Legislator Case Law & Legislation
1705/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive arguments regarding property ownership and admissibility.

Case Number 1705/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the church lacked standing to sue and that the court failed to address specific legal grounds for ownership. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible because the standing argument was not properly raised at the first instance and the other arguments relied on false premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(b) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the ground of lack of standing was not properly raised at the first instance, and arguments based on false premises are rejected.

Keywords

AI generated
lack of standing admissibility of appeal procedural default false premises property ownership church property code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1705 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1705/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Σ. του Δ. και 2. Μ. συζ. Δ. Σ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κατηφόρη.

Του αναιρεσίβλητου: Εκκλησιαστικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ναός Αγίου Νικολάου, Αγίου Γεωργίου και Παναγίας Άσσου", που εδρεύει στην Άσσο Κεφαλληνίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Μοσχονά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 72/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.β ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς• ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές".

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου (560 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ήτοι, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Έτι περαιτέρω, κατά τον αριθμό 5 της προαναφερομένης διατάξεως (560 ΚΠολΔ) αναιρετήριος λόγος στοιχειοθετείται, "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων• αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κυρίας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερομένης στην πορεία της διαδικασίας, την διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.

Αντιθέτως δεν είναι πράγμα ο ισχυρισμός περί ελλείψεως ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως (ΑΠ137/08).

ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο (ως εφετείο δικάσαν) Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1.εδ β'ΚΠολΔ και δη παρέβη τα διδάγματα κοινής πείρας, τα οποία εσφαλμένα χρησιμοποίησε, προκειμένου να υπαγάγει στον κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διέλαβε την ανέλεγκτη παραδοχή, ότι εκ της αναγραφής στο 28456/1981 συμβόλαιο της συμ/φου Πειραιώς Θ.Μ., κατά την περιγραφή του ομόρου ακινήτου ιδιοκτησίας τους, ότι αυτό συνορεύει με ιδιοκτησία Αγίων Αναργύρων συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) "ομολογούν" την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο.

Πλην όμως, (κατά τους αναιρεσείοντες) η εν λόγω φράση στο πιο πάνω συμβόλαιο συνιστά απλή αναγραφή της ακριβούς τοποθεσίας, όπου έχει κτισθεί ο ναϊσκος των Αγίων Αναργύρων και όχι νομική αξιολόγηση, ως προς τον καθορισμό του του κυρίου του ομόρου ακινήτου. Προσέτι, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το ανωτέρω δικαστήριο με την πληττομένη απόφασή του χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στο άρθρ. 1045 ΑΚ και όχι στον κανόνα του άρθρου 972ΑΚ, διδάγματα κατά τα οποία η ύπαρξη "αρμακίων" (τεχνητών επιπέδων~αναβαθμών) ουδόλως επιδρά στην κυριότητα του Δημοσίου επί οιουδήποτε ακινήτου, άρα και επί του επιδίκου ακινήτου, είτε αυτά (αρμάκια) αποτελούν το προαύλιο του ναϊσκου (όπως ισχυρίζεται το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ), είτε συγκροτούν και στηρίζουν τον δρόμο που οδηγεί προς τον ναϊσκο (κατά τα υπό των ανιαρεσειόντων υποστηριζόμενα).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, (παρεκτός του ότι, υπό τα συγκροτούντα το άνω περιεχόμενό του παρατιθέμενα, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς απυρόβλητη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πάντως και εν πάση περιπτώσει) τα προαναφερόμενα δεν είναι διδάγματα κοινής πείρας, όπως ανωτέρω εννοιολογικώς αναλύθηκαν παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο δευτεροβαθμίως δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 560 αρ.6.ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι (και δη στο πέμπτο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως) διέλαβεν ανεπαρκείς αιτιολογίες με την παραδοχή ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) προέβαλαν αντιφατικούς ισχυρισμούς, ότι η εκκλησία έχει κτισθεί σε δημόσια έκταση και ότι ανήκει κατά κυριότητα στην οικογένεια Α..

Η προκειμένη ανεπάρκεια αφορά (κατά τους αναιρεσείοντες) στο ουσιώδες ζήτημα περί του αν πρόκειται περί δημοσίας εκτάσεως. Έτσι, (όπως περαιτέρω υποστηρίζουν) καθίσταται ανέφικτος, ο αναιρετικός έλεγχος του υπαγωγικού συλλογισμού και έχουν εκ πλαγίου παραβιασθεί οι διατάξεις 972 και 1045 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό το προρρηθέν περιεχόμενό του πλήττει την περί τα πράγματα κρίση, ανέλεγκτη αναιρετικώς, του δικαστηρίου της ουσίας.

Ωσαύτως, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου και του προσάπτουν ανεπάρκεια αιτιολογίας και καθόσον αφορά στην παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο αναιρεσίβλητο "με τα προσόντα της χρησικτησίας του ΑΚ, καθώς ασκούσε δια των αντιπροσώπων του συνεχώς διακατοχικές πράξεις με τακτική επίβλεψη και επιμέλεια των ορίων του, καθαρισμό και εποπτεία αυτού από το 1953, δηλαδή για χρονικό διάστημα άνω των πενήντα ετών....".

Ήτοι, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες εν σχέσει προς το ουσιώδες ζήτημα περί του αν το επίδικο ήταν αδέσποτο προ του 1953. Σε περίπτωση δε (όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες) κατά την οποία το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο αυτοδικαίως θα είχε απαιτήσει και την νομή του, ανεξάρτητα από τον αν ασκούσε ή όχι πράξεις νομής, πριν από το 1953, είτε ως αδέσποτο είτε ως αρχαιολογικό κτίσμα, δηλ.

εκτός συναλλαγής πράγμα, ο ιδιώτης-κάτοχος του εν λόγω (αδεσπότου) ακινήτου δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να καταστεί νομέας του (μετά το 1953), ώστε να γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι, (όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), κατέστη ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του υπαγωγικού συλλογισμού, παραβιασθεισών εκ πλαγίου των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2,13,14 και 16 του περί διακρίσεως κτημάτων ν, της 21-6-1837, 44Εισ Ν ΑΚ 2§1α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", 1 κ.ν.5351/1932 και 6,7 του ν.3028/02 (περί των αρχαιολογικών μνημείων), καθώς και των προεκτιθεμένων 972, 1045 ΑΚ.

Όμως εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή περί αδεσπότου, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος IV. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προειπωθείσα (προσβαλλομένη) απόφασή του, υπέπεσε στην κατ'αρθρ. 560 αρ.5.

ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι, με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες -εκκαλούντες είχαν προβάλει και επανέφεραν με την επίκληση στις ενώπιον του δευτεροβαθμίως δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου προτάσεις τους τον ουσιώδη ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου, λόγω της μη υπάρξεως, ούτε αποφάσεως του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ούτε εγκρίσεως τοιαύτης αποφάσεως από το μητροπολιτικό συμβούλιο, για την έγερση της κριθείσας αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός και δεν προβλήθηκε προσηκόντως, ήτοι με λόγο εφέσεως (ή πρόσθετο λόγο εφέσεως) ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και εκ του ότι η προκειμένη πλημμέλεια δεν αποτελεί "πράγμα", σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495§3, 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 21-11-2017 αίτηση των Δ. Σ. και Μ. συζ. Δ. Σ., περί αναιρέσεως της 72/2017 αποφάσεως του (ως εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

-Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ