Legislator Case Law & Legislation
1705/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract dispute, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1705/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a construction contract dispute regarding unpaid settlement funds. The appellants argued that the appellate court distorted evidence and misinterpreted contract terms, but the court found no legal basis for overturning the judgment. The court ruled that the lower court's evaluation of witness credibility and contract interpretation fell within its discretionary authority and did not constitute a distortion of evidence under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 20 C.P.C.; Art. 561 para. 1 C.P.C.: An appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the lower court's assessment of witness credibility and contract interpretation remains within its discretionary authority and is not arbitrary.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal admissibility evidence distortion contract interpretation witness credibility construction contract judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 20 C.P.C.
Art. 561 para. 1 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1705 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1705/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου

Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Ν. Δ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζοβάρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3342/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3342/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις από 15-4-2010 και 12-4-2010 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 460/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή μερικώς η από 12-11-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου με αίτημα την καταβολή υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση διαφόρων εργασιών σε οικόπεδο των αναιρεσειόντων, απέρριψε την έφεση των τελευταίων, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε μερικώς και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσόν των 31.397,91 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.

ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 1643/2005 - ΑΠ 1654/2005).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της χειρόγραφης εξοφλητικής αποδείξεως με ημερομηνία 13-11-2006, με την οποία ο αναιρεσίβλητος, στα πλαίσια εκκαθάρισης των μέχρι τότε συναλλαγών τους, δήλωσε ότι από τον οφειλόμενο Φ.Π.Α.

έμεινε ανεξόφλητος μόνο εκείνος που αφορούσε την εργασία τοιχοποιίας, οπλισμού της οικοδομής και των εκσκαφών, χωρίς να αναφέρεται και ο Φ.Π.Α., που αφορούσε την αμοιβή του για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και ο οποίος ως μη αναφερόμενος συνάγεται ότι είχε ήδη εξοφληθεί, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι όφειλαν το ποσόν των 2.660 ευρώ για την αιτία αυτή.

Από την επισκόπηση της προσβαλλoμένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: "Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα και ποσό 2.660 ευρώ, που αφορούσε τον ΦΠΑ της συμφωνηθείσας αμοιβής του για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ανέγερσης της οικίας τους, το οποίο ουδέποτε του κατέβαλαν".

Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του για την οφειλή του εν λόγω κονδυλίου στην ως άνω εξοφλητική απόδειξη της 13-11-2006 ή κυρίως σ'αυτήν, ώστε να τίθεται θέμα παραμορφώσεως αυτού του εγγράφου, αλλά στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προσκόμισαν οι διάδικοι.

Αντιθέτως, μάλιστα, από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί, ενώ για όλες τις καταβολές τους προς τον αναιρεσίβλητο επικαλούνται τις αντίστοιχες αποδείξεις, δεν πράττουν το ίδιο και για την επικαλούμενη εκ μέρους τους εξόφληση στις 12-2-2006 του ποσού των 2.660 ευρώ για τον Φ.Π.Α.

της αμοιβής του για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενώ αναφερόμενοι στην εξοφλητική απόδειξη της 13-11-2006 εκθέτουν τα ακόλουθα: "Τελικά ο αντίδικος μας χορήγησε την από 13-11-2006 δήλωσή του, με την οποία βεβαιώνει ότι έχει εξοφληθεί πλήρως για τα μπετά και την εκσκαφή εκτός από το ΦΠΑ εργασίας - οπλισμού και εκσκαφής καθώς και για το ποσόν των τούβλων πλην του ΦΠΑ εργασίας τοιχοποιίας.

Εμείς διαμαρτυρηθήκαμε και του υπογραμμίσαμε ότι δεν του οφείλουμε ΦΠΑ εργασίας. Εκείνος δεν δεχόταν να αναγράψει ότι εξοφλήσαμε και το ΦΠΑ των εργασιών και εμείς, προκειμένου να έχουμε έστω και την απόδειξη αυτή που να φαίνεται ότι δεν του οφείλουμε τα ποσά για τις αντίστοιχες παραπάνω εργασίες, την παραλάβαμε".

Στην απόδειξη αυτή ο αναιρεσίβλητος δηλώνει ότι είχε μεν εξοφληθεί για τις εργασίες οπλισμού, εκσκαφής και τοιχοποιίας, όχι όμως και για τον αντίστοιχο Φ.Π.Α., πλην όμως το γεγονός ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε από την απόδειξη αυτή, με βάση το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα, εξόφληση του Φ.Π.Α. για την αμοιβή του για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο προσάπτεται στην απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στην οικοδομή κατασκευάσθηκαν τέσσερα (4) μόνο τοιχία με τιμή 250 ευρώ/τεμ. και δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι τα τοιχία αυτά ήσαν επτά (7) και με τιμή 350 ευρώ/τεμ., στήριξε δε την κρίση του στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρά που εξετάσθηκε με πρότασή του, ο οποίος ανέφερε ότι "όλες οι εργασίες που προβλέπονταν από το συμφωνητικό και την άδεια έγιναν", παραπέμποντας έτσι στο από 21-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ωστόσο δεν περιλαμβανόταν καμιά ειδική συμφωνία για το τμήμα αυτό του έργου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι με το δεύτερο λόγο (α' σκέλος) της έφεσής τους παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι κατασκευάστηκαν στην οικοδομή 7 τοιχία αντιστήριξης με τιμή μονάδας ανά τεμάχιο 350 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα κατασκευάστηκαν μόνο 4 με τιμή μονάδας 250 ευρώ ανά τεμάχιο.

Ωστόσο, από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέκυψε ότι τα τοιχία που κατασκευάστηκαν ήταν όσα αναφέρονται στην αγωγή και με την τιμή μονάδας που επικαλείται ο ενάγων. Είναι χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η κατάθεσή του ότι "εκτελέστηκε το έργο, έγιναν όλες οι εργασίες που προβλέπονταν από το συμφωνητικό και την άδεια ...

δέχτηκαν τις τιμές όπως είχαν συμφωνηθεί, δεν παραπονέθηκαν για κάτι οι εναγόμενοι", κατάθεση η οποία δεν αντικρούστηκε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ή κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο των εναγομένων". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον αριθμό και την συμφωνημένη τιμή μονάδας κατασκευής των τοιχίων αντιστηρίξεως, και συνακόλουθα ως προς το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος για το τμήμα αυτό του έργου, ως αποτέλεσμα μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αφού στο συμφωνητικό της 21-3-2006 δεν αναφέρονται τιμές για τις εργασίες αυτές.

Κατόπιν τούτου τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς των τυγχάνουν αβάσιμα.

Με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη τούτων. Ειδικότερα επικαλούνται ότι, ενώ για την απόδειξη του ισχυρισμού τους πως εξόφλησαν την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για την αναθεώρηση της άδειας οικοδομής ποσού 2.000 ευρώ προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν την απόδειξη εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας, από την οποία προκύπτει ότι κατέβαλαν ποσόν 1.190 ευρώ για λογαριασμό του πολιτικού μηχανικού Α.

Μ., που ήταν η συμφωνημένη αμοιβή του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την απόδειξη αυτή αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ότι ο ίδιος για την εργασία αυτή εξοφλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και όχι από τους αναιρεσείοντες, παραβλέποντας την ως άνω απόδειξη, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, με συνέπεια να αποτελεί πλήρη απόδειξη με αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι της μαρτυρικής καταθέσεως.

Σε κάθε περίπτωση επικαλούνται περαιτέρω ότι η απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το αν ο μάρτυρας έλαβε το ποσόν των 2.000 ευρώ για την πιο πάνω αιτία ή ήταν καταβολή έναντι αξιώσεών του γενικά για παροχή υπηρεσιών προς τον αναιρεσίβλητο. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, αποδείχθηκε ότι στις 22-1-2007 οι εναγόμενοι ανέθεσαν στον ενάγοντα την αναθεώρηση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας προς τακτοποίηση των αυθαίρετων εργασιών που διαπίστωσε η αρμόδια Πολεοδομία, μετά από έλεγχο στον οποίο προέβη κατόπιν καταγγελίας.

Για την εργασία αυτή συμφωνήθηκε, ως αμοιβή του ενάγοντος, το ποσό των 2.000 ευρώ. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής κατατέθηκαν από τον ενάγοντα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην αρμόδια Πολεοδομία, πλην όμως οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα εις βάρος τους βεβαιωθέντα πρόστιμα αυθαίρετων κατασκευών, προϋπόθεση αναγκαία για την πρόοδο της διαδικασίας αναθεώρησης, με αποτέλεσμα, από υπαιτιότητα και μόνο των εναγομένων, να μη εκδίδεται η σχετική άδεια.

Κατόπιν αυτού ο ενάγων υπέβαλε προς την Πολεοδομία, στις 11-7-2007, την παραίτησή του τόσο σε σχέση με την αναθεώρηση της άδειας όσο και σε σχέση με την επίβλεψη της οικοδομής των εναγομένων. Επομένως, οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσόν των 2.000 ευρώ, κατά τη συμφωνία τους. Το γεγονός ότι ο υπογράφων την ανωτέρω άδεια αναθεωρήσεως και προστηθείς από τον ενάγοντα πολιτικός μηχανικός Α.

Μ. έχει λάβει την αμοιβή του, δεν απαλλάσσει τους εναγομένους από την υποχρέωσή τους προς καταβολή του ως άνω ποσού των 2.000 ευρώ στον ενάγοντα, αφού ο τελευταίος ήταν αυτός που εξόφλησε τον ανωτέρω πολιτικό μηχανικό, όπως και ο ίδιος κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και όχι οι εναγόμενοι".

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ. σε σχέση με την απόδειξη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την κατάθεση υπέρ αυτού ποσού 1.190 ευρώ ως αμοιβή αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, απόδειξη η οποία άλλωστε δεν είχε εκδοθεί εκ μέρους του, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 445 ΚΠολΔ, και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αλλά εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν δέχθηκε με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, πλην όμως από υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων η διαδικασία αυτή δεν προχώρησε, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να παραιτηθεί με δήλωσή του προς την Πολεοδομία από την περαιτέρω διαδικασία, δικαιούμενος ωστόσο τη συμφωνημένη αμοιβή του.

Κατόπιν αυτού ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου γα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ενώ θεώρησε την κατάθεσή του αξιόπιστη σχετικά με τον αριθμό και την τιμή μονάδας για τα τοιχία αντιστηρίξεως καθώς και τη διεκδικούμενη αμοιβή για την αναθεώρηση της άδειας οικοδομής, αντιθέτως την ίδια κατάθεση έκρινε ανεπαρκή κατά το μέρος που αναφέρεται στο διεκδικούμενο από τον αναιρεσίβλητο εργολαβικό κέρδος, ενώ, αν η κατάθεση αυτή κρινόταν αναξιόπιστη στο σύνολό της, θα απορρίπτονταν όλα τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια. Τα περιστατικά αυτά, ωστόσο, δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, όπως επιχειρείται με το λόγο αυτό, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Κατόπιν αυτού ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι, κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και παρά το ότι οι βουλήσεις των συμβαλλομένων εκφράστηκαν με σαφήνεια κατά πρώτον στην από 13-11-2006 απόδειξη που υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος, με την οποία δηλώνει ότι έχοντας φθάσει η οικοδομή "στο στάδιο των τούβλων" του οφείλεται μόνο ο Φ.Π.Α.

ορισμένων εργασιών, και κατά δεύτερον στην από 22-1-2007 προφορική συμφωνία για την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι εξακολουθούσαν να οφείλουν αυτοί στον αναιρεσίβλητο 29.397,91 ευρώ, ως υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος από την αρχική σύμβαση, ενώ θα έπρεπε, μετά από ορθή ερμηνεία της νέας συμβάσεως, με βάση την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος συνεβλήθη εκ νέου μαζί τους, έχοντας προηγουμένως εξοφληθεί για τις μέχρι τότε εργασίες του, γιατί θα ήταν αδιανόητο να συμβαλλόταν για να αποκομίσει 2.000 ευρώ από τη νέα σύμβαση, αν προηγουμένως δεν είχε εξοφληθεί για τις εργασίες της αρχικής, που ανέρχονταν στο σημαντικό ποσό των 29.397,91 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δηλαδή καταρτίσθηκε νέα σύμβαση μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η αρχική σύμβαση ή εξοφληθούν οι εκατέρωθεν αξιώσεις, δεν είναι αντίθετες ούτε στην καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη, ούτε στα διδάγματα της κοινής πείρας.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2011 αίτηση των Α. Α. Κ. και Ε. συζ. Α. Κ. για αναίρεση της 3342/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ