχή? η αρχή να είναι αρμόδια? η κατάθεση να αφορά πραγματικά γεγονότα και όχι κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις μάρτυρα? τα κατατιθέμενα να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με την υπόθεση, ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη? τα κατατεθέντα να είναι ψευδή, δηλ.
να εκτίθενται τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο? ο μάρτυρας να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των κατατεθέντων από αυτόν ή σε γνώση των αληθών που σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει, δηλαδή να υφίσταται άμεσος δόλος του και μάλιστα δόλος σκοπού.
Απαιτείται υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση, δηλ. άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Αν ο μάρτυρας καταθέσει ότι γνωρίζει κάτι επακριβώς, ενώ γνωρίζει ότι μπορεί και να πλανάται, έστω και αν αληθώς πλανάται, διαπράττει ψευδορκία, διότι διαβεβαίωσε αναληθώς για την ακριβή του γνώση.
Αν όμως περιορίστηκε σε εκείνα που αντιλήφθηκε πράγματι με τις αισθήσεις του, δεν τελείται η πράξη? γ) για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (για την πληρότητα της αιτιολογίας) είναι αναγκαία η αναφορά, ότι το γεγονός, που αποτέλεσε περιεχόμενο του ισχυρισμού ή της διάδοσης, είναι ψευδές και ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν ενώπιον τρίτου.
Στην έννοια του τρίτου διαλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής και οι δικαστές που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης και γενικώς οποιοσδήποτε άλλος πλην του δυσφημουμένου έλαβε γνώση των ανωτέρω. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται, ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει και επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα ή σε συκοφαντική δυσφήμηση, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος ή υπερχειλής δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και του σκοπού.
Και τούτο, διότι, σε σχέση με τον άμεσο δόλο, η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης. Τον τελευταίο αυτόν λόγο αποτελεί η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 2909/2018, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατ/νος, που γεννήθηκε το έτος 1940, και η Λ.
Π. του Χ., που γεννήθηκε το έτος 1933, τέλεσαν νόμιμο πρώτο γάμο, στις 16-4-1966, στο .... Από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Α. Τ., πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος γεννήθηκε στις 13-6-1966. Επέστρεψαν, περί το έτος 1968, στην Ελλάδα, διέμεναν αρχικά στην …, και από το έτος 1978 σε κατοικία στο …., επί της οδού ..., εμβαδού 80 τ.μ., μέσα σε οικόπεδο 480 τ.μ., το οποίο ήδη ανήκει στην ψιλή κυριότητα του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος και στην επικαρπία του πρώτου κατ/νου, δυνάμει της με αριθμ.
….46/1985 δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας του Α. Τ., που συντάχθηκε από τη συμβ/φο ς Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με χρηματικό ποσό της Λ. αντιμετωπίστηκαν τα πρώτα έξοδα τους στην ημεδαπή. Ο κατ/νος εργάστηκε ως εισπράκτορας στον ΟΑΣΘ και η σύζυγός του σε διάφορες εργασίες, μέχρι το έτος 1983, οπόταν, με προτροπή του κατ/νου, ασχολούνταν με τα οικιακά.
Όμως, η συμπεριφορά του κατ/νου έναντι της συζύγου δεν ήταν αρμονική, επειδή, έναντι αυτής, ήταν δύστροπος, βίαιος, και αντιμετώπιζε την σύζυγό του με αδιαφορία και απάθεια προς οποιαδήποτε ανάγκη της, είχε αδικαιολόγητες εκρήξεις θυμού και εκδήλωνε προς το πρόσωπο της απαξιωτικές και μειωτικές συμπεριφορές, ακόμα και ενώπιον προσώπων του οικογενειακού και φιλικού κύκλου.
Ο πρώτος πολιτικώς ενάγων μετά το νόμιμο γάμο του, το έτος 1992, με την Γ. Κ., κατοικεί, από το γάμο του, το έτος 1992, στον ….. Η απαξιωτική συμπεριφορά του κατ/νου συνεχίστηκε και η ευαίσθητη, μετά από μία αποβολή εμβρύου, υγεία της κλονίστηκε, απέκτησε ψυχολογικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή, λαμβάνοντας ηρεμιστικά φάρμακα, όπως το μινιτράν και υπνωτικά φάρμακα, όπως το στεντόν, ενώ ο κατ/νος ανέπτυσσε κατά τις επιθυμίες του κοινωνική ζωή ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς.
Στη διάρκεια των ετών συναναστρεφόταν με άλλες γυναίκες, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν θα πληροφορούταν η σύζυγός του τις συναναστροφές του αυτές, δημιουργώντας μάλιστα κατά καιρούς και ερωτικές σχέσεις. Κλονίστηκε ακόμη περισσότερο η υγεία της, με σιδηροπενική αναιμία, καθώς κυλούσαν τα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης, Ο κατ/νος δαπανούσε τα χρήματά του για τις εξόδους του και για την δική του ευχαρίστηση.
Η Λ. Τ. με την πάροδο των χρόνων απέκτησε ευαίσθητη υγεία και για πολλά χρόνια λάμβανε ηρεμιστικά φάρμακα, κυρίως, για να μπορεί να κοιμηθεί. Η συμπεριφορά του κατ/νου ήταν εξυβριστική, απαξιωτική, με εκρήξεις θυμού και, πολλές φορές χειροδικίας έναντι της συζύγου του, ενώ ο κατ/νος και ο πρώτος πολιτικώς ενάγων δεν είχαν καλές σχέσεις επειδή ο πολιτικώς ενάγων υποστήριζε τη μητέρα του, ενώ είχαν και γενικά διαφορετικές απόψεις.
Από τέλη Μαρτίου 2008, η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα δεν μετέβη στην κατοικία των πεθερικών της, καθώς έγινε καυγάς, και ο κατ/νος δεν επιθυμούσε επισκέψεις της οικογένειας των πολιτικώς εναγόντων. Από το έτος 2010 ο κατ/νος, εμμέσως, απαγόρευσε την τηλεφωνική επικοινωνία του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, με τη μητέρα του, προκειμένου να ελέγχει τη σύζυγό του, ούτε όταν απουσίαζε καθώς το σταθερό τηλέφωνο είχε εκτροπή στο κινητό τηλέφωνο.
Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι ο κατ/νος, στις 6-4-2016, αποδέχθηκε να παρακολουθήσει ειδικό θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση ενδοοικογενειακής βίας, για το ότι τον Οκτώβριο του έτους 2010 και Ιούλιο 2012 έσπρωξε, με τα χέρια του, τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα και σε έπιπλο, αντίστοιχα, και να υποστεί απλή σωματική βλάβη.
Πλέον της ανωτέρω ανάρμοστης συμπεριφοράς, ο κατ/νος είχε διάφορες εξωσυζυγικές σχέσεις. Ο κατ/νος πρότεινε στη σύζυγό του να μετακομίσουν σε κατοικία στην ….. και να συγκατοικήσουν με τη σύντροφό του, που θα επιμελούνταν τη φροντίδα της δικής της μητέρας και της Λ., συζύγου του κατ/νου. Η σύζυγος του κατ/νου είχε υποστεί ψυχολογική και σωματική βία, επανειλημμένως, και με την επήρεια των φαρμάκων και του θυμού της, στις 24-11-2013, σε ηλικία 80 ετών, μετά από 48 έτη έγγαμης συμβίωσης, προσπάθησε να κτυπήσει, με ένα σίδερο, τον κατ/νο στο κεφάλι, ο οποίος απέφυγε αυτό και υπέστη σωματική βλάβη.
Στις 26-11-2013, η Λ. Τ., σύζυγος του κατ/νου και μητέρα του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, έλαβε μεγάλη ποσότητα διαφόρων φαρμάκων, που λάμβανε χρονίως, κατόπιν σκόπιμης αυτοδηλητηρίασης. Ο κατ/νος διαπίστωσε ότι ήταν αναίσθητη και τη μετέφερε, αμέσως, στο Νοσοκομείο ..., όπου αυτή νοσηλεύτηκε σε κωματώδη κατάσταση.
Ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τον υιό του, πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος προσέτρεξε με τη σύζυγό του, ωστόσο δεν μπόρεσαν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στη μητέρα του, διότι δεν τους επέτρεπε ο πατέρας του, ο οποίος φωνασκούσε σε βάρος της συζύγου του, και την προέτρεπε να διώξει τον υιό της. Οι γιατροί ζήτησαν από τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα να τους αναφέρει ποια φαρμακευτικά σκευάσματα ελάμβανε η μητέρα του, ώστε αφενός να της τα χορηγήσουν για τα άλλα προβλήματα υγείας που αυτή αντιμετώπιζε και αφετέρου να αντιμετωπίσουν την κατάσταση της ασθενούς.
Ο πρώτος πολιτικώς ενάγων αγνοούσε τα φάρμακα αυτά και παρότι ζήτησε επανειλημμένως από τον πατέρα του να του αναφέρει τα φάρμακα ή να πάει στην οικία τους και να φέρει το βιβλιάριο υγείας της όπου φαίνονται και τα σκευάσματα και οι ποσότητες, αυτός αρνήθηκε ρητώς να το πράξει. Ο κατ/νος αν και είχε το βιβλιάριο υγείας της αρνήθηκε να το δώσει, φώναζε τη σύζυγό του να ξυπνήσει, να διώξει τον υιό της, ενώ δεν έφευγε από το νοσοκομείο για να μην μπορέσουν να έλθουν σε επαφή με την ασθενή Λ.
Η περίεργη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η σύζυγός του οδηγήθηκε σε απόπειρα αυτοκτονίας ενώ προγενέστερα προσπάθησε να κτυπήσει με σίδερο τον πρώτο κατ/νο σύζυγό της, οδήγησε τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα στην απόφαση να υποβάλει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την, από 27-11-2013, αίτηση με την οποία ζήτησε τη μεταφορά του πατέρα του, πρώτου κατ/νου, στο Εφημερεύον Ψυχιατρικό Νοσοκομείο …., για εξέταση και σύνταξη νόμιμων γνωματεύσεων και να κινήσει την ακουσία νοσηλεία του, επικαλούμενος ότι με τον τρόπο και τη συμπεριφορά του έχει διαταράξει την ψυχική και σωματική υγεία της μητέρας του, που βρίσκεται νοσηλευόμενη σε κωματώδη κατάσταση, έπειτα από υπαιτιότητα του κατ/νου, αιτούμενος τη διενέργεια των νόμιμων διαδικασιών.
Στην Εισαγγελία υπέβαλε ο πρώτος πολιτικώς ενάγων σχετική υπεύθυνη δήλωση, με την οποία ζήτησε την απομάκρυνση του κατ/νου από την συζυγική κατοικία, την εξέταση του από νευρολόγο ψυχίατρο, διότι προκαλούσε, επί 48 έτη, επεισόδια σε βάρος της ψυχικής υγείας της μητέρας του, η οποία βρισκόταν ήδη σε κωματώδη κατάσταση, ενώ επιπλέον επικαλέστηκε ότι τα τελευταία χρόνια βρισκόταν αυτή σε κατάσταση ομηρίας, με την έννοια ότι δεν της επιτρεπόταν να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς την παρουσία του συζύγου της.
Μετά από σχετική διάταξη του Εισαγγελέως ο κατ/νος οδηγήθηκε, στις 28-11-2013 συνοδεία αστυνομικών στην Α' Ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου, όπου εξήλθε στις 2-12-2014, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν έχει κάποια εμφανή ψυχιατρική πάθηση. Ο πρώτος πολιτικώς ενάγων, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του κατ/νου, μετέβη, μόνος, στην κατοικία των γονέων του, στις 30-11-2013, με τη συνδρομή κλειδαρά, για την αλλαγή της κλειδαριάς της εξώθυρας, πήρε τα φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούσε η μητέρα του και έγγραφα σχετικά με το ιατρικό ιστορικό της, προκειμένου να προσδιοριστούν, από τους ιατρούς, τα φάρμακα τα οποία ενδεχομένως έλαβε για την αυτοδηλητηρίασή της, και καταστεί ευχερέστερη η αποθεραπεία της, και στις 31-12-2013, καθώς η μητέρα του είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της, για να πάρει τα ενδύματά της και προσωπικά της είδη, όπως λευκά είδη και τα κοσμήματά της, τα οποία και της παρέδωσε.
Η Λ. Τ. ανάρρωσε και εξήλθε, στις 3-12-2013, από το Νοσοκομείο, φιλοξενήθηκε στον υιό της, επανεισήχθη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, φιλοξενήθηκε εκ νέου στην κατοικία του υιού της, και στη συνέχεια, από 30-1-2014, με επιμέλεια του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, φιλοξενήθηκε τρία έτη σε γηροκομείο, όπου έτυχε περιποίησης και φροντίδας, ενώ ο κατ/νος υποχρεώθηκε, με δικαστικές αποφάσεις, σε καταβολή διατροφής της συζύγου του.
Ο κατ/νος, με από 3-12-2013 έκθεση προφορικής μήνυσης ενώπιον της Ανθυπαστυνόμου Σ. Γ. και του Υπαρχιφύλακα Θ. Φ., καταμήνυσε τους εγκαλούντες, Α. Τ. του Δ., Λ. σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ. (ήτοι τον υιό του, τη σύζυγό του και τη νύφη του), ότι τέλεσαν σε βάρος του το αδίκημα της κλοπής (υφαίρεσης) από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και συγκεκριμένα ότι αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 115.000,00 ευρώ, καθώς και το σύνολο της οικοσκευής, εκτός από τα έπιπλα, και με την από 20-12-2013 έγκληση που κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, καταμήνυσε τον εγκαλούντα υιό του Α.
Τ., μεταξύ άλλων, ότι συνέταξε την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/86, την οποία προσκόμισε στον Εισαγγελέα Υπηρεσίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία δήλωσε ψευδώς, ότι είναι απαραίτητη η απομάκρυνση του πατέρα του από την κοινή κατοικία τους με τη μητέρα του, διότι επί 48 χρόνια προκαλεί επεισόδια με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ψυχικής της υγείας, που είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο ...
κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ότι η μητέρα του τα τελευταία δεκαπέντε έτη βρίσκεται σε κατάσταση ομηρίας καθώς δεν της επιτρέπει την επικοινωνία με το γιο της και ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του πατέρα του εγκυμονεί κινδύνους για την ψυχική υγεία της μητέρας του αλλά και της οικογένειάς του, καθώς φοβούνται για τη σωματική τους ακεραιότητα, ζητώντας την ακούσια νοσηλεία του πατέρα του.
Τα παραπάνω αυτός καταμήνυσε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και με σκοπό να επιτύχει την καταδίωξη των εγκαλούντων. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που ανέφερε ο πρώτος πολιτικώς ενάγων στην υπεύθυνη δήλωση δεν ήταν ψευδή, ενώ οι αξιολογικές κρίσεις ήταν δικαιολογημένες, αυτός δε άσκησε νόμιμο δικαίωμα για να διαφυλάξει την υγεία της μητέρας του.
Ο κατ/νος δεν απεδείχθη, ότι είχε στην κατοικία του κρυμμένο εντός τάπερ το χρηματικό ποσό των 85.000,00 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι είχε εισπράξει, το έτος 2005, ως τίμημα από πώληση ακινήτου του, δώδεκα στρεμμάτων στο ….., αλλά ούτε και το ποσό των 4.500,00 ευρώ, το οποίο δήθεν είχε κρύψει στο πατάρι της ντουλάπας, από οικονομίες του.
Πράγματι ο κατ/νος είχε εισπράξει, το έτος 2005, χρήματα από την πώληση ακινήτου, έγιναν αναλήψεις το έτος 2010, 75.000,00 ευρώ, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι, στις 29/30-11-2014, διατηρούσε το ποσό αυτό κρυμμένο στην κατοικία του. Το ψεύδος του καταδεικνύεται μεταξύ άλλων και από τη με αριθμό 6933/2015 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ως άνω ήδη πολιτικώς ενάγοντες αθωώθηκαν για την πράξη της κλοπής/υφαίρεσης που φέρεται ότι τελέσαν στις 29/11/2013 και ο πρώτος πολιτικώς ενάγων και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και της από 27/11/2013 σύνταξης ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης.
Άλλωστε ο κατ/νος στη μεν από 3-12-2013 μήνυσή του αναφέρει ότι το κρυμμένο χρηματικό ποσό που του αφαίρεσαν ανερχόταν στο ποσό των 115.000,00 ευρώ, ενώ στην από 20-12-2013 μήνυσή του στο ποσό των 85.000,00 ευρώ, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός του τυγχάνει ψευδής. Η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα δεν πήγε στην κατοικία του κατηγορουμένου μετά τον Μάρτιο του έτους 2008, ενώ η σύζυγος του κατ/νου είχε πλήρη άγνοια για την ύπαρξη χρημάτων στην κοινή κατοικία τους.
Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ήδη πρώτος των κατηγορουμένων καταμήνυσε τους ήδη πολιτικώς ενάγοντες για την πράξη της κλοπής αυτής τελώντας σε πλάνη ή σύγχυση για τα πραγματικά περιστατικά ή ότι περιήλθαν σ' αυτόν ψευδείς ή εσφαλμένες πληροφορίες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα όσα διαλαμβάνονται στην επίδικη υπεύθυνη δήλωση του ήδη εγκαλούντος, με την οποία αυτός ζήτησε τη συνδρομή των αρμοδίων και νομίμων αρχών ώστε να επιληφθούν της κατάστασης που είχε δρομολογηθεί κατόπιν της ανεπιτυχούς απόπειρας ανθρωποκτονίας της μητέρας του και της άσκησης βίας εξ αυτής σε βάρος του συζύγου της, δεν ήταν ψευδή ως περιστατικά, αλλά εξέφραζαν την ανησυχία και την αγωνία του και δη για τα αίτια που οδήγησαν σ' αυτήν.
Εξάλλου ο ίδιος κατηγορούμενος, στις 3-12-2013 ενώπιον της Ανθυπαστυνόμου Σ. Γ. και του Υπαρχιφύλακα Θ. Φ. και στις 20-12-2013 ενώπιον του Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης, επιβεβαίωσε τα αναφερόμενα στις ως άνω εγκλήσεις του, ενώ γνώριζε ότι, τα παραπάνω ισχυρισθέντα, είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, Α.
Τ. του Δ., υιού του, Λ. συζύγου Δ. Τ., συζύγου του και Γ. Κ. του Σ., νύφης του. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατ/νου ότι η προκείμενη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, επειδή με τη με αριθμ. 2313/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που φέρεται ότι τέλεσε στις 8-6-2015, ως πολιτικώς ενάγων, στο Τριμελές Πλημ/δικείο Θεσσαλονίκης, και της ψευδορκίας μάρτυρος, στις 27-2-2014, σε ένορκη εξέτασή του στην Πταισματοδίκη, σε σχέση με την πράξη της υφαίρεσης, και της ηθικής αυτουργίας, που φέρεται ότι τέλεσε στις 8-6-2015, και στις 20-3-2015, ως ενάγων, στη ψευδορκία μάρτυρος από τις Ο.
Α. και Γ. Τ., αφορά άλλο χρόνο από τον ένδικο της προκείμενης υπόθεσης, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, ο πρώτος κατ/νος αποδείχθηκε ότι τέλεσε τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση, και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ομοφώνως ένοχος κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή.
Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, Γ. Τ. του Α., η οποία τυγχάνει αδελφή του πρώτου κατηγορουμένου, στις 27-2-2014, ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, Φ.
Π., αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε μεταξύ άλλων: α) ότι ο πρώτος εγκαλών, Α. Τ., μαζί με τη μητέρα του, Λ. σύζυγο Δ. Τ., τέλεσαν την πράξη της κλοπής σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου και ότι ο πρώτος πολιτικώς ενάγων ψευδώς έκανε αίτηση στην Εισαγγελία για να μπει ο πατέρας του στο ψυχιατρείο, γεγονότα τα οποία ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τούτου.
Τα ανωτέρω που περιλήφθησαν στην κατάθεσή της ενώπιον της ΙΔ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, Φ. Π., της οποίας το περιεχόμενο έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, καθόσον η ως άνω κατάθεση κατέστη δημόσιο έγγραφο, το οποίο ήταν εν γνώσει της ψευδές, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή των εγκαλούντων, Α.
Τ. του Δ. και Λ. συζύγου Δ. Τ.. Όπως προαναφέρθηκε, δεν έλαβε χώρα κλοπή/υφαίρεση χρημάτων του κατ/νου, ενώ και η υπεύθυνη δήλωση του υιού του διαλάμβανε αληθή πραγματικά περιστατικά, εξαιτίας των οποίων ήταν εύλογες και δικαιολογημένες οι κρίσεις και αξιολογήσεις του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, αφού δεν είχαν γίνει με σκοπό εξύβρισής του.
Τα προαναφερθέντα κατέθεσε η δεύτερη κατ/νη, εν γνώσει τελούσα, της αναληθείας τους. Επομένως, πρέπει η δεύτερη κατ/νη, κατά πλειοψηφία, να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση, και όχι κατά συρροή.".
IV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ένδικης ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.
α' και ε' προϊσχύσαντος ΠΚ) και ειδικότερα τον μεν πρώτο από αυτούς για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης της 2ης κατηγορουμένης, τη δε δεύτερη από αυτούς για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 14, 18, 26 παρ. 1α', 27, 46 παρ. 1α', 51, 53, 57, 83, 84 παρ. 2 εδ.
α' και ε' , 94 παρ. 1, 98, 224 παρ. 2-1, 227, 229 παρ. 1, 363-362 του προϊσχύσαντος ΠΚ), που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης, στο μεν πρώτο από αυτούς, δεκαέξι (16) μηνών, στη δε δεύτερη από αυτούς δέκα (10) μηνών, ενώ ανέστειλε την εκτέλεση των παραπάνω συνολικών ποινών φυλάκισης για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο για τις πράξεις της 1) ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, 2) συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση και 3) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης της 2ης κατηγορουμένης, ότι:
Στη …., κατά τους παρακάτω χρόνους: ΑΙ) Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Τ. του Α., στις 3-12-2013 και 20-12-2013, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για αυτήν. Συγκεκριμένα, στην από 3-12-2013 έκθεση προφορικής μήνυσης ενώπιον της Ανθυπαστυνόμου Σ.
Γ. και του Υπαρχιφύλακα Θ. Φ., καταμήνυσε τους εγκαλούντες, Α. Τ. του Δ., Λ. σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ., ότι τέλεσαν σε βάρος του το αδίκημα της κλοπής (υφαίρεσης) από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με την από 20-12-2013 έγκληση, που κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, καταμήνυσε τον εγκαλούντα Α.
Τ., ότι τέλεσε σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ηθικής αυτουργίας σε παράνομη κράτηση. Με την από 3-12-2013 έγκλησή του ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2013 έως 2-12-2013 εισήλθαν στην οικία του στο ...
και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 115.000 ευρώ και με την από 20-12-2013 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Α. Τ., μεταξύ άλλων, ότι συνέταξε μια υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/86, την οποία προσκόμισε στον Εισαγγελέα Υπηρεσίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία δήλωσε ψευδώς, ότι είναι απαραίτητη η απομάκρυνση του πατέρα του από την κοινή κατοικία τους με τη μητέρα του, διότι επί 48 χρόνια προκαλεί επεισόδια με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ψυχικής της υγείας, που είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο ...
κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ότι η μητέρα του τα τελευταία δεκαπέντε έτη βρίσκεται σε κατάσταση ομηρίας καθώς δεν της επιτρέπει την επικοινωνία με το γιο της και ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του πατέρα του εγκυμονεί κινδύνους για την ψυχική υγεία της μητέρας του αλλά και της οικογένειας του, καθώς φοβούνται για τη σωματική τους ακεραιότητα, ζητώντας την ακούσια νοσηλεία του πατέρα του.
Τα παραπάνω καταμήνυσε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και με σκοπό να επιτύχει την καταδίωξη των εγκαλούντων. All) Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Τ. του Α., στις 3-12-2013 και στις 20-12-2013, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιους άλλους ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του και συγκεκριμένα, στις 3-12-2013 ενώπιον της Ανθυπαστυνόμου Σ.
Γ. και του Υπαρχιφύλακα Θ. Φ. και στις 20-12-2013 ενώπιον του Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε τα παραπάνω υπό στοιχεία Α' αναφερόμενα, ενώ γνώριζε ότι, τα παραπάνω ισχυρισθέντα, είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων Α. Τ. του Δ., Λ. σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ.. Α
ΙΙΙ) Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Τ. του Α., στις 27-2-2014, με πρόθεση προκάλεσε στην κατηγορουμένη Γ. Τ. του Α. την απόφαση να τελέσει το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης, δηλαδή ως διάδικος - εγκαλών στις από 3-12-2013 και 20-12-2013 εγκλήσεις του σε βάρος των νυν εγκαλούντων, Α. Τ. του Δ., Λ.
σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ. - και προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, κατέπεισε τη δεύτερη κατηγορουμένη, Γ. Τ. του Α. να καταθέσει ενόρκως στις 27-2-2014 ενώπιον της ΙΔ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, Φ. Π., μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος εγκαλών, Α. Τ., μαζί με τη μητέρα του, Λ. σύζυγο Δ. Τ., και τη γυναίκα του, Γ. Κ., τέλεσαν την πράξη της κλοπής (υφαίρεσης) σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου και ότι ο πρώτος εγκαλών ψευδώς έκανε αίτηση στην Εισαγγελία για να μπει ο πατέρας του στο ψυχιατρείο, τα ανωτέρω αναληθή εν γνώσει του ψεύδους της τα οποία κατέθεσε και ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή των εγκαλούντων, Α.
Τ. του Δ., Λ. σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ.. ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 2η κατηγορούμενη ένοχη κατά πλειοψηφία για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά συρροή του ότι: ΒΙ) Η δεύτερη κατηγορουμένη, Γ. Τ. του Α., στις 27-2- 2014, ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα.
Ειδικότερα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, Φ. Π., αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε μεταξύ άλλων: α) ότι ο πρώτος εγκαλών, Α. Τ., μαζί με τη μητέρα του, Λ. σύζυγο Δ. Τ. και τη γυναίκα του, Γ. Κ., τέλεσαν την πράξη της κλοπής σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου και ότι ο πρώτος εγκαλών ψευδώς έκανε αίτηση στην Εισαγγελία για να μπει ο πατέρας του στο ψυχιατρείο, τα οποία ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τούτου.
Β
ΙΙ) Η δεύτερη κατηγορουμένη, Γ. Τ. του Α., στις 27-2-2014, με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους, ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε όλα όσα υπό στοιχείο Ι' περιέλαβε στην κατάθεση της ενώπιον της ΙΔ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, Φ.
Π., της οποίας το περιεχόμενο έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, καθόσον η ως άνω κατάθεση κατέστη δημόσιο έγγραφο, το οποίο ήταν εν γνώσει της ψευδές, τα δε γεγονότα αυτά, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή των εγκαλούντων, Α. Τ. του Δ., Λ. σύζυγο Δ. Τ. και Γ. Κ. του Σ.". V. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, δηλαδή ο μεν 1ος τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης της 2ης κατηγορουμένης, η δε τότε 2η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α', 27, 46 παρ. 1 α' , 224 παρ. 1, 2 και 362-363 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα: 1) από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού της, ως προς το είδος τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα (πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, μάρτυρα υπεράσπισης, απολογίες κατηγορουμένων και το σύνολο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που διαμόρφωσαν τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες αυτό θεμελίωσε την κρίση ενοχής των αναιρεσειόντων για τις προαναφερθείσες εγκληματικές πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν και ότι με βεβαιότητα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στο σύνολό τους, και όχι επιλεκτικά ή αποσπασματικά, όλα τα αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη? 2) αναφορικά με τον άμεσο δόλο των αναιρεσειόντων (γνώση των ψευδών) υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, καθόσον περιέχονται στο σκεπτικό της απόφασης ρητές και σαφείς παραδοχές σχετικά με τη συγγενική σχέση των διαδίκων, κατηγορουμένων και πολιτικώς εναγόντων και το σύνολο των ζητημάτων που είχαν γεννηθεί μεταξύ τους και είχαν προκαλέσει ένταση στις σχέσεις τους.
Κατά συνέπεια, αιτιολογούνται οι ένδικες αξιόποινες πράξεις όχι μόνον κατά τα αντικειμενικά αλλά και κατά τα υποκειμενικά τους στοιχεία, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικοί με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμοί των κατηγορουμένων θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη των ιδίων αλλά και σε δικές τους πράξεις και παραλείψεις, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση τους, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Επιπλέον, εκτός από τον πρώτο κατηγορούμενο, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει προσωπική αντίληψη και άποψη για όλες τις ενδοοικογενειακές διαφορές, στις οποίες μετέχει και εξ αυτού αιτιολογείται η γνώση του ως στοιχείου της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, παράλληλα διαλαμβάνεται, ότι έχει διαμορφώσει σε βάρος των υπ' αυτού μηνυθέντων πολιτικώς εναγόντων (υιού, νύφης και συζύγου του) σκοπό καταδίωξης, ο οποίος αναφέρεται στο αιτιολογικό της άνω απόφασης και από το σύνολο των παραδοχών επιτρέπεται να συναχθεί, ότι ο τελευταίος θεμελιώνεται στην επί δεκαετίες εξελισσόμενη έντονη οικογενειακή αναστάτωση και εδράζεται στις μεταξύ όλων των διαδίκων, που είναι συγγενείς, δημιουργηθείσες σφοδρές έριδες, έντονες διαφωνίες και βίαιες αντιπαραθέσεις και η δεύτερη κατηγορουμένη, ομοίως συγγενής των διαδίκων (εξ αίματος με τον πρώτο κατηγορούμενο και πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, ως αδελφή και θεία, αντίστοιχα, και εξ αγχιστείας με τη δεύτερη και τρίτη των πολιτικώς εναγόντων, νύφες από ανεψιό και αδελφό, αντίστοιχα), έχοντας γνώση του οικογενειακού κλίματος και της αναπτυχθείσας μεταξύ τους αντιδικίας, κάμπτεται και υποχωρεί στις προτροπές και παραινέσεις του αδελφού της, πρώτου κατηγορουμένου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "προκειμένου ο τελευταίος να ενισχύσει τη μήνυσή του, ο οποίος και την πληροφόρησε για τις λεπτομέρειες του εν λόγω συμβάντος", οπότε δεν μετέφερε, ό,τι αυτή γνώριζε επακριβώς και ήταν πιστοποιημένο με τις αισθήσεις της και δεν παρέσχε αληθή διαβεβαίωση για την ακριβή της γνώση, ενώ τα κατατεθέντα αλλά και ισχυρισθέντα δεν αποτελούσαν έκφραση γνώμης, κρίσης, άποψης ή πεποίθησης? 3) με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές και τη συνακόλουθη κρίση, ότι τελέστηκε από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, υπήρξε ορθή και αιτιολογημένη η απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσείουσας, ότι ενήργησε με δικαιολογημένο ενδιαφέρον [επικεντρωμένο και εστιασμένο στο πρόσωπο του αδελφού της] από το άρθρο 367 παρ. 1 περ.
γ' ΠΚ, που επέφερε άρση του αδίκου, ο οποίος προϋποθέτει απλή, (για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω) και όχι συκοφαντική δυσφήμηση? 4) κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημηθεί, τέλεσε την αξιόποινη πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών, ήτοι για συγκρότηση των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' αναιρετικών λόγων, καθόσον στο σκεπτικό αυτής υπήρξαν οι ακόλουθες παραδοχές "...Ο κατ/νος δεν απεδείχθη, ότι είχε στην κατοικία του κρυμμένο εντός τάπερ το χρηματικό ποσό των 85.000,00 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι είχε εισπράξει, το έτος 2005, ως τίμημα από πώληση ακινήτου του, δώδεκα στρεμμάτων στο ..., αλλά ούτε και το ποσό των 4.500,00 ευρώ, το οποίο δήθεν είχε κρύψει στο πατάρι της ντουλάπας, από οικονομίες του.
Πράγματι ο κατ/νος είχε εισπράξει, το έτος 2005, χρήματα από την πώληση ακινήτου, έγιναν αναλήψεις το έτος 2010, 75.000,00 ευρώ, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι, στις 29/30-11-2014, διατηρούσε το ποσό αυτό κρυμμένο στην κατοικία του. Το ψεύδος του καταδεικνύεται μεταξύ άλλων και από τη με αριθμό 6933/2015 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ως άνω ήδη πολιτικώς ενάγοντες αθωώθηκαν για την πράξη της κλοπής/υφαίρεσης που φέρεται ότι τελέσαν στις 29/11/2013 και ο πρώτος πολιτικώς ενάγων και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και της από 27/11/2013 σύνταξης ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης.
Άλλωστε ο κατ/νος στην μεν από 3-12-2013 μήνυση του αναφέρει ότι το κρυμμένο χρηματικό ποσό που του αφαίρεσαν ανερχόταν στο ποσό των 115.000,00 ευρώ, ενώ στην από 20-12-20143 μήνυσή του στο ποσό των 85.000,00 ευρώ, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός του τυγχάνει ψευδής. ...". Από τις παρατιθέμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστούται, ότι η γενόμενη αναφορά σ' αυτήν στην προαναφερθείσα απαλλακτική απόφαση (6933/2015) ως αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αναλήθειας των καταγγελθέντων, δεν έγινε περιοριστικά και αποκλειστικά, αλλά, όπως εκεί σημειώνεται "μεταξύ άλλων", εννοείται αποδεικτικών μέσων, ενώ ουδόλως προκύπτει από τις ίδιες παραδοχές, ότι με την προβολή της εν λόγω απόφασης διαμορφωνόταν στο αιτιολογικό της ένδικης απόφασης αποδεικτικά αμάχητο τεκμήριο αναλήθειας για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης με αναφορά των όρων του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ, πολύ δε περισσότερο από τις ίδιες παραδοχές δεν βεβαιώνεται οποιαδήποτε επίδραση του άνω τεκμηρίου στις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε αντιφατικές και ασαφείς παραδοχές, δεν επιβεβαιώνονται από τη σειρά των αιτιολογιών, αφού ουδόλως πιστοποιείται, ότι το αναληφθέν εκ μέρους του κατηγορουμένου από την τράπεζα χρηματικό ποσό διατηρήθηκε κρυμμένο στην κατοικία του και ότι τούτο συνέχισε να παραμένει εκεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Κατόπιν αυτού αλλά και της προκύψασας διαφοράς ύψους του αναφερόμενου ως υφαιρεθέντος χρηματικού ποσού στις υποβληθείσες σε διάφορους χρόνους για το αυτό γεγονός μηνύσεις [115.000 € και 85.000€] συνάγεται, ότι οι αιτιάσεις παραπέμπουν σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης, περί τα πράγματα, κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας , οπότε είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος των αναιρεσειόντων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης? 5) Kατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" και κατά την παρ. 3 αυτού, "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα), που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξης, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνον την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν.
Η "πράξη" κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξης του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο, διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξης, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Κατά συνέπεια, δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο, όταν το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγούμενη απόφαση, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται, κατ' αντικείμενο, προς την κρινόμενη πράξη, η οποία είναι αυτοτελής.
Η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνον από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, ο πρώτος των αναιρεσειόντων ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας επικαλέστηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που προκύπτει, σύμφωνα με όσα αυτός ισχυρίστηκε, από την 2313/2018, καταστάσα ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία τον κήρυξε αθώο για τις πράξεις:
α) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που φερόταν, ότι τέλεσε στις 20-6-2015, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και στις 20-3-2015, "ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως εναγόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσε, ότι οι εγκαλούντες Α.
Τ. και Γ. Κ. ενεργώντας από κοινού αφαίρεσαν από την οικία του χρηματικό ποσό 85.000,00 € προερχόμενο από την πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του, 4.500,00 € προερχόμενο από οικονομίες του, καθώς επίσης κεντητά, σεμέν σταχτοθήκες, μουράνο ... (κ.λπ.)", β) της ψευδορκίας μάρτυρα, που φερόταν, ότι τέλεσε στις 27-2-2014, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης ...
αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη κατάθεση "επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε στην από 20-12-2013 έγκλησή του, με την οποία εγκαλούσε τους νυν εγκαλούντες για την πράξη της κλοπής - υφαίρεσης τελεσθείσας από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω υπό στοιχείο Α' καταθέτοντας διευκρινιστικά και το από 27-2-2014 υπόμνημα, στο οποίο υπήρχε αναλυτικός πίνακας των αντικειμένων της κλοπής, καθώς και τον πρώτο εγκαλούντα για τις πράξεις της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενος ότι αυτός με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 δήλωσε ψευδώς, ότι είναι απαραίτητη η απομάκρυνση του πατέρα του από τη συζυγική οικία, καθώς επί 48 χρόνια προκαλεί αυτός επεισόδια σε βάρος της μητέρας του με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ψυχικής της υγείας, που είχε ως συνέπεια την εισαγωγή στο νοσοκομείο ...
κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και ότι ισχυριζόμενος ο πρώτος εγκαλών τα ανωτέρω έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του. Τα γεγονότα αυτά που κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος ως μάρτυρας ήταν ψευδή καθώς οι εγκαλούντες δεν τέλεσαν τα αδικήματα της κλοπής - υφαίρεσης τελεσθείσας από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως προκύπτει και από την με αριθμό 6933/2015 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψευδούς των ανωτέρω γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε στην ένορκη εξέτασή του" και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, που φερόταν ότι τέλεσε στις 8-6-2015 και στις 20-3-2015, με πρόθεση να προκαλέσει σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, "δηλαδή στις 8-6-2015 ως πολιτικώς ενάγων κατά την εκδίκαση της κατηγορίας της κλοπής - υφαίρεσης τελεσθείσας από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των νυν εγκαλούντων και στις 20-3-2015 ως ενάγων κατά την εκδίκαση της από 30-12-2013 αγωγής του σε βάρος του πρώτου εγκαλούντα και προς υποστήριξη των όσων ανέφερε στην από 20-12-2013 έγκλησή του και των αγωγικών του ισχυρισμών, κατέπεισε την δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων να καταθέσουν ενόρκως στις 8-6-2015 ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης η δεύτερη και στις 30-3-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η τρίτη, όσα ανωτέρω (υπό Γ και Δ) αναληθή εν γνώσει του ψεύδους τους κατέθεσαν".
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την παραπάνω ένσταση με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο ισχυρισμός του πρώτου κατ/νου ότι η προκείμενη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, επειδή με τη με αριθμό 2313/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που φέρεται ότι τέλεσε στις 08.06.2015, ως πολιτικώς ενάγων, στο Τριμελές Πλημ/δικείο Θεσσαλονίκης και της ψευδορκίας μάρτυρος, στις 27.02.2014 σε ένορκη εξέτασή του στην Πταισματοδίκη, σε σχέση με την πράξη της υφαίρεσης και της ηθικής αυτουργίας, που φέρεται ότι τέλεσε στις 8-6-2015 και στις 20-3-2015, ως ενάγων, στην ψευδορκία μάρτυρος από τις Ο.
Α. και Γ. Τ., αφορά άλλο χρόνο από τον ένδικο της προκείμενης υπόθεσης, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί". Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθόσον, απορρίπτοντας η προσβαλλόμενη απόφαση αυτόν με το παραπάνω αιτιολογικό, διέλαβε στο τελευταίο επαρκή αιτιολογία, καίτοι περιορίστηκε στην αναφορά της διαφοράς χρόνου διάπραξης μεταξύ των διαλαμβανόμενων στον κριθέντα ισχυρισμό εγκληματικών πράξεων και εκείνων που αναφέρονται στην ένδικη υπόθεση.
Και τούτο, διότι, όπως εν προκειμένω, οι πράξεις δεν τελέστηκαν άπαξ, με συνέπεια ο χρόνος να επηρεάζει την ταυτότητά τους. Επιπλέον, είναι αβάσιμος, λόγω των διάφορων διατακτικών των άνω αποφάσεων, εφόσον το δεδικασμένο καλύπτει το διατακτικό της απόφασης και όχι τις κατ' ιδίαν σκέψεις του κατηγορητηρίου ή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε το Δικαστήριο προς διαμόρφωση της κρίσης του? 6) Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι, ως προς τον μεν πρώτο από αυτούς και επί του αυτοτελούς περί δεδικασμένου ισχυρισμού του δεν δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα να προτείνει, ως προς τη δε δεύτερη από αυτούς και επί των αυτοτελών ισχυρισμών της, που αναφέρονταν στην έλλειψη των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα αλλά αυτή, ενώ επιφυλάχθηκε, τελικά παρέλειψε να αναπτύξει την πρότασή της, εδράζονται επί αναληθούς προϋπόθεσης, διότι πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ενοχής των κατηγορουμένων δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε συνολικά επί των ισχυρισμών και της κατηγορίας, γεγονός που προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και την υπάρχουσα στη σελίδα 32 αυτής αναφορά, ότι "Στο σημείο αυτό, η Εισαγγελέας, η οποία αφού ανέπτυξε τις κατηγορίες που αποδίδονται στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, πρότεινε να απορριφθούν οι ισχυρισμοί που άπτονται της κατηγορίας και να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι, όπως πρωτοδίκως".
Επισημαίνεται, ότι η καταδικαστική πρόταση του εισαγγελέα επί της κατηγορίας ενέχει απόρριψη όλων των ισχυρισμών. 7) Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι στην έννοια του τρίτου εντάσσονται και οι συμπράττοντες στην ποινική δίκη Εισαγγελείς, Πταισματοδίκες και Γραμματείς, με την οποία γίνεται επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε'ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια του τρίτου διαλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι εισαγγελείς και οι δικαστές που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης και γενικώς οποιοσδήποτε άλλος πλην του δυσφημουμένου έλαβε γνώση των ανωτέρω.
Επομένως, οι αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση αναιρετικών λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Στ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμες. Οι εμπεριεχόμενοι, στους αναιρετικούς λόγους ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους τους τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, καθώς και οι συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. Ι του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος, όπως προαναφέρθηκε, από την 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 224 παρ. 2 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την ψευδή κατάθεση σε βαθμό πλημμελήματος (στην οποία ενσωματώθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος Π.Κ.
για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση) ποινή φυλάκισης με μικρότερο ανώτατο και κατώτατο όριο [δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών (και χρηματική ποινή), αντί εκείνης του ενός έως πέντε ετών, που προβλεπόταν προηγουμένως] και, συνεπώς, είναι αυτή εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση έχουσα ως ακολούθως, "1.
Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή".
Κατά συνέπεια, εφαρμοζόμενης αυτεπαγγέλτως της επιεικέστερης ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή ως άνω διάταξης, κατά το άρθρο 511 εδ. δ' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις για τις πράξεις της ψευδορκίας [ήδη ψευδούς κατάθεσης] και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία [ήδη ηθικής αυτουργίας στην ψευδή κατάθεση] και κατ' επέκταση ως προς τις διατάξεις που αφορούν τον προσδιορισμό των συνολικών ποινών και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την, υπ' αριθμό 2909/2018, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς τις περί ποινής διατάξεις για τις πράξεις της ψευδορκίας [ήδη ψευδούς κατάθεσης] και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία [ήδη ηθικής αυτουργίας στην ψευδή κατάθεση] και κατ' επέκταση ως προς τις περί συνολικών ποινών διατάξεις της.
-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους. Και -
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-4-2019 αίτηση αναίρεσης (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στις 17-4-2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) των Δ. Τ. του Α. και Γ. Τ. του Α., κατοίκων ..., καθώς και τους επ' αυτής από 29-08-2019 πρόσθετους λόγους των ιδίων, που κατατέθηκαν αρμοδίως αυθημερόν, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ